Ο Βρετανός τραγουδοποιός Chris Rea έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 74 ετών, αφήνοντας πίσω του μία κληρονομιά 30 εκατομμυρίων πωλήσεων και εμβληματικά τραγούδια όπως το «The Road to Hell» και το «Driving Home for Christmas». Μια αναδρομή στη ζωή του «αουτσάιντερ» που αγάπησε την ταχύτητα και υπηρέτησε τη μουσική με σπάνια αυθεντικότητα.
Ο Chris Rea, ο σπουδαίος Βρετανός τραγουδοποιός που συνέδεσε τη χαρακτηριστική, βραχνή φωνή του με διαχρονικές επιτυχίες όπως το «Driving Home For Christmas», έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 74 ετών.
Σύμφωνα με επίσημη ανακοίνωση εκπροσώπου της οικογένειάς του, ο καλλιτέχνης άφησε την τελευταία του πνοή «ειρηνικά στο νοσοκομείο… κατόπιν σύντομης ασθένειας».
Η είδηση του θανάτου του βυθίζει στη θλίψη τον μουσικό κόσμο, κλείνοντας το κεφάλαιο ενός ανθρώπου που κατάφερε να παντρέψει την pop με την blues, τη soul και τη soft rock, δημιουργώντας ένα ιδιότυπο, μελαγχολικό αλλά και λυτρωτικό ηχητικό τοπίο μέσα από 25 στούντιο άλμπουμ.
Με πωλήσεις που ξεπερνούν τα 30 εκατομμύρια αντίτυπα παγκοσμίως, ο Rea άφησε ανεξίτηλο το στίγμα του με τραγούδια όπως το «The Road to Hell», το οποίο προέρχεται από το ομώνυμο άλμπουμ που κατέκτησε την κορυφή των βρετανικών charts, καθώς και με κομμάτια όπως το «On The Beach» και το «Josephine», τα οποία αγαπήθηκαν ιδιαίτερα και απέκτησαν μία δεύτερη ζωή μέσα από τη χορευτική σκηνή των Βαλεαρίδων.
Γεννημένος το 1951 στο Μίντλεσμπρο, γιος ενός Ιταλού πατέρα και μιας Ιρλανδής μητέρας, ο Chris Rea μεγάλωσε σε μία πολυμελή οικογένεια με έξι αδέλφια, βιώνοντας από νωρίς την αίσθηση του διαφορετικού.
«Το να είσαι Ιρλανδο-ιταλός σε ένα καφέ-μπαρ στο Μίντλεσμπρο – ξεκίνησα τη ζωή μου ως αουτσάιντερ», δήλωσε χαρακτηριστικά χρόνια αργότερα, περιγράφοντας το περιβάλλον που διαμόρφωσε την καλλιτεχνική του ταυτότητα.
Στα νεανικά του χρόνια, πειραματίστηκε με τη μουσική ενώ εργαζόταν σε χειρωνακτικές δουλειές, συμπεριλαμβανομένου του εργοστασίου παγωτού του πατέρα του, ενώ κάποια στιγμή σκέφτηκε σοβαρά να ακολουθήσει τη δημοσιογραφία. Τελικά, η μουσική κέρδισε.
Σε ηλικία 22 ετών εντάχθηκε στο συγκρότημα Magdalene, το οποίο προηγουμένως είχε στις τάξεις του τον David Coverdale – μετέπειτα θρύλο των Deep Purple και των Whitesnake. Αργότερα προσχώρησε σε ένα άλλο συγκρότημα, τους «Beautiful Losers», αλλά η μοίρα του ήταν σολιστική. Όταν του προσφέρθηκε δισκογραφικό συμβόλαιο, αποφάσισε να χαράξει τη δική του πορεία, κυκλοφορώντας το πρώτο single του, «So Much Love», το 1974.
Η πρώτη του μεγάλη επαφή με την επιτυχία ήρθε από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Στις ΗΠΑ, το τραγούδι του «Fool (If You Think It’s Over)» του 1978 έφτασε στο Νο 12 και του χάρισε μία υποψηφιότητα για βραβείο Grammy στην κατηγορία του Καλύτερου Νέου Καλλιτέχνη.
Ωστόσο, η συνέχεια δεν ήταν στρωμένη με ροδοπέταλα. Για αρκετά χρόνια δυσκολεύτηκε να επαναλάβει εκείνη την επιτυχία, παρομοιάζοντας τις μηχανορραφίες της μουσικής βιομηχανίας εκείνης της περιόδου με «έναν μεγάλο σωρό κοπριάς που κόχλαζε».
