Ο παραγωγός του «Confessions On A Dance Floor» επέστρεψε στο στούντιο με τη Madonna για ένα άλμπουμ που συνδέει τη house μουσική με την απώλεια, την αποδοχή και την ευαλωτότητα. Από το ντουέτο με την κόρη της Lola μέχρι τα τραγούδια για τον αδελφό της, το «Confessions II» αποκαλύπτει μια διαφορετική πλευρά της βασίλισσας της pop.
Η Madonna επέστρεψε στο στούντιο με τον Stuart Price έχοντας μεγάλες φιλοδοξίες για το «Confessions II», τη συνέχεια του «Confessions On A Dance Floor» του 2005. Η συνεργασία τους έφερε ξανά στο προσκήνιο τον ήχο που καθόρισε μία από τις σημαντικότερες περιόδους της δισκογραφίας της, αυτή τη φορά με τραγούδια που συνδυάζουν την αδιάκοπη κίνηση της πίστας με προσωπικές εξομολογήσεις για την οικογένεια, την απώλεια και τη συναισθηματική αποδοχή.
Ο Price, ο παραγωγός που συνέβαλε καθοριστικά στο αρχικό «Confessions On A Dance Floor», μίλησε αναλυτικά για τη δημιουργία του νέου άλμπουμ στο podcast «Rolling Stone Music Now». Κατά τη διάρκεια της συζήτησης περιέγραψε την επανασύνδεσή του με τη Madonna, αλλά και τις συνθήκες πίσω από τραγούδια όπως τα «The Test», «Fragile», «Betrayal» και «I Feel So Free».
Το «Confessions II» περιλαμβάνει επίσης το «Bring Your Love», στο οποίο συμμετέχει η Sabrina Carpenter, καθώς και το «Danceteria», ένα τραγούδι που ανατρέχει στη μουσική και την ατμόσφαιρα της δεκαετίας του ’80. Η Madonna συνδυάζει έτσι τις αναφορές στις μουσικές επιρροές της με μια πιο άμεση προσέγγιση σε όσα τη σημάδεψαν προσωπικά.
Η δουλειά της αυτή συνέβαλε και στη βράβευσή της ως Καλλιτέχνιδας της Χρονιάς στα φετινά MTV Video Music Awards. Εκεί, η Madonna άνοιξε την τελετή με μια εμφάνιση γεμάτη καλεσμένους, στην πρώτη παρουσία της στη συγκεκριμένη διοργάνωση έπειτα από 23 χρόνια.
Η επανασύνδεση με τον Stuart Price ξεκίνησε με ένα τραγούδι
Η επιστροφή της Madonna και του Price στο στούντιο δεν βασίστηκε σε ένα αυστηρό σχέδιο αναβίωσης της επιτυχίας του 2005. Αντίθετα, η διαδικασία της δημιουργίας ξεκίνησε σχεδόν αυθόρμητα, με τους δύο συνεργάτες να αποφασίζουν να περάσουν μία εβδομάδα μαζί στο στούντιο του παραγωγού στο Λονδίνο και να δουν πού θα τους οδηγούσε η μουσική.
Από την πρώτη κιόλας ημέρα έγραψαν το «Good for the Soul», ένα τραγούδι που, σύμφωνα με τον Price, έδωσε τον τόνο για όσα ακολούθησαν.
«Προέκυψε ως ένα απλό τραγούδι για το πόσο όμορφη είναι η αίσθηση της αφής, για το πόσο όμορφη είναι η σύνδεση με έναν άλλον άνθρωπο και για το πόσο ωραίο είναι να αφήνεσαι», εξήγησε ο παραγωγός.
Η συγκεκριμένη προσέγγιση άνοιξε έναν νέο κύκλο τραγουδοποιίας, με μεγαλύτερη έμφαση στην ψυχοσύνθεση της Madonna και στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται τη ζωή σήμερα. Για τον Price, η καλλιτεχνική δύναμή της βρίσκεται συχνά στην αφοπλιστική ειλικρίνεια με την οποία εκφράζεται.
«Νιώθω πραγματικά ότι η πιο δυνατή τέχνη της γεννιέται όταν μιλά για τη ζωή με απόλυτη ευθύτητα», ανέφερε.
