Ο Nick Cave περιγράφει σε ένα κείμενο – κατάθεση ψυχής την πρώτη του φορά σε συναυλία αρένας, αποθεώνει τους Radiohead και εξηγεί γιατί η ζωντανή μουσική είναι μία «κοσμική δύναμη που κρατά τον διάβολο μακριά».
Στον κόσμο της μουσικής, υπάρχουν κάποιες σπάνιες στιγμές όπου οι γίγαντες συναντιούνται, όχι για να ανταγωνιστούν, αλλά για να αναγνωρίσουν ο ένας το μεγαλείο του άλλου. Μια τέτοια στιγμή αποκάλυψε πρόσφατα ο Nick Cave, μέσα από το προσωπικό του blog, «The Red Hand Files», όπου απαντά σε ερωτήσεις θαυμαστών με μία σχεδόν εξομολογητική ειλικρίνεια.
Όταν ένας θαυμαστής από το Δουβλίνο τον ρώτησε αν του αρέσει να πηγαίνει σε συναυλίες άλλων καλλιτεχνών, η απάντησή του δεν ήταν απλώς καταφατική, αλλά μία βαθιά, φιλοσοφική κατάδυση στην ίδια την ουσία της ζωντανής μουσικής, με επίκεντρο μία πρόσφατη, σχεδόν μεταφυσική εμπειρία που είχε σε μία συναυλία των Radiohead στο Λονδίνο.
Ο Cave παραδέχτηκε ότι, όταν βρίσκεται σε περιοδεία, η ιδέα να παρακολουθήσει μία άλλη συναυλία είναι το τελευταίο πράγμα που επιθυμεί, νιώθοντας «ηχητικά και συναισθηματικά υπερφορτωμένος».
Ωστόσο, μετά από μία παύση μερικών μηνών, η ανάγκη να βιώσει τη ζωντανή μουσική από την πλευρά του κοινού επέστρεψε. Και έτσι, βρέθηκε να παρακολουθεί συναυλίες θρύλων όπως ο Bob Dylan και οι Swans, αλλά ήταν η εμφάνιση των Radiohead στην O2 Arena που τον συγκλόνισε.
«Καθόμουν ανάμεσα σε είκοσι χιλιάδες ανθρώπους», γράφει. «Παραδόξως, ήταν η πρώτη φορά που βρισκόμουν στο κοινό μιας τόσο μεγάλης συναυλίας και έμεινα έκπληκτος από το βάθος της αγάπης μέσα στον χώρο – άνθρωποι να χορεύουν, να ουρλιάζουν, να κλαίνε, να αγκαλιάζονται, να παραδίνονται. Με συνεπήρε η συνειδητοποίηση του πόσο ισχυρή είναι η ζωντανή μουσική».
Η ανάλυσή του, όμως, δεν σταμάτησε στην απλή παρατήρηση. Ο Nick Cave προχώρησε σε μία σχεδόν θεολογική προσέγγιση της εμπειρίας.
«Μπορούσα να νιώσω την ηθική της ποιότητα – πώς αυτή η μοναδική δύναμη έχει την ικανότητα να επανορθώνει τον κόσμο με την καλοσύνη της», αναφέρει.
«Ασχολούμαι με διάφορες πνευματικές δραστηριότητες – κολυμπάω σε μία λίμνη, πηγαίνω στην εκκλησία, περπατάω στη φύση, διαλογίζομαι – αλλά καμία δεν προσφέρει την υπερβατική ευκαιρία μιας ζωντανής συναυλίας. Είναι μία μορφή ανθρώπινης δραστηριότητας που ακτινοβολεί καλοσύνη, διαπερνώντας το πλήθος και εισχωρώντας στον κόσμο ως μία επανορθωτική, κοσμική δύναμη, βελτιώνοντας τα πράγματα, κρατώντας τον διάβολο μακριά», προσθέτει.
Για τον Cave, το κοινό των Radiohead δεν ανταποκρινόταν απλώς στην «εκπληκτική» μουσική, αλλά στο ίδιο το θάρρος των ερμηνευτών. Τους περιέγραψε ως «ένα συγκρότημα που επιδίδεται σε μία αξιοσημείωτη πράξη συνηθισμένου θάρρους, μία ξεχωριστά ανθρώπινη μορφή ηρωισμού – το θράσος να σταθείς μπροστά στον κόσμο και να διακηρύξεις: “Αυτό σκεφτόμαστε. Αυτό νιώθουμε. Αυτοί είμαστε”». Ήταν μία βαθιά και ταπεινή εμπειρία, όπως είπε, που τον άφησε συγκινημένο.
Η σύνδεση, ωστόσο, με τους Radiohead έχει γίνει πρόσφατα κάτι παραπάνω από φιλοσοφική. Ο μπασίστας του συγκροτήματος, Colin Greenwood, έχει ενταχθεί στις πρόσφατες περιοδείες των Nick Cave and the Bad Seeds, αντικαθιστώντας τον Martyn Casey.
Η συνεργασία τους επεκτάθηκε και στις σόλο περιοδείες του Nick Cave με τον Warren Ellis, αλλά και στο νέο άλμπουμ των Bad Seeds, «Wild God», όπου ο Colin Greenwood συνεισέφερε με το παίξιμό του.
Ο ίδιος ο Greenwood, μιλώντας στο NME, περιέγραψε την εμπειρία ως «καταπληκτική», λέγοντας: «Είναι διασκεδαστικό γιατί δεν είναι οι Radiohead. Υπάρχουν πολλά διαφορετικά χρώματα στη μουσική, οπότε περνάω φανταστικά».
Εξέφρασε, επίσης, τον θαυμασμό του για τον Cave, λέγοντας: «Είναι σπουδαίος αφηγητής και λατρεύω το πώς παίζει πιάνο. Όταν πήρα τις πρόχειρες ηχογραφήσεις του νέου άλμπουμ σπίτι και άκουσα τη φωνή του να γεμίζει το σαλόνι μου, σκέφτηκα: “Τι φωνή! Τα έχει όλα!”».
Σε μία εποχή που η μουσική συχνά καταναλώνεται αποστειρωμένα μέσα από ακουστικά, η κατάθεση ψυχής του Nick Cave έρχεται να μας υπενθυμίσει την ιερή, σχεδόν λυτρωτική δύναμη της συλλογικής συναυλιακής εμπειρίας.
Και τελικά, αυτό που μένει είναι η εικόνα ενός θρύλου που, για πρώτη φορά, στέκεται ανάμεσα στο πλήθος και ξαναθυμάται γιατί η μουσική, στην πιο αγνή της μορφή, μπορεί όντως να σώσει τον κόσμο. Ή τουλάχιστον, να κρατήσει τον διάβολο μακριά.
