Στις 19 Οκτωβρίου 1976, ο Paul McCartney και οι Wings έριξαν την αυλαία της περιοδείας «Wings Over the World» με μια εμφάνιση στο Wembley Arena του Λονδίνου, επιβεβαιώνοντας πως το συγκρότημα είχε πλέον εξελιχθεί σε μια ισχυρή συναυλιακή δύναμη. Πέντε τραγούδια των Beatles, μια σειρά από μεγάλες επιτυχίες και μια διαδρομή γεμάτη ανατροπές σφράγισαν το σημαντικότερο ίσως ζωντανό κεφάλαιο της καριέρας του McCartney μετά τη διάλυση του θρυλικού συγκροτήματος.
Πενήντα χρόνια πριν, στις 19 Οκτωβρίου 1976, ο Paul McCartney ανέβαινε στη σκηνή του Wembley Arena, τότε γνωστού ως Empire Pool, για μία από τις συναυλίες που θα έμεναν στην ιστορία της πορείας του μετά τους Beatles.
Μαζί με τους Wings, ολοκλήρωνε έναν μουσικό μαραθώνιο που είχε διαρκέσει περισσότερο από έναν χρόνο, με εμφανίσεις στην Ευρώπη, την Αυστραλία και τη Βόρεια Αμερική. Εκείνο το βράδυ, το συγκρότημα δεν παρουσίαζε απλώς τα τραγούδια του. Αποδείκνυε πως είχε καταφέρει να ξεπεράσει τις αμφιβολίες των πρώτων χρόνων και να αποκτήσει τη δική του, ξεχωριστή ταυτότητα στη σκηνή.
Η αποθέωση του Λονδίνου, ωστόσο, δεν ήταν δεδομένη. Μόλις τέσσερα χρόνια νωρίτερα, οι Wings βρίσκονταν ακόμη στα πρώτα, αβέβαια βήματά τους, προσπαθώντας να πείσουν το κοινό ότι ο McCartney μπορούσε να προχωρήσει χωρίς τους Beatles και να δημιουργήσει κάτι εξίσου συναρπαστικό.
Η αντίθεση ανάμεσα στις δύο περιόδους ήταν εντυπωσιακή. Από τις εμφανίσεις που προκαλούσαν αμηχανία και αυστηρή κριτική, ο McCartney είχε φτάσει σε μια συναυλιακή κορύφωση που αναζωπύρωσε τον ενθουσιασμό για τις μουσικές του δυνατότητες. Και το Wembley έγινε το σκηνικό της δικαίωσης μιας επίμονης προσπάθειας.
Από τις αμήχανες αρχές στην καταξίωση
Για να κατανοήσει κανείς τη σημασία εκείνης της βραδιάς, πρέπει να επιστρέψει στο 1972. Οι Wings είχαν μόλις αρχίσει να εμφανίζονται ζωντανά και ο McCartney επιχειρούσε να ξαναβρεί τη θέση του μπροστά σε ένα κοινό που εξακολουθούσε να τον συνδέει άρρηκτα με τους Beatles.
Τότε, οι περιοδείες του συγκροτήματος είχαν διαφορετικό χαρακτήρα. Οι εμφανίσεις πραγματοποιούνταν σε μικρότερους χώρους, λειτουργώντας περισσότερο ως δοκιμή για το νέο υλικό και ως μια πρώτη προσπάθεια επανασύνδεσης του McCartney με το ζωντανό κοινό, έξι χρόνια μετά την τελευταία περιοδεία των Beatles το 1966.
Μία από εκείνες τις συναυλίες, στην πλαγιά ενός λόφου στην Ολιούλ της Γαλλίας, τον Ιούλιο του 1972, άφησε ιδιαίτερα αρνητικές εντυπώσεις στον δημοσιογράφο Robin Denselow της εφημερίδας The Guardian. Η κριτική του ήταν αμείλικτη, περιγράφοντας την εμφάνιση ως μία από τις πιο απογοητευτικές και σχεδόν ντροπιαστικές συναυλίες που είχε παρακολουθήσει. Επέκρινε τη νευρικότητα της Linda McCartney, αλλά και τον συνολικό ήχο του συγκροτήματος, τον οποίο χαρακτήρισε άτονο και ασυντόνιστο.
