Η Jennifer Finch, μπασίστρια, τραγουδίστρια και τραγουδοποιός των L7, πέθανε σε ηλικία 59 ετών έπειτα από μάχη με επιθετική μορφή καρκίνου στον εγκέφαλο. Η είδηση ανακοινώθηκε από το ίδιο το συγκρότημα, λίγες εβδομάδες αφότου είχε γίνει γνωστό ότι η μουσικός δεν θα μπορούσε να συμμετάσχει στην αποχαιρετιστήρια περιοδεία του λόγω της κατάστασης της υγείας της.
Η Jennifer Finch, μία από τις πιο αναγνωρίσιμες μορφές της αμερικανικής alternative rock σκηνής και βασικό μέλος των L7, πέθανε έπειτα από πολύμηνη μάχη με επιθετική μορφή καρκίνου στον εγκέφαλο σε ηλικία 59 ετών.
Την είδηση επιβεβαίωσαν οι L7 με ανάρτησή τους στο Instagram, εκφράζοντας τη βαθιά τους θλίψη για την απώλεια της μουσικού που συνδέθηκε όσο λίγοι με την ιστορία του συγκροτήματος.
«Με πολύ βαριά καρδιά ανακοινώνουμε ότι η αγαπημένη μας συνοδοιπόρος στο συγκρότημα, φίλη και συνένοχη σε κάθε σκανταλιά, Jennifer Finch, έφυγε σήμερα από τη ζωή», ανέφεραν.
«Έδωσε μία μακρά και γενναία μάχη με τον καρκίνο στον εγκέφαλο και ήταν αγαπητή σε πολλούς υπέροχους φίλους, συναδέλφους μουσικούς και θαυμαστές σε όλο τον κόσμο. Jennifer, σε αγαπάμε», συνέχισε.
Το συγκρότημα δημοσίευσε και δεύτερη δήλωση μέσω του εκπροσώπου του, αποτυπώνοντας τον ρόλο που είχε η Finch στη διαμόρφωση της ταυτότητας των L7.
«Είμαστε συντετριμμένες από την απώλεια της αγαπημένης μας συνοδοιπόρου, αδελφής και φίλης Jennifer Finch, της οποίας το μαχητικό πνεύμα, το χιούμορ και η ανεξάντλητη δημιουργικότητα συνέβαλαν καθοριστικά στη διαμόρφωση των L7 και άλλαξαν για πάντα τη ζωή όλων μας», ανέφερε το συγκρότημα.
«Η Jennifer ήταν μία πραγματικά μοναδική προσωπικότητα που έζησε με τους δικούς της όρους και η επιρροή της στη μουσική, στην τέχνη και σε όλους όσοι είχαν την τύχη να τη γνωρίσουν δεν μπορεί να μετρηθεί. Την αγαπάμε περισσότερο απ’ όσο μπορούν να περιγράψουν οι λέξεις και θα την έχουμε πάντα μαζί μας. Αναπαύσου με δύναμη, αγαπημένη μας φίλη», πρόσθεσαν.
Στην ίδια ανακοίνωση, οι L7 ευχαρίστησαν επίσης όσους στάθηκαν δίπλα στη Finch και στους ανθρώπους που τη φρόντιζαν κατά τη διάρκεια της ασθένειάς της, σημειώνοντας ότι η αγάπη και η στήριξη που δέχθηκαν «σήμαιναν περισσότερα απ’ όσα μπορούν να εκφράσουν οι λέξεις».
Η διάγνωση είχε γίνει γνωστή νωρίτερα μέσα στον μήνα. Αρχικά οι γιατροί εκτιμούσαν ότι η ασθένεια θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί με ακτινοθεραπεία, όμως στη συνέχεια προέκυψαν σοβαρές επιπλοκές που οδήγησαν τη μουσικό σε πολλαπλές χειρουργικές επεμβάσεις.
Οι επεμβάσεις είχαν ως αποτέλεσμα σημαντικούς σωματικούς περιορισμούς, ενώ χρειάστηκε εκτεταμένη ιατρική φροντίδα, αποκατάσταση και επαγγελματική υποστήριξη στο σπίτι.
Δεν ήταν η πρώτη φορά που ερχόταν αντιμέτωπη με τον καρκίνο. Το 2011 είχε διαγνωστεί και με καρκίνο του θυρεοειδούς.
Η κατάσταση της υγείας της την ανάγκασε να αποχωρήσει από το αμερικανικό σκέλος της αποχαιρετιστήριας περιοδείας «Last Hurrah Tour». Η περιοδεία είχε σχεδιαστεί όταν η Finch βρισκόταν ακόμη σε καλή κατάσταση και, σύμφωνα με το συγκρότημα, η ίδια είχε ζητήσει από τις υπόλοιπες μουσικούς να συνεχίσουν κανονικά χωρίς εκείνη.