Η ιδέα να ονομαστεί το άλμπουμ «Confessions II» προέκυψε επίσης φυσικά. Όπως εξήγησε ο Price, η συνεργασία τους είχε αποκτήσει έναν δικό της κώδικα επικοινωνίας, ο οποίος δεν απαιτούσε πολλές συζητήσεις ή αναλυτικό σχεδιασμό πριν από κάθε ηχογράφηση. Οι δύο τους μπορούσαν να ανταλλάσσουν ιδέες, να πειραματίζονται και να προχωρούν γρήγορα, επειδή γνώριζαν ήδη τον τρόπο με τον οποίο σκέφτεται μουσικά ο καθένας.
Παρά τη σύνδεση με το παρελθόν, η Madonna δεν ήθελε να περιοριστεί στην αναπαραγωγή ενός γνώριμου ήχου. Ο Price ξεκαθάρισε ότι το νέο άλμπουμ κοιτάζει προς τα εμπρός και δεν επιχειρεί απλώς να επαναλάβει όσα πέτυχαν μαζί πριν από δύο δεκαετίες.
«Αν το πρώτο “Confessions” αφορούσε την ελευθερία μέσα από τον χορό, το “Confessions II” αφορά περισσότερο την αντιπαράθεση με τον εαυτό μας και την αποδοχή», είπε.
Η εξομολόγηση, πρόσθεσε, δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως κάτι που συνδέεται απαραίτητα με την ντροπή. Αντίθετα, γίνεται μια πράξη δύναμης, καθώς απαιτεί θάρρος να μοιραστείς τις πιο ευάλωτες πλευρές σου.
Πώς οι house μουσικές αναφορές οδήγησαν στο «I Feel So Free»
Η σύνδεση του «Confessions II» με τη house μουσική γεννήθηκε εν μέρει από τις συλλογές τραγουδιών που ετοίμαζε ο Price για τη Madonna κατά τη διάρκεια της περιοδείας Celebration Tour. Οι συλλογές αυτές προορίζονταν είτε για τα πάρτι της είτε για τις προπονήσεις της, όμως σταδιακά έγιναν πηγή ιδεών για τη νέα δισκογραφική δουλειά.
Ο παραγωγός είχε συμπεριλάβει μουσική από καλλιτέχνες και παραγωγούς που διαμόρφωσαν την ιστορία της house, όπως οι Kevin Saunderson, DJ Pierre, Frankie Knuckles και Mr. Fingers.
Καθοριστική για το «I Feel So Free» αποδείχθηκε μια συλλογή που περιείχε το «French Kiss» του Lil Louis. Η Madonna είχε ακούσει το τραγούδι στο σπίτι της και, όταν συναντήθηκε με τον Price στη Νέα Υόρκη, του μίλησε για τα φωνητικά του που της είχαν τραβήξει την προσοχή.
Ο Price είχε ήδη δουλέψει στο Λονδίνο πάνω σε ένα κομμάτι με υπνωτιστική ατμόσφαιρα. Όταν ένωσαν τις δύο μουσικές ιδέες στη Νέα Υόρκη, η Madonna ζήτησε να ανοίξουν το μικρόφωνο και να αρχίσει να ηχογραφεί.
Η διαδικασία αυτή αποτυπώνει τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζει τη μουσική: συγκεντρώνει ήχους, εικόνες και συναισθήματα που την ελκύουν και αναζητά τη μεταξύ τους σύνδεση μέσα στο στούντιο.
Από εκεί προέκυψαν και οι ιδέες που διατρέχουν το «I Feel So Free», με τη Madonna να εξερευνά την αίσθηση ασφάλειας που μπορεί να προσφέρει η συλλογική εμπειρία της πίστας. Ο χορός γίνεται ένας χώρος όπου οι άνθρωποι αφήνουν για λίγο πίσω τους όσα τους βαραίνουν και βρίσκουν μια κοινή αίσθηση ελευθερίας.
Το «Betrayal» και το «Fragile» γεννήθηκαν μέσα από την απώλεια
Πίσω από την κινητική ενέργεια του «Confessions II» υπάρχουν τραγούδια που προέκυψαν από ιδιαίτερα δύσκολες στιγμές στη ζωή της Madonna. Δύο από αυτά, τα «Betrayal» και «Fragile», συνδέονται με την απώλεια ανθρώπων από το οικογενειακό της περιβάλλον.