Οι χαρακτηρισμοί ήταν σκληροί, αλλά αντανακλούσαν την αβεβαιότητα που περιέβαλλε τότε τους Wings. Το συγκρότημα δεν είχε ακόμη αποκτήσει τη συναυλιακή συνοχή που θα το χαρακτήριζε αργότερα, ενώ μεγάλο μέρος του προγράμματός του βασιζόταν στο «Wild Life» του 1971, ένα άλμπουμ που δεν είχε καταφέρει να ενθουσιάσει κοινό και κριτικούς. Επιπλέον, ο McCartney απέφευγε να συμπεριλάβει έστω και ένα τραγούδι των Beatles στις εμφανίσεις του, επιδιώκοντας να αποδείξει ότι οι Wings μπορούσαν να σταθούν αυτόνομα.
Η αλλαγή ήρθε σταδιακά. Το «Band on the Run» του 1973 έδωσε στο συγκρότημα την εμπορική και καλλιτεχνική ώθηση που χρειαζόταν, ενώ το «Venus and Mars» του 1975 ενίσχυσε ακόμη περισσότερο τη δυναμική του. Τραγούδια όπως τα «Jet», «Let Me Roll It», «Band on the Run», «Listen to What the Man Said» και «Venus and Mars/Rock Show» προσέφεραν πλέον στους Wings έναν κατάλογο επιτυχιών ικανό να στηρίξει μια μεγάλη περιοδεία.
Στο συναυλιακό πρόγραμμα προστέθηκε και το «Live and Let Die», το τραγούδι που είχε γράψει ο McCartney για την ομώνυμη ταινία του James Bond το 1973, με τη θεατρικότητα και τις εκρηκτικές εναλλαγές του να το καθιστούν ιδανικό για μεγάλες σκηνές. Στη διάρκεια της περιοδείας κυκλοφόρησε, επίσης, το «Wings at the Speed of Sound», από το οποίο ξεχώρισαν τα «Silly Love Songs» και «Let ‘Em In».
Η επιτυχία αυτών των κυκλοφοριών άλλαξε τη στάση του McCartney. Δεν χρειαζόταν πλέον να αποφεύγει το παρελθόν του. Μπορούσε να αναγνωρίσει ανοιχτά την κληρονομιά των Beatles, εντάσσοντας επιλεγμένα τραγούδια τους σε ένα πρόγραμμα που παρουσίαζε ταυτόχρονα την εξέλιξή του μετά τη διάλυση του συγκροτήματος.
Μια βραδιά που ξαναζωντάνεψε τον μύθο των Beatles
Όταν ο Robin Denselow παρακολούθησε τους Wings στο Empire Pool στις 19 Οκτωβρίου 1976, η εντύπωσή του ήταν εντελώς διαφορετική από εκείνη που είχε σχηματίσει τέσσερα χρόνια νωρίτερα.
Στην κριτική του για τον The Guardian, περιέγραψε μια συναυλία που διήρκεσε περισσότερο από δύο ώρες, χαρακτηρίζοντάς την μία από τις πιο χαρούμενες, συναρπαστικές και λαμπρές rock εμφανίσεις που είχε δει το Λονδίνο τα προηγούμενα χρόνια. Επαινούσε την εκτέλεση των τραγουδιών, τον φωτισμό και τον ήχο, σημειώνοντας πως η εμπειρία αναζωπύρωσε τον παλιό ενθουσιασμό του για τον McCartney ως έναν από τους πραγματικά χαρισματικούς δημιουργούς της rock.
Η μεταμόρφωση δεν είχε συμβεί από τη μια μέρα στην άλλη. Είχαν προηγηθεί 62 συναυλίες μέσα σε 13 μήνες, στη διάρκεια των οποίων οι Wings είχαν εξελιχθεί σε ένα συγκρότημα με συνοχή, αυτοπεποίθηση και σαφή συναυλιακή ταυτότητα.
Για το κοινό, όμως, υπήρχε και μια πρόσθετη συναισθηματική διάσταση. Από το 1966, οι ευκαιρίες να δει κανείς ένα μέλος των Beatles να ερμηνεύει ζωντανά ήταν περιορισμένες. Η περιοδεία του George Harrison στη Βόρεια Αμερική το 1974 είχε απογοητεύσει αρκετούς θαυμαστές, αφήνοντας ακόμη πιο έντονη την ανάγκη για μια συναυλιακή εμπειρία που θα αναδείκνυε ξανά τη μουσική κληρονομιά του συγκροτήματος.