Οι L7 δημιουργήθηκαν στο Λος Άντζελες το 1985 και η Jennifer Finch εντάχθηκε στο συγκρότημα δύο χρόνια αργότερα, το 1987. Η παρουσία της αποδείχθηκε καθοριστική για την εξέλιξη του συγκροτήματος σε μία περίοδο όπου η alternative rock αποκτούσε ολοένα μεγαλύτερη απήχηση.
Το ομώνυμο πρώτο άλμπουμ των L7 κυκλοφόρησε το 1988, ενώ στις αρχές της δεκαετίας του 1990 το συγκρότημα έγινε ένα από τα πιο χαρακτηριστικά ονόματα της αμερικανικής σκηνής, συνδυάζοντας punk, metal, grunge και alternative rock στοιχεία με έντονο πολιτικό σχόλιο και σαρκαστικό χιούμορ.
Η Finch αποτέλεσε βασικό μέλος της κλασικής σύνθεσης των L7 μαζί με τις Donita Sparks, Suzi Gardner και Dee Plakas. Το χαρακτηριστικό παίξιμό της στο μπάσο, άμεσο, μελωδικό και γεμάτο ένταση, έδωσε ιδιαίτερο βάρος στον κιθαριστικό ήχο του συγκροτήματος.
Η περίοδος της μεγαλύτερης εμπορικής και καλλιτεχνικής αναγνώρισης των L7 συνδέθηκε με τραγούδια όπως τα «Pretend We’re Dead», «Shove», «Andres» και «Fuel My Fire». Ξεχωριστή θέση στη δισκογραφία τους κατέχει και το άλμπουμ «Bricks Are Heavy» του 1992, σε παραγωγή του Butch Vig, το οποίο θεωρείται μέχρι σήμερα ένα από τα σημαντικότερα της εποχής για τον χαρακτηριστικό συνδυασμό βαριών κιθαριστικών ήχων και δυναμικών ρεφρέν.
Σε αφιέρωμα του Rolling Stone το 2017, η Jennifer Finch είχε περιγραφεί ως «μια απείθαρχη και αυτοδίδακτη μπασίστρια που έδωσε αμέσως νέα ενέργεια στις συναυλίες των L7».
Η μουσικός παρέμεινε στο συγκρότημα μέχρι το 1996, όταν αποχώρησε σε ηλικία 30 ετών. Όπως είχε εξηγήσει αργότερα, η απόφαση συνδέθηκε τόσο με την προσπάθειά της να παραμείνει νηφάλια όσο και με τη διαχείριση της απώλειας του πατέρα της.
«Όταν είσαι νεότερος, υπάρχει τεράστια πίεση πάνω σε καθετί», είχε δηλώσει. «Ξέρω ότι λύγισα κάτω από αυτή τη συγκεκριμένη πίεση, επειδή δεν μπορούσα να είμαι όλα όσα ένιωθα ότι περίμεναν από εμένα.»
Μετά την αποχώρησή της συνέχισε να δραστηριοποιείται δημιουργικά. Συμμετείχε στα συγκροτήματα OtherStarPeople και Shocker, ίδρυσε τη δική της δισκογραφική εταιρεία Little Pusher Records και ανέπτυξε έντονη παρουσία ως φωτογράφος.
Παράλληλα εργάστηκε ως συγγραφέας και εικαστικός, χτίζοντας μία πολυδιάστατη καλλιτεχνική πορεία που εξελίχθηκε πέρα από τη μουσική σκηνή.
Το 2015 επέστρεψε στις L7, συμμετέχοντας στην επανένωση του συγκροτήματος. Τέσσερα χρόνια αργότερα έπαιξε στο άλμπουμ «Scatter the Rats», σηματοδοτώντας την πρώτη δισκογραφική παρουσία των L7 με νέο υλικό έπειτα από πολλά χρόνια.
Τους τελευταίους μήνες φίλοι και συγγενείς είχαν δημιουργήσει καμπάνια μέσω της πλατφόρμας GoFundMe, με στόχο να καλυφθούν τα έξοδα της θεραπείας και της αποκατάστασής της. Μέρος της οικονομικής ενίσχυσης προοριζόταν επίσης για τη δημιουργία ενός αρχείου με το καλλιτεχνικό της έργο, καθώς και για την ολοκλήρωση ενός σημαντικού δημιουργικού εγχειρήματος που είχε προγραμματιστεί να παρουσιαστεί την επόμενη χρονιά.
Η απώλεια της Jennifer Finch σηματοδοτεί το τέλος μιας πορείας που άφησε έντονο αποτύπωμα σε πολλές διαφορετικές εκφράσεις της τέχνης.
Για τις L7 υπήρξε βασικός πυλώνας του ήχου και της ταυτότητάς τους. Για τη rock σκηνή του Λος Άντζελες αποτέλεσε μία από τις πιο αυθεντικές φωνές της γενιάς της. Και για όσους συνεργάστηκαν μαζί της ή παρακολούθησαν την πορεία της, η κληρονομιά της συνεχίζει να ζει μέσα από τα τραγούδια, τις φωτογραφίες, τις εικόνες και το ανεξάρτητο πνεύμα που τη συνόδευε σε κάθε δημιουργική της επιλογή.
