Ο Robert Plant εμφανίστηκε στο κατάμεστο Δημοτικό Θέατρο Λυκαβηττού μαζί με τους Saving Grace και τη Suzi Dian, σχεδόν δύο δεκαετίες μετά την προηγούμενη συναυλιακή παρουσία του στην Αθήνα. Με ένα setlist που ένωσε προσωπικά τραγούδια, folk και blues διασκευές και βαθιές επιλογές από τον κατάλογο των Led Zeppelin, παρουσίασε τη σημερινή μουσική του ταυτότητα: λιτή, ελεύθερη και προσηλωμένη στην ίδια την ουσία των τραγουδιών.
Ο Robert Plant επέστρεψε στην Αθήνα με μία συναυλία που απέφυγε την εύκολη αναδρομή και έδειξε πού βρίσκεται σήμερα. Στη σκηνή του Δημοτικού Θεάτρου Λυκαβηττού, δίπλα στους Saving Grace και τη Suzi Dian, ο τραγουδιστής αντιμετώπισε την τεράστια κληρονομιά του ως ζωντανό υλικό, ανοιχτό σε νέες ενορχηστρώσεις, διαφορετικούς ρυθμούς και πιο χαμηλόφωνες ερμηνείες.
Η επιλογή του χώρου αποδείχθηκε ιδανική. Το εμβληματικό θέατρο, η θέα της Αθήνας και η αίσθηση εγγύτητας ανάμεσα στη σκηνή και τις κερκίδες ταίριαξαν με τον σημερινό ήχο του Plant, που στηρίζεται περισσότερο στη μεταξύ των μουσικών επικοινωνία παρά στην ένταση και στη θεατρικότητα των μεγάλων rock παραγωγών.
Η εμφάνιση διήρκεσε περίπου μία ώρα και σαράντα λεπτά, ξεκινώντας στις 21:20 και ολοκληρώνοντας τον κύκλο της κοντά στις 23:00. Το πρόγραμμα περιλάμβανε δεκαπέντε τραγούδια, με υλικό από διαφορετικές περιόδους της πορείας του Plant, παραδοσιακές επιλογές και πέντε αναφορές στους Led Zeppelin.
Το άνοιγμα με το «Win My Train Fare Home (If I Ever Get Lucky)» έδωσε αμέσως τον τόνο. Πρόκειται για τραγούδι από την προσωπική διαδρομή του Plant, βαθιά δεμένο με την blues παράδοση, το οποίο λειτούργησε σαν είσοδος σε έναν κόσμο όπου οι παλιές αμερικανικές ρίζες συναντούν τη βρετανική folk ευαισθησία.
Ακολούθησε το «Down to the Sea», πριν το συγκρότημα περάσει στο «Higher Rock» της Martha Scanlan. Η συγκεκριμένη επιλογή συνδέεται άμεσα με το άλμπουμ «Saving Grace», όπου ο Plant και οι συνεργάτες του δουλεύουν πάνω σε τραγούδια άλλων καλλιτεχνών χωρίς να τα αντιμετωπίζουν ως πιστές αναπαραγωγές. Αλλάζουν την κίνηση, τις δυναμικές και το βάρος των φωνών, κρατώντας στο κέντρο τη μελωδία.
Το «Saving Grace» ηχογραφήθηκε με τη Suzi Dian, τον ντράμερ Oli Jefferson, τον κιθαρίστα Tony Kelsey, τον Matt Worley σε μπάντζο και έγχορδα και τον τσελίστα Barney Morse-Brown. Ο ίδιος ο Plant ανέλαβε την παραγωγή του άλμπουμ, το οποίο περιλαμβάνει δέκα τραγούδια και κινείται ανάμεσα στη folk, την blues, την country και την ψυχεδελική soul.
Η Suzi Dian έχει κομβικό ρόλο σε αυτή τη φάση. Η φωνή της λειτουργεί ως ισότιμος συνομιλητής της φωνής του Plant, δημιουργώντας αρμονίες που συχνά θυμίζουν παλιές folk ηχογραφήσεις, όπου δύο άνθρωποι μοιράζονται την ίδια ιστορία από διαφορετική πλευρά. Στον Λυκαβηττό, η καθαρή και αέρινη ερμηνεία της πρόσθεσε βάθος χωρίς να διεκδικεί εντυπωσιασμό.