Οι Wings άνοιξαν τη βραδιά με μια σειρά από πρόσφατες επιτυχίες: «Venus and Mars/Rock Show», «Jet» και «Let Me Roll It». Ακούστηκαν επίσης το «Maybe I’m Amazed» και το «Call Me Back Again» από το «Venus and Mars», προτού ο McCartney απευθυνθεί στο κοινό με έναν υπαινιγμό για όσα επρόκειτο να ακολουθήσουν.
«Αυτό πηγαίνει λίγο πιο πίσω», είπε. «Είναι για όσους είναι πάνω από δεκατεσσάρων ετών».
Αμέσως μετά, άρχισε να παίζει το «Lady Madonna».
Η αντίδραση του κοινού ήταν εκρηκτική. Για πολλούς από τους παρευρισκόμενους, εκείνη ήταν η πρώτη φορά που είχαν την ευκαιρία να ακούσουν ζωντανά ένα τραγούδι των Beatles από ένα από τα ίδια τα μέλη του συγκροτήματος. Τραγούδια όπως αυτό είχαν δημιουργηθεί σε μια εποχή κατά την οποία οι Beatles είχαν ήδη εγκαταλείψει τις περιοδείες, με αποτέλεσμα να μην έχουν ποτέ αποκτήσει την αντίστοιχη συναυλιακή ιστορία.
Πριν προλάβει να καταλαγιάσει ο ενθουσιασμός, ο McCartney πέρασε στο «The Long and Winding Road». Το τραγούδι είχε ιδιαίτερη σημασία για τον ίδιο, καθώς η αρχική ηχογράφηση είχε εμπλουτιστεί από τον Phil Spector με έγχορδα, πνευστά και χορωδία, χωρίς τη συγκατάθεση του McCartney. Στο Wembley, οι Wings παρουσίασαν μια πιο λιτή εκδοχή, κοντά στην προσέγγιση που ο ίδιος είχε αρχικά οραματιστεί και η οποία θα κυκλοφορούσε αργότερα, το 2003, στο άλμπουμ «Let It Be… Naked».
Η ατμόσφαιρα παρέμεινε ηλεκτρισμένη. Ο Denny Laine ανέλαβε τα φωνητικά στο «Richard Cory» των Simon & Garfunkel, προτού ο McCartney επιστρέψει με το «Bluebird». Ακολούθησε ένα ακουστικό τρίπτυχο τραγουδιών των Beatles: «I’ve Just Seen a Face», «Blackbird» και «Yesterday».
Το τελευταίο ήταν ήδη σταθερό μέρος του προγράμματος της περιοδείας, αλλά η αντίδραση του κοινού παρέμενε εντυπωσιακή. Η νοσταλγία για τη δεκαετία του 1960, σε συνδυασμό με την ευκαιρία να ακουστούν αυτά τα τραγούδια ζωντανά από τον δημιουργό τους, έδωσε στη συναυλία μια συναισθηματική διάσταση που ξεπερνούσε τα όρια μιας συνηθισμένης rock εμφάνισης.
Ο McCartney, ωστόσο, δεν επέτρεψε στη νοσταλγία να κυριαρχήσει σε ολόκληρη τη βραδιά. Τα πέντε τραγούδια των Beatles ήταν το όριο που είχε θέσει. Το υπόλοιπο πρόγραμμα παρέμεινε προσανατολισμένο στους Wings, με μια σύντομη αναφορά στο παρελθόν του Laine στους Moody Blues, μέσα από το «Go Now».
Η συναυλία ολοκληρώθηκε με τρία από τα πιο δυναμικά κομμάτια του συγκροτήματος: «Band on the Run», «Hi, Hi, Hi» και «Soily».
Η επιτυχία που δεν εγγυήθηκε τη συνέχεια
Οι κριτικές που ακολούθησαν επιβεβαίωσαν ότι οι Wings είχαν φτάσει σε ένα νέο επίπεδο. Η εφημερίδα Evening Standard, κάτω από τον χαρακτηριστικό τίτλο «Οι Wings κατακτούν το Wembley», επαινούσε την ακρίβεια των εκτελέσεων, τη συμβολή του τετραμελούς τμήματος πνευστών και την ικανότητα του συγκροτήματος να διατηρεί τη φρεσκάδα και τον αυθορμητισμό του, παρά την προσεκτικά οργανωμένη δομή των τραγουδιών.
