Η rock σκηνή του Σικάγο θρηνεί για τον ιδρυτή των The Redwalls – Η συγκινητική ανάρτηση του συγκροτήματος και η πορεία ενός μουσικού που έφυγε νωρίς.
Η μουσική σκηνή του Σικάγο, αλλά και όσοι θυμούνται την έκρηξη της indie rock σκηνής των mid-00s, θρηνούν την πρόωρη απώλεια ενός ταλαντούχου μουσικού. Ο Justin Baren, ιδρυτικό μέλος, μπασίστας και τραγουδιστής του συγκροτήματος The Redwalls, του οποίου η φήμη εκτοξεύτηκε όταν άνοιγε τις συναυλίες των Oasis, έφυγε από τη ζωή σε ηλικία μόλις 40 ετών.
Ο Justin Baren απεβίωσε στις 28 Νοεμβρίου, βυθίζοντας στο πένθος την οικογένεια, τους φίλους και τους θαυμαστές του. Μέχρι στιγμής, η αιτία του θανάτου του δεν έχει γίνει γνωστή.
Σε μία συγκινητική ανάρτηση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, το συγκρότημά του τον αποχαιρέτησε, γράφοντας: «Με βαριά καρδιά μοιραζόμαστε τον θάνατο του φίλου, αδελφού και bandmate μας, Justin Baren. Ο Justin ήταν ένα ουσιώδες κομμάτι των The Redwalls. Η ενέργειά του, η διαίσθησή του και η ωμή μουσικότητά του βοήθησαν να διαμορφωθεί αυτό που ήμασταν. Όχι μόνο ως συγκρότημα, αλλά ως μία ομάδα παιδιών που προσπαθούσαν να δημιουργήσουν κάτι ουσιαστικό μαζί».
«Η αιτία του θανάτου του Justin δεν έχει προσδιοριστεί επίσημα», συνεχίζει η ανακοίνωση. «Θα μας λείψει βαθύτατα και η μνήμη του θα είναι ευλογία. Είμαστε ευγνώμονες για τα χρόνια, τη μουσική και όλες τις αναμνήσεις που μοιραστήκαμε».
Το αποκορύφωμα της καριέρας των The Redwalls ήρθε το 2005, όταν επιλέχθηκαν για να ανοίξουν τις συναυλίες των θρυλικών Oasis, τόσο στο Ηνωμένο Βασίλειο όσο και στις ΗΠΑ, με πιο εμβληματική εμφάνιση αυτή στο City of Manchester Stadium (το σημερινό Etihad) του Μάντσεστερ. Η κηδεία του Baren θα πραγματοποιηθεί στο κοιμητήριο Zion Gardens στο Σικάγο του Ιλινόι, στις 9 Δεκεμβρίου στις 12 το μεσημέρι.
Γεννημένος και μεγαλωμένος στο Deerfield του Ιλινόι, ο Baren ανέπτυξε από νωρίς ένα πάθος για τη μουσική, αντλώντας έμπνευση από κλασικά συγκροτήματα όπως οι The Beatles, οι The Kinks και οι The Rolling Stones. Ενώ ήταν ακόμα μαθητής στο λύκειο του Deerfield, το 2001, δημιούργησε το πρώτο του συγκρότημα, τους The Pages, μαζί με τον αδελφό του Logan και τους φίλους τους Andrew Langer (κιθάρα) και Jordan Kozer (ντραμς).
Μέχρι το 2003, το συγκρλοτημαείχε μετονομαστεί σε The Redwalls και γρήγορα έχτισε τη φήμη του στην τοπική live σκηνή του Σικάγο. Το ντεμπούτο άλμπουμ τους, «Universal Blues», σύστησε στο κοινό τον ρετρό ήχο τους και λίγο αργότερα υπέγραψαν συμβόλαιο με την Capitol Records – την ίδια δισκογραφική εταιρεία που κάποτε εκπροσωπούσε τους The Beatles. Η μεγάλη τους επιτυχία με την εταιρεία ήρθε το 2005 με την κυκλοφορία του άλμπουμ «De Nova».
Η νεκρολογία του Justin αποτυπώνει την ουσία της καλλιτεχνικής του ταυτότητας: «Ο Justin ήταν ιδρυτικό μέλος των The Redwalls, ενός ροκ συγκροτήματος με έδρα το Σικάγο, γνωστού για τον ρετρό ήχο και τις ανεβαστικές του αρμονίες. Ως τραγουδιστής, συνθέτης και μπασίστας, έφερνε μία αδιαμφισβήτητη ενέργεια και προσωπικότητα σε κάθε του εμφάνιση. Το κοινό συνδεόταν με την παρουσία του στη σκηνή και τη βαθιά του αγάπη για τη μουσική».
«Έχοντας δημιουργηθεί με τον αδελφό του Logan ενώ ήταν ακόμα στο λύκειο, οι The Redwalls γρήγορα εξελίχθηκαν από μία cover band εμπνευσμένη από τη Βρετανική Εισβολή σε ένα διεθνώς αναγνωρισμένο σχήμα περιοδειών. Η μουσική παρέμεινε κεντρική σε όλη τη ζωή του Justin», αναφέρεται.
«Συνέχισε να γράφει, να ηχογραφεί και να συνεργάζεται, και πρόσφατα εργαζόταν για να κυκλοφορήσει ακυκλοφόρητες ηχογραφήσεις. Το πάθος, η δημιουργικότητα και το γενναιόδωρο πνεύμα του θα μείνουν στη μνήμη της οικογένειάς του, των συμπαικτών του και των αμέτρητων θαυμαστών των οποίων τις ζωές άγγιξε», σημειώνεται.
Ο Baren αφήνει πίσω τους αγαπημένους του γονείς Martin Baren και Ann Kapp, τον αγαπημένο του αδελφό Logan Baren, τις αφοσιωμένες του θείες Judy (Jerry) Rothfeld και Debbie (Michael Green) Baren, και τις ξαδέρφες του Courtney Mcallister και Bari Spurgeon.
Ο Justin Baren δεν ήταν απλώς ένας μπασίστας σε ένα ροκ συγκρότημα. Ήταν ένας από εκείνους τους μουσικούς που κουβαλούσαν στην καρδιά τους τον απόηχο μιας άλλης εποχής, μεταφέροντας την ακατέργαστη ενέργεια των ’60s στη σκηνή των ’00s. Η είδηση του θανάτου του είναι μία σκληρή υπενθύμιση της ευθραυστότητας της ζωής, ειδικά στον κόσμο της μουσικής που συχνά καίει τις πιο λαμπρές του φλόγες πολύ γρήγορα. Η μουσική του, όμως, παραμένει – μία γλυκόπικρη υπενθύμιση ενός ταλέντου που έσβησε πολύ νωρίς.
