Οι δικηγόροι της Selena Gomez ζητούν την απόσυρσή της από την αγωγή επενδυτών κατά της Wondermind, υποστηρίζοντας ότι δεν είχε συμμετοχή στη διοίκηση ή στην άντληση κεφαλαίων της εταιρείας.
Η Selena Gomez απαντά στις κατηγορίες που τη συνδέουν με υπόθεση απάτης στην πλατφόρμα ψυχικής υγείας Wondermind και ζητά να απομακρυνθεί από τη σχετική αγωγή, χαρακτηρίζοντας τους ισχυρισμούς εναντίον της «παράλογους» και νομικά αβάσιμους.
Οι δικηγόροι της τραγουδίστριας και ηθοποιού κατέθεσαν την Τετάρτη 26 Αυγούστου αίτημα για την απόρριψη της αγωγής ως προς τη Gomez. Η κίνηση έρχεται περίπου δύο εβδομάδες μετά την προσφυγή πέντε επενδυτών, οι οποίοι υποστηρίζουν ότι παραπλανήθηκαν και επένδυσαν συνολικά περίπου 1,2 εκατομμύρια δολάρια στη Wondermind, την εταιρεία που ίδρυσε η Gomez μαζί με τη μητέρα της, Mandy Teefey, και την Daniella Pierson.
Η υπόθεση αφορά την οικονομική κατάσταση και τη λειτουργία της εταιρείας, αλλά η νομική ομάδα της Gomez επιμένει ότι η ίδια δεν είχε τον ρόλο που της αποδίδουν οι ενάγοντες. Ο Mathew Rosengart, γνωστός από τη νομική εκπροσώπηση της Britney Spears στην περιβόητη υπόθεση της δικαστικής κηδεμονίας της, ηγείται της ομάδας των δικηγόρων της.
«Η ιδέα ότι η κυρία Gomez εμπλέκεται σε οποιαδήποτε μορφή “απάτης” είναι παράλογη. Δεν θα έπρεπε ποτέ να έχει συμπεριληφθεί σε αυτή την υπόθεση και, με σεβασμό, υποστηρίζουμε ότι πρέπει να απομακρυνθεί από τη δίκη», αναφέρεται στην αίτηση απόρριψης.
Σύμφωνα με την αγωγή, οι επενδυτές Brent Saunders, Marc Roberts, EJ Solimine, Andrew Resnick και Mark Peikin υποστηρίζουν ότι η Teefey και η Pierson παρουσίασαν μία παραπλανητική εικόνα σχετικά με τη δομή, τη διοίκηση και τα οικονομικά της Wondermind.
Ένας από τους ισχυρισμούς είναι ότι οι επενδυτές οδηγήθηκαν να πιστεύουν πως η Selena Gomez θα είχε ουσιαστική συμμετοχή ως επικεφαλής του μάρκετινγκ της εταιρείας. Η πλευρά της Gomez υποστηρίζει, αντίθετα, ότι η ίδια προσπαθούσε να κρατήσει ενεργά αποστάσεις από τη λειτουργία της Wondermind.
Οι δικηγόροι της θεωρούν ότι ο συγκεκριμένος ισχυρισμός υπονομεύει από μόνος του την προσπάθεια να θεωρηθεί υπεύθυνη για απάτη. Όπως αναφέρουν, η Gomez δεν συμμετείχε στην άντληση χρημάτων από επενδυτές ούτε στη διοίκηση της εταιρείας και, επομένως, δεν θα μπορούσε να έχει διαπράξει την απάτη που της αποδίδεται.
Οι επενδυτές επιχειρούν, σύμφωνα με την αίτηση, να αντιμετωπίσουν αυτό το πρόβλημα υποστηρίζοντας ότι η Gomez είχε πρόσβαση στα οικονομικά στοιχεία της Wondermind και άρα θα μπορούσε να γνωρίζει τι συνέβαινε.
Η νομική της ομάδα απορρίπτει και αυτό το επιχείρημα. «Το γεγονός και μόνο ότι η κυρία Gomez — η οποία κυριολεκτικά είναι μία από τις πιο πολυάσχολες γυναίκες στον κόσμο — μπορεί να είχε τη δυνατότητα να ζητήσει πληροφορίες λόγω της ιδιότητάς της ως συνιδρύτριας και συμβούλου δεν αρκεί», αναφέρεται στην αίτηση.
Οι δικηγόροι συνεχίζουν: «Η απουσία έστω και μίας καταγγελίας ότι η κυρία Gomez είπε ποτέ οτιδήποτε σχετικά με την επιχειρησιακή κατάσταση ή την οικονομική κατάσταση της Wondermind, καθώς και η απουσία οποιουδήποτε ισχυρισμού ότι γνώριζε τις επικοινωνίες των άλλων εναγομένων με τους ενάγοντες, επιβάλλουν την απόρριψη των κατηγοριών απάτης εναντίον της».
Ο Rosengart υποστήριξε σε δήλωσή του ότι η αγωγή δεν περιέχει ουσιαστική βάση εναντίον της Gomez. «Οι κατηγορίες εναντίον της είναι εντελώς αβάσιμες, αν όχι επιπόλαιες», είπε.
