Η Olivia Rodrigo στηρίζει δημόσια το θύμα και επιτίθεται στη διοίκηση του ιδρύματος, την ώρα που η υπόθεση παίρνει εκ νέου τον δρόμο της δικαιοσύνης.
Η Olivia Rodrigo πήρε ξεκάθαρη θέση απέναντι σε ένα από τα μεγαλύτερα σκάνδαλα που συγκλονίζουν την αμερικανική πανεπιστημιακή κοινότητα. Η 23χρονη τραγουδίστρια άσκησε δριμεία κριτική στους επικεφαλής του Πανεπιστημίου Cornell, καταγγέλλοντας τον τρόπο με τον οποίο διαχειρίστηκαν τις καταγγελίες για τον ομαδικό βιασμό μιας φοιτήτριας από μέλη αδελφότητας το 2024.
Μέσα από τις ιστορίες του λογαριασμού της στο Instagram, η καλλιτέχνιδα εξέφρασε την έντονη αγανάκτησή της για τη στάση του πανεπιστημιακού ιδρύματος.
«Ντροπή στο Cornell και σε κάθε ίδρυμα που προστατεύει τους βιαστές και τους κακοποιητές αντί για τις γυναίκες», έγραψε χαρακτηριστικά.
Στη συνέχεια, η τραγουδίστρια υπογράμμισε την αμέριστη συμπαράστασή της στη γυναίκα που αποφάσισε να κινηθεί νομικά.
«Στέκομαι στο πλευρό της Jane Doe. Το θάρρος της αντηχεί σε ολόκληρη τη χώρα και τα εγκλήματα εναντίον της δεν θα μείνουν ατιμώρητα», ανέφερε στη δήλωσή της.
«Όσα έζησε έχουν σημασία, όπως και η αποτυχία όσων θα μπορούσαν να είχαν παρέμβει αλλά επέλεξαν να μην το κάνουν. Της αξίζουν απαντήσεις, συνέπειες και ουσιαστική αλλαγή», συμπλήρωσε η Rodrigo.
Η τοποθέτηση της τραγουδίστριας εντάσσεται σε ένα ευρύτερο κύμα διαμαρτυρίας από τον καλλιτεχνικό κόσμο. Προσωπικότητες όπως η Florence Pugh, ο Josh Gad, η Rebel Wilson και η Mariska Hargitay έχουν επίσης εκφράσει δημόσια την οργή τους, ζητώντας δικαιοσύνη για το θύμα.
Η υπόθεση εκτυλίχθηκε στις 19 Οκτωβρίου 2024 και επανήλθε στο προσκήνιο τον Σεπτέμβριο του 2026, όταν η πρώην φοιτήτρια κατέθεσε αγωγή σε δικαστήριο της Νέας Υόρκης υπό το ψευδώνυμο «Jane Doe». Στο κείμενο της αγωγής αναφέρεται ότι η γυναίκα βρισκόταν υπό βαριά επήρεια αλκοόλ, ναρκώθηκε και έπεσε θύμα ομαδικού βιασμού από επτά άνδρες μέσα στο οίκημα της αδελφότητας Chi Phi.
Η αγωγή στρέφεται κατά των επτά φοιτητών, οι οποίοι ανήκαν τότε στο παράρτημα της αδελφότητας και χαρακτηρίζονται πλέον ως «Cornell Seven».
Στη δικογραφία περιλαμβάνονται άκρως επιβαρυντικά ψηφιακά στοιχεία, ανάμεσά τους και συνομιλίες στην εφαρμογή Snapchat όπου οι εμπλεκόμενοι καυχιόνταν για την επίθεση, ενώ οι ίδιοι και οι δικηγόροι τους αρνούνται οποιαδήποτε παραβατική συμπεριφορά.
Παράλληλα, η αγωγή εγκαλεί το Πανεπιστήμιο Cornell για θεσμική προδοσία και αμέλεια. Το θύμα υποστηρίζει ότι οι αρχές του ιδρύματος απέτυχαν να την προστατεύσουν και δεν χειρίστηκαν σωστά την αναφορά της, όταν λίγες εβδομάδες μετά την επίθεση απευθύνθηκε στην πανεπιστημιακή αστυνομία και σε αρμόδιους αξιωματούχους.
