Η κλασική μπαλάντα «Time After Time» των ’80s μεταμορφώνεται σε ένα σύγχρονο dance τραγούδι μέσα από μια απρόσμενη συνεργασία μεταξύ του CYRIL και της Tones And I που πήρε την επίσημη έγκριση της Cyndi Lauper.
Το «Time After Time», ένα από τα πιο συγκινητικά και αναγνωρίσιμα τραγούδια της δεκαετίας του 1980, αποκτά νέα πνοή χάρη σε μια δημιουργική συμμαχία από την Αυστραλία. Ο παραγωγός και DJ CYRIL συναντά την Tones And I σε μια ολοκαίνουργιο εκδοχή του κλασικού τραγουδιού της Cyndi Lauper, η οποία κυκλοφορεί επίσημα από τη Spinnin’ Records.
Η νέα εκτέλεση δεν διαγράφει το παρελθόν, αλλά χτίζεται πάνω σε αυτό. Διατηρεί τα αυθεντικά φωνητικά της Lauper και τις συγχορδίες της κιθάρας στην εισαγωγή, επιτρέποντάς τους να αναπνεύσουν πάνω από τα ονειρικά ηχητικά τοπία του CYRIL, τα παλλόμενα beats και τον χαρακτηριστικό ήχο ενός ρολογιού που μετρά τον χρόνο.
Καθώς πλησιάζει το ρεφρέν, η Tones And I μπαίνει δυναμικά, με τη φωνή της να δένει με απόλυτη φυσικότητα με εκείνη της Cyndi Lauper.
Όπως συμβαίνει συχνά με τις πιο επιτυχημένες συναντήσεις, η συγκεκριμένη συνεργασία γεννήθηκε από μια σειρά τυχαίων περιστατικών. Οι δύο τραγουδίστριες είχαν ήδη αναπτύξει μια αμοιβαία καλλιτεχνική εκτίμηση πριν καν συναντηθούν από κοντά.
«Την πρώτη φορά που συνάντησα πραγματικά την Tones, είχε έρθει σε μια συναυλία μου», εξηγεί η Lauper. «Ένιωθα όμως ότι την ήξερα ήδη, γιατί είχα αρχίσει να ακούω τη μουσική της και σκεφτόμουν ότι έπρεπε οπωσδήποτε να τη γνωρίσω. Όταν τελικά βρεθήκαμε, είπαμε αμέσως ότι έπρεπε να κάνουμε πράγματα μαζί».
Η υπόσχεση δεν έμεινε στα λόγια. Όταν η Tones And I ανέφερε στη Cyndi Lauper ότι ετοίμαζε μαζί με τον CYRIL μια dance διασκευή του «Time After Time», εκείνη άκουσε το αποτέλεσμα και έδωσε αμέσως την έγκρισή της.
Για την Αυστραλή τραγουδίστρια, ο δεσμός της με το συγκεκριμένο τραγούδι ξεκινά από τα παιδικά της χρόνια. Η ίδια θυμάται να ακούει το «Time After Time», μαζί με τον πατέρα της, με τον οποίο μοιραζόταν τις ίδιες μουσικές αναζητήσεις.
«Η πρώτη φορά που συνδέθηκα με το “Time After Time” ήταν πιθανότατα όταν μεγάλωνα με τον μπαμπά μου, καθώς είχαμε πολλά κοινά μουσικά γούστα, τα οποία νομίζω ότι προήλθαν κυρίως από εκείνον», θυμάται η Tones And I.
«Όμως η Cyndi κι εγώ το τραγουδήσαμε πραγματικά μαζί πάνω στη σκηνή το 2025. Ήταν μια πραγματικά ξεχωριστή στιγμή για μένα. Η Cyndi είναι ένα πραγματικό σύμβολο και έχει γίνει για μένα κάτι σαν μέντορας», συμπληρώνει.
Η Tones And I, το πραγματικό όνομα της οποίας είναι Toni Watson, συστήθηκε στη διεθνή μουσική σκηνή το 2019 με την τεράστια επιτυχία «Dance Monkey». Το τραγούδι κυριάρχησε στο No. 1 των charts σε περισσότερες από 30 χώρες, ανάμεσα στις οποίες το Ηνωμένο Βασίλειο και η Αυστραλία, όπου σημείωσε ιστορικό ρεκόρ με 24 μη διαδοχικές εβδομάδες στην κορυφή των charts.