Παράλληλα, άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο η πλευρά της Gomez να προχωρήσει και σε άλλες νομικές ενέργειες. «Εκτός από την κατάθεση της αίτησής μας, εξετάζουμε και άλλους τρόπους δικαστικής προστασίας για την κυρία Gomez, συμπεριλαμβανομένων κυρώσεων εις βάρος των εναγόντων για την αδικαιολόγητη συμπερίληψή της στην υπόθεση», πρόσθεσε.
Οι δικηγόροι των επενδυτών δεν είχαν σχολιάσει δημόσια την αίτηση της Gomez μέχρι τη δημοσίευση των σχετικών ρεπορτάζ.
Η Wondermind ιδρύθηκε το 2021 με στόχο να δημιουργήσει μία σειρά από υπηρεσίες και μέσα γύρω από την ψυχική υγεία, μεταξύ των οποίων ψηφιακό περιοδικό, εφαρμογή για κινητά και podcast. Η εταιρεία είχε παρουσιαστεί ως μία πλατφόρμα που θα προσπαθούσε να κάνει τις συζητήσεις γύρω από την ψυχική υγεία πιο προσιτές στο κοινό.
Η πορεία της, όμως, βρέθηκε υπό έντονη αμφισβήτηση την περασμένη χρονιά, όταν το The Cut δημοσίευσε εκτενές ρεπορτάζ για την οικονομική κατάσταση της Wondermind. Το δημοσίευμα περιέγραφε μία εταιρεία που αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα και συνέδεε μέρος της κρίσης με καταγγελίες για τη συμπεριφορά της Mandy Teefey.
Η Teefey είχε αρνηθεί τότε τις κατηγορίες για κακοδιαχείριση και επέμενε ότι η Wondermind παρέμενε βιώσιμη.
«Ξεκίνησα τη Wondermind επειδή ήθελα να βοηθήσω ανθρώπους με ψυχικές ασθένειες. Είναι λυπηρό το γεγονός ότι μερικοί δυσαρεστημένοι πρώην εργαζόμενοι που έχουν προσωπικούς λόγους να με βλάψουν μπορούν να διαδίδουν ψέματα για μένα και να διαστρεβλώνουν την αλήθεια», είχε δηλώσει.
Η ίδια είχε προσθέσει: «Είναι ακόμη πιο απογοητευτικό το γεγονός ότι τα μέσα ενημέρωσης είναι πρόθυμα να ενισχύσουν τα ψέματά τους».
Στη σημερινή αγωγή, οι επενδυτές υποστηρίζουν ότι είχαν οδηγηθεί να περιμένουν μία σειρά από φιλόδοξες εξελίξεις για τη Wondermind. Μεταξύ άλλων, αναφέρουν ότι πίστευαν πως θα δημιουργούνταν μία πρωτοποριακή εφαρμογή, θα εξασφαλίζονταν διαφημιστικές συμφωνίες και θα είχαν ήδη προχωρήσει συνεργασίες για αφιερώματα με γνωστά πρόσωπα.
Οι ίδιοι ισχυρίζονται ότι η εταιρεία κατέρρεε σταδιακά ενώ εκείνοι δεν ενημερώνονταν επαρκώς για την πραγματική κατάσταση.
Σύμφωνα με την αίτηση των δικηγόρων της Gomez, ωστόσο, ακόμη και η ίδια η αγωγή αναγνωρίζει ότι η τραγουδίστρια «δεν επικοινωνούσε με τους ενάγοντες, δεν συμμετείχε στις προσφορές τίτλων της Wondermind και δεν βρισκόταν σε θέση να ελέγξει τις πράξεις και τις επικοινωνίες της εταιρείας».
Η νομική ομάδα της διευκρινίζει ότι η Gomez είχε συμφωνήσει να στηρίξει τη μητέρα της και είχε επενδύσει στη Wondermind, διατηρώντας μειοψηφικό ποσοστό. Αυτό, όμως, όπως υποστηρίζει, δεν σημαίνει ότι ανέλαβε τη διοίκηση της επιχείρησης.
Στην απάντηση, αναφέρεται ότι η Gomez «συμφώνησε να στηρίξει τη μητέρα της, Mandy Teefey», αλλά «ποτέ δεν συμφώνησε να αναλάβει τη διαχείριση και δεν διαχειρίστηκε» τη Wondermind.
Η λειτουργία της εταιρείας, σύμφωνα με την ίδια πλευρά, είχε ανατεθεί στην Teefey και την Pierson, οι οποίες ήταν συνδιευθύνουσες σύμβουλοι και μέλη του διοικητικού συμβουλίου. Η Wondermind είχε προσλάβει τη Gomez ως σύμβουλο και της είχε αποδώσει τον τίτλο της επικεφαλής κοινωνικού αντίκτυπου.
Έτσι, η νομική μάχη που βρίσκεται πλέον ενώπιον του δικαστηρίου δεν αφορά μόνο την οικονομική πορεία της Wondermind, αλλά και το ποιος είχε πραγματικά την ευθύνη για τις αποφάσεις της εταιρείας και την επικοινωνία με τους επενδυτές. Η Selena Gomez επιχειρεί να ξεκαθαρίσει ότι η συμμετοχή της ως συνιδρύτριας και μειοψηφικής επενδύτριας δεν ισοδυναμεί με διοικητικό έλεγχο. Μέχρι να αποφανθεί το δικαστήριο επί του αιτήματός της, η υπόθεση παραμένει ανοιχτή και οι καταγγελίες των επενδυτών δεν έχουν κριθεί οριστικά.