Η αφετηρία του «Betrayal» ήταν ένα μουσικό έργο του Erik Satie, το οποίο είχε εξεταστεί για μια στιγμή του Celebration Tour με τη Mercy, την κόρη της Madonna, στο πιάνο. Η ιδέα τελικά δεν χρησιμοποιήθηκε στην παράσταση, όμως η μουσική του Satie παρέμεινε στη σκέψη του Price.
Αργότερα, ο παραγωγός επεξεργάστηκε το μουσικό θέμα, αλλάζοντας τη δομή του και αναπτύσσοντάς το σε μια νέα κατεύθυνση. Η διαδικασία τού θύμισε τον τρόπο με τον οποίο είχαν δουλέψει και στο «Hung Up», όπου η χρήση ενός υπάρχοντος μουσικού αποσπάσματος δεν αποτελούσε το τέλος της διαδικασίας της δημιουργίας, αλλά την αρχή για κάτι καινούργιο.
Την ίδια περίοδο, η Madonna βίωνε μια προσωπική απώλεια και μετέφερε αυτή την εμπειρία στους στίχους του «Betrayal». Για τον Price, η ικανότητά της να αντλεί υλικό από πολύ συγκεκριμένα βιώματα και να το μετατρέπει σε κάτι με το οποίο μπορεί να ταυτιστεί ένα ευρύτερο κοινό αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα χαρίσματά της.
Το «Fragile» γράφτηκε σε μια εβδομάδα κατά την οποία η κατάσταση της υγείας του αδελφού της, Christopher Ciccone, είχε επιδεινωθεί. Η Madonna και ο Price δούλευαν πάνω στο τραγούδι όταν τα νέα για την υγεία του έγιναν χειρότερα, με αποτέλεσμα η προσωπική της πραγματικότητα να επηρεάσει άμεσα τη στιχουργική κατεύθυνση.
Αρχικά, το τραγούδι είχε μια πιο εσωτερική προσέγγιση, με τους στίχους να στρέφονται προς τον ίδιο τον εαυτό. Όσα συνέβαιναν εκείνη την εβδομάδα, ωστόσο, έδωσαν στο «Fragile» ένα διαφορετικό συναισθηματικό βάρος.
Ο Price μίλησε και για τη σημασία της συνέπειας στη διαδικασία της δημιουργίας, ακόμη και όταν η προσωπική ζωή γίνεται δύσκολη. Η απόφαση να εμφανιστείς στο στούντιο μια ημέρα που δεν έχεις τη διάθεση να δουλέψεις μπορεί τελικά να αποδειχθεί καθοριστική, καθώς ακριβώς εκείνες οι στιγμές ενδέχεται να οδηγήσουν σε μια πιο ειλικρινή καλλιτεχνική έκφραση.
Η μουσική, σε αυτή την περίπτωση, δεν λειτουργεί ως τρόπος απομάκρυνσης από την πραγματικότητα. Γίνεται ένας χώρος όπου η απώλεια μπορεί να βρει έκφραση, χωρίς να χάνει την προσωπική της σημασία.
Το «The Test» φέρνει τη Madonna και τη Lola πιο κοντά
Ανάμεσα στις πιο συναισθηματικές στιγμές του άλμπουμ βρίσκεται το «The Test», το ντουέτο της Madonna με την κόρη της, Lola. Η ιδέα ξεκίνησε όταν η Lola πρότεινε στη μητέρα της να ηχογραφήσουν ένα τραγούδι μαζί.
Οι δύο τους αντιμετώπισαν τη συνεργασία όχι απλώς ως μια ευκαιρία να μοιραστούν ένα τραγούδι, αλλά ως μια δυνατότητα να έρθουν πιο κοντά μέσα από μια ειλικρινή συζήτηση. Η καθεμία προετοίμασε τους δικούς της στίχους, όμως η ουσιαστική στιγμή ήρθε όταν άνοιξαν τα μικρόφωνα και άρχισαν να ηχογραφούν.
Ο Price θυμάται τη διαδικασία ως μία από τις πιο συγκινητικές εμπειρίες που έζησε κατά τη δημιουργία του άλμπουμ. Ως πατέρας ο ίδιος, ένιωσε ιδιαίτερα έντονα τη δύναμη του δεσμού ανάμεσα σε μια μητέρα και την κόρη της, παρακολουθώντας από κοντά την επικοινωνία τους μέσα από τη μουσική.
