Ο ιταλικός κολοσσός οπτικών EssilorLuxottica κατηγορείται από τη Warner Music ότι χρησιμοποίησε εκατοντάδες τραγούδια κορυφαίων καλλιτεχνών σε διαφημίσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης χωρίς να πληρώσει δικαιώματα.
Η σύγκρουση ανάμεσα στις δισκογραφικές εταιρείες και τους εμπορικούς κολοσσούς για τη χρήση μουσικής στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μόλις έφτασε σε νέο σημείο έντασης. Η Warner Music Group κατέθεσε αγωγή κατά της EssilorLuxottica, της εταιρείας πίσω από εμπορικά σήματα όπως η Ray-Ban, διεκδικώντας αποζημίωση που αγγίζει τα 64 εκατομμύρια δολάρια.
Σύμφωνα με το νομικό έγγραφο που κατατέθηκε την Παρασκευή 9 Οκτωβρίου και περιήλθε στην κατοχή του Billboard, ο ιταλικός όμιλος κατηγορείται για παραβίαση 427 πνευματικών δικαιωμάτων που ανήκουν στη WMG. Η εταιρεία διεκδικεί τη μέγιστη προβλεπόμενη νόμιμη αποζημίωση των 150.000 δολαρίων για κάθε έργο, υποστηρίζοντας ότι η παράνομη χρήση ήταν συστηματική.
Η EssilorLuxottica, στην οποία ανήκουν επίσης γνωστά σήματα όπως η Oakley και η αλυσίδα καταστημάτων Sunglass Hut, κατηγορείται ότι χρησιμοποιούσε παράνομα μουσικά κομμάτια σε διαφημίσεις. Το προωθητικό αυτό υλικό απευθυνόταν σε περισσότερους από 36 εκατομμύρια ακολούθους σε πλατφόρμες όπως το Facebook, το Instagram, το TikTok και το YouTube.
Η λίστα των τραγουδιών που χρησιμοποιήθηκαν περιλαμβάνει μερικές από τις πιο αναγνωρίσιμες στιγμές της σύγχρονης δισκογραφίας. Ανάμεσά τους βρίσκονται ηχογραφήσεις που κυκλοφόρησαν από τις δισκογραφικές εταιρείες της Warner Music Group, όπως το «Apple» της Charli xcx και το «Don’t Start Now» της Dua Lipa.
Παράλληλα, η αγωγή εστιάζει και σε συνθέσεις τα δικαιώματα των οποίων διαχειρίζεται ο εκδοτικός βραχίονας Warner Chappell. Στη δικογραφία περιλαμβάνονται κομμάτια όπως το «0 to 100/The Catch Up» του Drake, το «Where Have You Been» της Rihanna, το «You Belong with Me» της Taylor Swift και το «Sicko Mode» του Travis Scott.
Σύμφωνα με το κείμενο της αγωγής, οι διαφημιστικές αυτές καμπάνιες αποδείχθηκαν εξαιρετικά αποδοτικές, αποφέροντας δισεκατομμύρια δολάρια σε έσοδα από πωλήσεις γυαλιών. Η Warner Music Group υποστηρίζει ότι ο ιταλικός όμιλος καρπώθηκε αυτά τα οφέλη αποκλείοντας εντελώς τους νόμιμους δικαιούχους των τραγουδιών.
«Οι εναγόμενοι χρησιμοποίησαν τα προστατευόμενα έργα των εναγόντων για να χτίσουν το προφίλ των εμπορικών τους σημάτων και να αυξήσουν τις πωλήσεις τους, χωρίς να καταβάλουν καμία αποζημίωση», αναφέρεται χαρακτηριστικά στη νομική καταγγελία.
«Συμπεριλαμβάνοντας αυτά τα έργα στα βίντεό τους χωρίς συγκατάθεση, στέρησαν από τους καλλιτέχνες και τους τραγουδοποιούς τη δυνατότητα να ελέγχουν πού και πώς χρησιμοποιείται η τέχνη τους», συμπληρώνει το κείμενο της αγωγής.
Η υπόθεση φέρνει στην επιφάνεια μια θεμελιώδη διάκριση στον τρόπο διαχείρισης της μουσικής στο σύγχρονο ψηφιακό τοπίο. Ενώ πλατφόρμες όπως το Instagram και το TikTok διαθέτουν γενικές άδειες που επιτρέπουν στους απλούς χρήστες να συνοδεύουν τα βίντεό τους με γνωστά τραγούδια, το καθεστώς διαφοροποιείται ριζικά για τους εταιρικούς λογαριασμούς.
Για οποιαδήποτε εμπορική προώθηση προϊόντων, οι εταιρείες υποχρεούνται να εξασφαλίζουν ειδικές άδειες συγχρονισμού, καταβάλλοντας το αντίστοιχο αντίτιμο όπως ακριβώς συμβαίνει σε μια παραδοσιακή τηλεοπτική διαφήμιση. Οι διαφημιστές συχνά παρακάμπτουν αυτόν τον κανόνα, εκλαμβάνοντας λανθασμένα τις βιβλιοθήκες των εφαρμογών ως ελεύθερες προς εμπορική χρήση.
Τα τελευταία χρόνια, οι μεγάλες εταιρείες μουσικής έχουν εξαπολύσει συντονισμένη νομική εκστρατεία για την αντιμετώπιση τέτοιων πρακτικών. Στο παρελθόν, αντίστοιχες αγωγές έχουν κατατεθεί εναντίον γνωστών εμπορικών ονομάτων όπως η Marriott, η Chili’s, η Crumbl και η Designer Shoe Warehouse.
Στη συντριπτική τους πλειονότητα, οι υποθέσεις αυτού του είδους δεν φτάνουν μέχρι το ακροατήριο, αλλά καταλήγουν σε οικονομικούς εξωδικαστικούς συμβιβασμούς. Το ζήτημα ωστόσο παραμένει ουσιαστικό, καθώς η μουσική βιομηχανία επιχειρεί να θέσει αυστηρά όρια στον τρόπο που οι εμπορικοί όμιλοι αξιοποιούν τη δουλειά των δημιουργών για δικό τους όφελος.
Με τη δικαστική μάχη των 64 εκατομμυρίων δολαρίων να ξεκινά, η Warner Music στέλνει ένα ξεκάθαρο μήνυμα σε ολόκληρη την αγορά σχετικά με το κόστος της αυθαίρετης χρήσης πνευματικών δικαιωμάτων. Καθώς τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αποτελούν πλέον το βασικό κανάλι εμπορικής προβολής, τα όρια ανάμεσα στην ψηφιακή διαφήμιση και τη νόμιμη αδειοδότηση γίνονται πιο αυστηρά από ποτέ.