Η πρώην μουσικός του δρόμου έχει επίσης κατακτήσει δύο φορές την κορυφή των αυστραλιανών ARIA charts με τα άλμπουμ της και έχει κερδίσει πέντε ARIA Awards.
Από την πλευρά του, ο CYRIL, κατά κόσμον Cyril Riley, έχει τη βάση του στο Ντάργουιν, στο βόρειο άκρο της Αυστραλίας. Το 2024 αποτέλεσε χρονιά ορόσημο για τον ίδιο, καθώς κυριάρχησε στην κορυφή του Australian Music Global Impact List του Spotify, ένα chart που καταγράφει τη διεθνή απήχηση των Αυστραλών καλλιτεχνών στην πλατφόρμα.
Ο ανερχόμενος DJ και παραγωγός είχε τρία τραγούδια στο Top 30, κατακτώντας την πρώτη θέση με το remix του στο «The Sound Of Silence» των Disturbed. Προηγουμένως, το 2023, είχε σημειώσει διεθνή επιτυχία στα charts με το «Stumblin’ In», ένα αισιόδοξο dance κομμάτι που βασίζεται στο ομώνυμο τραγούδι της Suzi Quatro και του Chris Norman από τα τέλη των ’70s, το οποίο είχε υπογράψει και κάνει παραγωγή ένας άλλος Αυστραλός, ο Mike Chapman.
Η Cyndi Lauper, φυσικά, δεν χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις. Διαθέτει στο ενεργητικό της βραβεία Grammy, Emmy και Tony, απέχοντας μόλις ένα Όσκαρ από τον σπάνιο τίτλο EGOT, ενώ οι συνολικές πωλήσεις της δισκογραφίας της ξεπερνούν τα 50 εκατομμύρια αντίτυπα παγκοσμίως.
Το παρθενικό άλμπουμ της «She’s So Unusual» από το 1983 της χάρισε το Grammy για τον Καλύτερο Νέο Καλλιτέχνη και περιλάμβανε διαχρονικά τραγούδια όπως το «Girls Just Wanna Have Fun» και το ίδιο το «Time After Time». Η αρχική εκτέλεση του τραγουδιού είχε παραμείνει για δύο εβδομάδες στο No. 1 του Billboard Hot 100, αποτελώντας την πρώτη από τις δύο κυκλοφορίες που κατέκτησαν την κορυφή στη συγκεκριμένη κατάταξη.
Η ίδια η τραγουδίστρια αναγνωρίζει πάντα μια βαθιά πνευματική διάσταση στη γέννηση των στίχων του τραγουδιού, ανατρέχοντας συχνά στις στιγμές που το έγραφε.
«Πιστεύω ότι το “Time After Time” είναι πραγματικά ξεχωριστό για μένα, γιατί ένιωσα πραγματικά ένα χέρι στον ώμο μου όταν άρχισα να ολοκληρώνω τους στίχους», αφηγείται η Lauper.
«Δεν ξέρω ποιανού χέρι ήταν, αλλά ξέρετε πώς είναι. Νομίζω ότι το να γράφεις είναι κάτι ξεχωριστό και σημαντικό για μένα. Ο τρόπος που ενώνονται όλα και ο τρόπος που καταφέρνεις να βρεις την άκρη είναι αυτό που κάνει την τέχνη», καταλήγει η ίδια.
Τέσσερις δεκαετίες μετά την πρώτη του ηχογράφηση, το «Time After Time» αποδεικνύει ξανά τη διαχρονική του αντοχή μέσα από μια απρόσμενη συνάντηση. Ο CYRIL και η Tones And I κατάφεραν να μεταφέρουν τη μελαγχολία της Cyndi Lauper στον σύγχρονο παλμό του club, διατηρώντας ακέραιη τη συναισθηματική δύναμη που έκανε εξαρχής το τραγούδι αθάνατο.