«Ήταν μία από τις πιο όμορφες στιγμές που έχω δει», ανέφερε, παραδεχόμενος ότι εξακολουθεί να συγκινείται όταν σκέφτεται την ηχογράφηση.
Παράλληλα, ο παραγωγός στάθηκε στην καλλιτεχνική προσωπικότητα της Lola, χαρακτηρίζοντάς την εξαιρετική καλλιτέχνιδα με τη δική της ξεχωριστή ταυτότητα. Το «The Test» αποκτά έτσι ιδιαίτερη θέση στο «Confessions II», καθώς απομακρύνεται από την καθαρά χορευτική πλευρά του άλμπουμ και εστιάζει στην ανθρώπινη σύνδεση.
Οι εμφανίσεις της Madonna απαιτούν προετοιμασία επιπέδου περιοδείας
Η δουλειά για το «Confessions II» δεν περιορίστηκε στο στούντιο. Ο Price αναφέρθηκε και στην προετοιμασία των ζωντανών εμφανίσεων της Madonna, αποκαλύπτοντας ότι η παρουσία της στα φετινά MTV Video Music Awards απαιτούσε δουλειά αντίστοιχη με εκείνη μιας μεγάλης περιοδείας, προσαρμοσμένη όμως σε ένα ιδιαίτερα περιορισμένο χρονοδιάγραμμα δύο εβδομάδων.
Ο ίδιος επαίνεσε τη στάση του MTV, το οποίο, όπως είπε, επέτρεψε στη Madonna να αναπτύξει ελεύθερα τις ιδέες της χωρίς να θέσει περιορισμούς.
Πριν από τα βραβεία, η Madonna είχε δώσει και τη δωρεάν συναυλία για το Pride στην Times Square τον Ιούνιο. Η σκηνή είχε σχεδιαστεί σαν ένα μικρό πολύτιμο κουτί, τοποθετημένο ψηλά πάνω από την πλατεία και κλεισμένο με βαριές μεταλλικές πόρτες που θύμιζαν θησαυροφυλάκιο και έφεραν οθόνες LED.
Για τον Price, το άνοιγμα αυτών των θυρών συμβόλιζε τη νέα μουσική που ξεχύνεται στους δρόμους της Νέας Υόρκης, μιας πόλης που κατέχει ξεχωριστή θέση στη ζωή και στην προσωπική ιστορία της Madonna.
Οκτώ τραγούδια έμειναν εκτός άλμπουμ
Η δημιουργική περίοδος του «Confessions II» απέδωσε περισσότερα τραγούδια από όσα τελικά συμπεριλήφθηκαν στην τελική έκδοση. Σύμφωνα με τον Price, η Madonna ηχογράφησε περίπου οκτώ επιπλέον τραγούδια που δεν βρήκαν θέση στο άλμπουμ.
Το ενδεχόμενο να κυκλοφορήσουν στο μέλλον παραμένει ανοιχτό. Ο παραγωγός απέφυγε να δώσει συγκεκριμένες υποσχέσεις, σημειώνοντας ότι τα καλά τραγούδια δεν χάνονται και μπορούν να βρουν τον δρόμο τους προς το κοινό την κατάλληλη στιγμή.
Η απάντησή του αφήνει περιθώρια για νέες κυκλοφορίες, χωρίς να επιβεβαιώνει κάποιο συγκεκριμένο σχέδιο. Παράλληλα, συνδέεται με την ιδέα ότι το «Confessions» αποτελεί για τη Madonna και τον Price μια δημιουργική περίοδο που μπορεί να συνεχιστεί και να εξελίσσεται μέσα από διαφορετικές μορφές μουσικής και ζωντανών εμφανίσεων.
Με το «Confessions II», η Madonna επιστρέφει σε έναν ήχο που γνωρίζει όσο λίγοι καλλιτέχνες, χωρίς να αφήνει τη νοσταλγία να καθορίσει το αποτέλεσμα. Η house μουσική, η ενέργεια της πίστας και η άμεση σχέση της με το κοινό συνυπάρχουν με τραγούδια που αγγίζουν την οικογένεια, το πένθος και την ανάγκη για αποδοχή.
Και, όπως δείχνουν οι ιστορίες του Stuart Price, αυτή η ισορροπία ανάμεσα στον χορό και την προσωπική εξομολόγηση ήταν εξαρχής η καρδιά της νέας τους συνεργασίας.