Όπως είχε εξομολογηθεί: «Δεν είχα κανέναν έλεγχο πάνω σε αυτό, δεν ήξερα τι να κάνω». Η καμπή ήρθε το 1985 με το άλμπουμ «Water Sign», το οποίο έγινε επιτυχία σε όλη την Ευρώπη και βοήθησε να αντιστραφεί το κλίμα. Τα τέλη της δεκαετίας του 1980 αποδείχθηκαν η πιο εμπορική του περίοδος. Αν και συχνά βρισκόταν εκτός των κυρίαρχων τάσεων της pop, το βρετανικό κοινό τον αγκάλιασε θερμά. Το «Dancing With Strangers» του 1987 εγκαινίασε ένα σερί έξι άλμπουμ που μπήκαν στο βρετανικό top 10, με δύο από αυτά να φτάνουν στο Νο 1.
Ιδιαίτερη μνεία αξίζει στη σχέση του με το «Driving Home for Christmas». Το τραγούδι, που συμπεριλήφθηκε στη συλλογή «New Light Through Old Windows» το 1988 (έχοντας αρχικά ηχογραφηθεί το 1986), δεν έκανε αίσθηση στην αρχική του κυκλοφορία.
Ωστόσο, αυτό το τρυφερό, συναισθηματικό κομμάτι για τη χαρά της επιστροφής και της συντροφικότητας, συνέχισε να αυξάνει τη δημοτικότητά του χρόνο με τον χρόνο, φτάνοντας τελικά στην υψηλότερη θέση του στα charts (Νο. 10) μόλις το 2021, αποδεικνύοντας τη διαχρονική του δύναμη.
Καθώς προχωρούσε η δεκαετία του 2000, η επιτυχία του στα charts άρχισε να φθίνει, κάτι που ωστόσο συνέπεσε με μία συνειδητή καλλιτεχνική στροφή. Ξεκινώντας με το «Dancing Down the Stony Road» το 2002, ο Rea απομακρύνθηκε από την pop και επέστρεψε στις ρίζες της Delta blues, του είδους που τον είχε εμπνεύσει εξαρχής.
Πέρα από τη μουσική, ο Chris Rea ήταν γνωστός για το πάθος του για τον μηχανοκίνητο αθλητισμό, ένα στοιχείο που συχνά διέπνεε και τη στιχουργική του, με τις αναφορές σε αυτοκίνητα και δρόμους να είναι συχνές. Ήταν λάτρης των αγώνων και οδήγησε μοντέλα της Ferrari και της Lotus, συμμετέχοντας μάλιστα στο βρετανικό πρωτάθλημα British Touring Car Championship το 1993.
Το πάθος του ήταν τέτοιο που για τη σεζόν της Formula 1 το 1995, εντάχθηκε στην ομάδα της Jordan ως μηχανικός στα pits. «Πραγματικά δεν ήθελα να κάνω το VIP πράγμα, οπότε ήμουν υπεύθυνος για το πίσω δεξί ελαστικό του Eddie Irvine», είχε δηλώσει με τη χαρακτηριστική του ταπεινότητα.
Στον πολιτικό στίβο, υπήρξε υποστηρικτής των Εργατικών και το 2017 έγραψε ένα τραγούδι που δεν κυκλοφόρησε ποτέ, υπέρ του Jeremy Corbyn, με τίτλο «What’s So Wrong With a Man Who Tells the Truth?».
Η ζωή του Chris Rea σημαδεύτηκε από σοβαρά προβλήματα υγείας, τα οποία αντιμετώπισε με σθένος. Το 2001 διαγνώστηκε με καρκίνο στο πάγκρεας και υποβλήθηκε σε αφαίρεση του οργάνου καθώς και τμημάτων του στομάχου και του λεπτού εντέρου, μία επέμβαση που τον κατέστησε διαβητικό.
Το 2016 υπέστη εγκεφαλικό επεισόδιο, μία εμπειρία που περιέγραψε ως «μία πολύ τρομακτική στιγμή».
«Μου μπήκε η ιδέα ότι η αντίληψή μου για τον τόνο είχε χαθεί με το εγκεφαλικό. Και χρειάστηκε πολλή πειθώ από τους ανθρώπους που έλεγαν ότι δεν υπάρχει τίποτα λάθος με αυτό που παίζεις», είχε εξομολογηθεί.
Ένα χρόνο αργότερα, το 2017, κατέρρευσε στη σκηνή κατά τη διάρκεια συναυλίας στην Οξφόρδη και μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο. Παρά τις δυσκολίες, η αφοσίωσή του στη μουσική παρέμεινε ακλόνητη.
Ο Chris Rea αφήνει πίσω του τη σύζυγό του, Joan, με την οποία ήταν ζευγάρι από τα 17 του χρόνια, και τις κόρες τους, Josephine και Julia, τα ονόματα των οποίων χάρισε σε δύο από τα πιο αγαπημένα του τραγούδια, σφραγίζοντας έτσι την αγάπη του για την οικογένεια μέσα στην τέχνη του.