Παρότι το ίδρυμα απέβαλε το τοπικό παράρτημα της αδελφότητας Chi Phi από το κάμπους και επέβαλε ορισμένα πειθαρχικά μέτρα, μεταξύ των οποίων και αποβολές φοιτητών, κανένα από τα εμπλεκόμενα πρόσωπα δεν βρέθηκε τότε αντιμέτωπο με ποινικές κατηγορίες.
Τα ρεπορτάζ της φοιτητικής εφημερίδας The Cornell Daily Sun και της εφημερίδας The New York Times έφεραν την υπόθεση στο επίκεντρο του δημόσιου ενδιαφέροντος. Υπό το βάρος των έντονων αντιδράσεων για την αρχική απουσία διώξεων, ο εισαγγελέας της κομητείας Tompkins, Matthew Van Houten, ανακοίνωσε ότι ανοίγει ξανά την ποινική έρευνα προκειμένου να παρουσιάσει τα αποδεικτικά στοιχεία σε σώμα ενόρκων.
Η υπόθεση προκάλεσε άμεση παρέμβαση των πολιτειακών αρχών. Η κυβερνήτης της Νέας Υόρκης Kathy Hochul ζήτησε ανεξάρτητο έλεγχο των χειρισμών της διοίκησης του Cornell, ενώ η γενική εισαγγελέας Letitia James ορίστηκε ειδική εισαγγελέας για τη διαλεύκανση των καταγγελιών.
Απέναντι στις πιέσεις, ο πρόεδρος του πανεπιστημίου, Michael I. Kotlikoff, έσπασε την αρχική του σιωπή και δημοσιοποίησε βιντεοσκοπημένο μήνυμα, χαρακτηρίζοντας τις καταγγελίες «βαθιά ανησυχητικές».
Το ίδρυμα συμφώνησε να αναθέσει σε εξωτερική δικηγορική εταιρεία τη διεξαγωγή ανεξάρτητης έρευνας για τις ενέργειες των πανεπιστημιακών αρχών και της αστυνομίας του κάμπους το 2024. Επιπλέον, ο Kotlikoff προανήγγειλε συνολική επανεξέταση της λειτουργίας των αδελφοτήτων στο ίδρυμα, εστιάζοντας στην κουλτούρα των πάρτι, την ασφάλεια των φοιτητών και την ανάληψη ευθυνών.
Το σκάνδαλο συνδέθηκε άμεσα με τις εντάσεις που προϋπήρχαν στο κάμπους γύρω από την ελευθερία της έκφρασης. Την ίδια περίοδο του 2024 που συνέβη η επίθεση, η διοίκηση είχε επιβάλει αυστηρές κυρώσεις σε φοιτητές που διαδήλωναν εναντίον εταιρειών στρατιωτικού εξοπλισμού, εφαρμόζοντας περιορισμούς που απαγόρευαν τις φωνές, την ανάρτηση αφισών και τις μη εγκεκριμένες κινητοποιήσεις.
Η αντίθεση στους χειρισμούς των δύο υποθέσεων προκάλεσε έντονες αντιδράσεις στους χώρους του πανεπιστημίου, με συνθήματα σε τοίχους και πεζοδρόμια να γράφουν: «Οι διαδηλωτές τιμωρούνται με αποβολή, οι βιαστές μένουν ελεύθεροι».
Η εξέλιξη της υπόθεσης επανέφερε στο προσκήνιο τη συζήτηση για τον τρόπο με τον οποίο τα αμερικανικά ακαδημαϊκά ιδρύματα αντιμετωπίζουν τη σεξουαλική βία στην εποχή μετά το #MeToo.
Η τοποθέτηση της Olivia Rodrigo ενίσχυσε σημαντικά την πίεση προς ένα ίδρυμα που καλείται πλέον να απολογηθεί για τις παραλείψεις του. Καθώς η υπόθεση οδηγείται ενώπιον των ενόρκων, το αίτημα για ουσιαστική λογοδοσία και προστασία των θυμάτων αποκτά νέα δυναμική.