Ήταν ακριβώς το είδος της αναγνώρισης που ο McCartney επιθυμούσε όταν δημιούργησε τους Wings. Είχε καταφέρει να απομακρυνθεί από τη σκιά των Beatles, όχι αρνούμενος το παρελθόν του, αλλά δημιουργώντας ένα νέο μουσικό κεφάλαιο που μπορούσε να σταθεί δίπλα του.
Η συνέχεια, πάντως, δεν αποδείχθηκε εξίσου ομαλή. Οι ηχογραφήσεις του επόμενου άλμπουμ διακόπηκαν το 1977 λόγω της εγκυμοσύνης της Linda McCartney, ενώ το συγκρότημα έχασε δύο βασικά μέλη του, τον κιθαρίστα Jimmy McCulloch και τον ντράμερ Joe English. Αντικαταστάθηκαν από τον Laurence Juber και τον Steve Holley, αντίστοιχα, και οι Wings ολοκλήρωσαν το «London Town», το οποίο κυκλοφόρησε το 1978 χωρίς να επαναλάβει την επιτυχία των προηγούμενων άλμπουμ.
Ακολούθησε το «Back to the Egg» το 1979, που σημείωσε ακόμη χαμηλότερες επιδόσεις στους καταλόγους επιτυχιών. Το συγκρότημα επέστρεψε στις συναυλίες έπειτα από τρία χρόνια αποχής, σχεδιάζοντας μια διεθνή περιοδεία ανάλογη με εκείνη του 1975-1976.
Τα σχέδια ανατράπηκαν στην Ιαπωνία, όταν ο McCartney συνελήφθη στο αεροδρόμιο του Τόκιο επειδή είχε στην κατοχή του κάνναβη. Έμεινε στη φυλακή για δέκα ημέρες, εξέλιξη που έβαλε τέλος στην περιοδεία και αποτέλεσε ουσιαστικά το τελευταίο μεγάλο πλήγμα για τους Wings. Στις αρχές της δεκαετίας του 1980, ο McCartney αποφάσισε να επικεντρωθεί πλήρως στην προσωπική του καριέρα.
Η περιοδεία «Wings Over the World» είχε ήδη μείνει πίσω, αλλά η εικόνα της διατηρήθηκε ζωντανή μέσα από την κινηματογραφική ταινία συναυλίας «Rockshow», που κυκλοφόρησε το 1980 και περιλάμβανε υλικό από τις εμφανίσεις του συγκροτήματος στη Βόρεια Αμερική.
Μέχρι τότε, ο McCartney είχε αρχίσει να εξερευνά νέες μουσικές κατευθύνσεις, γράφοντας τραγούδια όπως το πρωτοποριακό για την εποχή του «Temporary Secretary». Ένα ακόμη κεφάλαιο της καριέρας του βρισκόταν προ των πυλών.
Πενήντα χρόνια μετά τη συναυλία στο Wembley, η σημασία της περιοδείας δεν περιορίζεται στις επιτυχίες που ακούστηκαν ούτε στην αποθέωση που ακολούθησε. Η περιοδεία «Wings Over the World» υπήρξε η στιγμή κατά την οποία ο Paul McCartney απέδειξε ότι μπορούσε να δημιουργήσει μια νέα μουσική ταυτότητα, χωρίς να αποκοπεί από την ιστορία που τον είχε κάνει έναν από τους σημαντικότερους δημιουργούς της εποχής του.
Και εκείνο το βράδυ του Οκτωβρίου του 1976, όταν οι Wings ολοκλήρωσαν τη συναυλία τους μπροστά σε ένα κοινό που είχε τραγουδήσει τόσο τις νέες επιτυχίες όσο και τα κλασικά κομμάτια των Beatles, ο McCartney είχε κάθε λόγο να αισθάνεται ότι η δύσκολη μετάβαση είχε πλέον ολοκληρωθεί. Οι Wings δεν ήταν πια απλώς το συγκρότημα που είχε δημιουργήσει μετά τη διάλυση των Beatles. Είχαν γίνει ένα συγκρότημα που μπορούσε να διεκδικήσει τη δική του θέση στην ιστορία της rock.