Η πρώτη μεγάλη αντίδραση του κοινού ήρθε με το «Ramble On». Η γνωστή μπασογραμμή και η μελωδία παρέμεναν αναγνωρίσιμες, όμως η ενορχήστρωση μετακίνησε το τραγούδι μακριά από τον ηλεκτρικό όγκο των Led Zeppelin. Ο Plant δεν προσπάθησε να αναπαράγει τη φωνή του νεότερου εαυτού του. Δούλεψε πάνω στη φραστική, στις παύσεις και στον διάλογο με τη Dian, δίνοντας στο τραγούδι μία πιο γήινη μορφή.
Στο ίδιο πνεύμα ακούστηκε το «Four Sticks», μία από τις λιγότερο προφανείς επιλογές από το «Led Zeppelin IV». Ο σύνθετος ρυθμός του βρήκε φυσική θέση δίπλα στα ακουστικά όργανα των Saving Grace, αποδεικνύοντας πόσο έντονα υπήρχαν folk και ανατολικές επιρροές στη μουσική των Led Zeppelin ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1970.
Ανάμεσα στα δύο τραγούδια παρεμβλήθηκε το gospel «There Ain’t No Grave Gonna Hold My Body Down» του Brother Claude Ely. Η μετάβαση από τους Led Zeppelin σε ένα παλιό θρησκευτικό τραγούδι εξηγεί σε μεγάλο βαθμό τη λογική του setlist: ο Plant αναζητά τις πηγές, τις συγγένειες και τα νήματα που ενώνουν διαφορετικές εποχές της μουσικής.
Το «Orphan Girl» της Gillian Welch συνέχισε αυτή τη διαδρομή, ενώ το «Let the Four Winds Blow» επέστρεψε στην περίοδο των Strange Sensation. Από εκεί προέρχεται και η σχέση του Plant με έναν πιο ανοιχτό, πολυρυθμικό ήχο, ο οποίος είχε ήδη αρχίσει να απομακρύνεται από τις αναμενόμενες φόρμες της κλασικής rock.

Στο «Calling to You», από το άλμπουμ «Fate of Nations», η φωνή του βρέθηκε ξανά στο επίκεντρο. Το τραγούδι παραμένει μία από τις πιο δυνατές γέφυρες ανάμεσα στην προσωπική του πορεία και στον ήχο που είχε αναπτύξει με τους Led Zeppelin, με την ατμόσφαιρα να χτίζεται σταδιακά αντί να βασίζεται σε ένα άμεσο ρεφρέν.
Το παραδοσιακό «As I Roved Out» και το «For the Turnstiles» του Neil Young έδειξαν ακόμη καθαρότερα την κατεύθυνση των Saving Grace. Το συγκρότημα προσεγγίζει τη μουσική σαν μία μεγάλη κοινή βιβλιοθήκη, μέσα στην οποία ένα ιρλανδικό παραδοσιακό τραγούδι μπορεί να σταθεί δίπλα σε μία σύνθεση του Neil Young και σε μία σελίδα από την ιστορία των Led Zeppelin.
Το βασικό μέρος ολοκληρώθηκε με το «Friends», ακόμη μία επιλογή από τον λιγότερο προβεβλημένο κατάλογο των Led Zeppelin. Στο encore, το «Gallows Pole» ενώθηκε με το «Black Dog», πριν ακουστεί το «Everybody’s Song» των Low, τραγούδι που αποτέλεσε και την πρώτη παρουσίαση του άλμπουμ «Saving Grace».
Το φινάλε ανήκε στο «Rock and Roll», με μία σύντομη εισαγωγή του «Happy Birthday» για τη μικρή Mimi Plant. Ήταν η πιο άμεση στιγμή σύνδεσης με τη συλλογική μνήμη του κοινού και συγχρόνως η κατάληξη μιας βραδιάς που είχε ήδη εξηγήσει γιατί ο Plant εξακολουθεί να ενδιαφέρει πέρα από τη θέση του στην ιστορία.
Η συναυλία του Λυκαβηττού έδειξε έναν καλλιτέχνη που συνεχίζει να ψάχνει μέσα στα τραγούδια, να αλλάζει τη μορφή τους και να ακούει τους ανθρώπους γύρω του. Η διάρκεια μιας μεγάλης πορείας μετριέται και από την ικανότητα να επιστρέφεις στο παρελθόν χωρίς να εγκλωβίζεσαι σε αυτό. Ο Robert Plant βρήκε αυτή την ισορροπία μέσα από τη ζεστασιά των Saving Grace, τη φωνή της Suzi Dian και ένα setlist που αντιμετώπισε κάθε εποχή της μουσικής του με την ίδια περιέργεια.
