Οι Fontaines D.C. συνεργάζονται για πρώτη φορά στη σταδιοδρομία τους με τρίτο καλλιτέχνη, λίγες ημέρες πριν από την κυκλοφορία του πέμπτου άλμπουμ τους με τίτλο «Dopamine Chamber».
Το νέο τραγούδι «Where Is Gone?» φέρνει τους Fontaines D.C. σε ένα εντελώς νέο ηχητικό πεδίο. Το ιρλανδικό συγκρότημα, το οποίο αποτελείται από τους Grian Chatten, Carlos O’Connell, Conor Curley, Conor Deegan και Tom Coll, ενώνει τις δυνάμεις του με τη Rosalía σε μια δραματική ορχηστρική μπαλάντα. Πρόκειται για την πρώτη φορά στην πορεία της μπάντας που ένας τρίτος καλλιτέχνης συμμετέχει σε τραγούδι τους.
Το «Where Is Gone?», σε παραγωγή του James Ford, χτίζεται πάνω σε ένα μελαγχολικό ακουστικό παίξιμο κιθάρας, το οποίο σταδιακά γιγαντώνεται με σαρωτικά έγχορδα και κοφτά ντραμς.
Οι φωνές του Chatten και της Rosalía μπλέκονται αρμονικά στο ρεφρέν, συνθέτοντας έναν διάλογο γεμάτο ένταση. «Θυμάμαι τότε που με κρατούσαν απέναντι στο καλοκαίρι», τραγουδούν μαζί οι δύο καλλιτέχνες, συμπληρώνοντας: «Και τα δάκρυα θα κυλούσαν, μωρό μου, αν προσπαθούσες. Δεν πειράζει να πεις: “Άφησέ το, άστο να πεθάνει”».
Η συγκεκριμένη συνεργασία έχει ξεχωριστή σημασία για τον κιθαρίστα του συγκροτήματος Carlos O’Connell, ο οποίος γεννήθηκε στην Ισπανία και μετακόμισε στην Ιρλανδία ως παιδί. Το τελευταίο διάστημα επανασυνδέεται ουσιαστικά με τις ισπανικές του ρίζες, παρακολουθώντας στενά την πορεία της τραγουδίστριας. «Είμαι θαυμαστής της Rosalía από το πρώτο της άλμπουμ, το οποίο ήταν απολύτως πανέμορφο», ανέφερε ο O’Connell σε επίσημη δήλωσή του.
«Αυτό που με ενθουσίασε πραγματικά ήταν ο τρόπος με τον οποίο κρατούσε ζωντανή την ισπανική παράδοση, κάτι που ένιωθα ότι έμοιαζε πνευματικά με αυτό που προσπαθήσαμε να κάνουμε εμείς με την ιρλανδική μουσική», συνέχισε ο κιθαρίστας. «Για κάποιον με ρίζες και στις δύο χώρες, ήταν υπέροχο να το βλέπει αυτό να συμβαίνει. Είναι μια καλλιτέχνιδα που με εκπλήσσει σε κάθε της βήμα από τότε», πρόσθεσε.
Μιλώντας στον αυστραλιανό ραδιοφωνικό σταθμό Triple J, ο O’Connell στάθηκε περισσότερο στη βαθύτερη σύνδεση των δύο κόσμων. «Κράτησε ζωντανή την παράδοση και το flamenco, κάτι που έμοιαζε πολύ με αυτό που κάναμε κι εμείς εκείνη την περίοδο», εξήγησε. «Άνοιξε τις πόρτες για την Ισπανία, όπως κάναμε κι εμείς για την Ιρλανδία, και είναι πανέμορφο να το βλέπω αυτό και για τις δύο χώρες από τις οποίες προέρχομαι».
Το «Where Is Gone?» αποτελεί το τρίτο δείγμα από το πολυαναμενόμενο πέμπτο άλμπουμ του συγκροτήματος, με τίτλο «Dopamine Chamber», το οποίο κυκλοφορεί την Παρασκευή 16 Οκτωβρίου από την XL Recordings. Είχαν προηγηθεί τα τραγούδια «Marianne» και «Tongue», ενώ στις πρόσφατες ζωντανές εμφανίσεις τους οι Fontaines D.C. παρουσίασαν επίσης δύο ακυκλοφόρητα κομμάτια, τα «Happy for You» και «Six Shot Morning».
Ο νέος δίσκος σηματοδοτεί μια αποφασιστική απομάκρυνση από την κιθαριστική γλώσσα των πρώτων χρόνων του συγκροτήματος, οδηγώντας τον ήχο τους σε πιο σκοτεινά και ελκυστικά μονοπάτια. Σύμφωνα με το συγκρότημα, το υλικό εξετάζει πώς μεταλλάσσεται η ανθρώπινη ευχαρίστηση μέσα στον κίνδυνο, σε έναν κόσμο που μοιάζει να γλιστρά προς την κατάρρευση. «Το ίδιο το άλμπουμ είναι ένας θάλαμος ντοπαμίνης», εξήγησε ο Chatten.
«Μπαίνεις μέσα και δοκιμάζουμε πάνω σου αυτά τα διαφορετικά κομμάτια μουσικής που αλλάζουν το μυαλό ή τη διάθεση», συμπλήρωσε ο τραγουδιστής.
Οι στίχοι του δίσκου αντλούν εικόνες από την ασταμάτητη ροή των ειδήσεων στις οθόνες μας, από την άνοδο της τεχνητής νοημοσύνης και τα κουτσομπολιά για διασημότητες μέχρι την πολιτική βία, την υπαρξιακή απειλή της κλιματικής αλλαγής και τα διαδικτυακά memes που γεννώνται από όλα αυτά.
Οι ηχογραφήσεις του «Dopamine Chamber» έγιναν υπό την καθοδήγηση του James Ford σε διάφορες τοποθεσίες, ανάμεσα στις οποίες το Λονδίνο, η αγγλική ύπαιθρος και το Παλέρμο της Ιταλίας. Εκεί, ο Chatten έστησε έναν αυτοσχέδιο θάλαμο ηχογράφησης χρησιμοποιώντας στρώματα και μαξιλάρια για να γράψει τα φωνητικά του. «Ένιωσα ότι θα ήταν πιο δυνατό να αφήσουμε έξω την ελπίδα και να αντικατοπτρίσουμε την ασχήμια με ειλικρίνεια», ανέφερε ο ίδιος.
«Αυτός ο δίσκος έπρεπε να μοιάζει περισσότερο με μια καταστροφική προειδοποίηση», τόνισε ο τραγουδιστής περιγράφοντας το συναίσθημα των ηχογραφήσεων. «Υπάρχει μια οδυνηρή αίσθηση ότι βρισκόμαστε στο χείλος μιας άλλης μορφής ανθρωπότητας, ή ίσως μη ανθρωπότητας», πρόσθεσε, υπογραμμίζοντας τον πειραματικό χαρακτήρα της νέας δουλειάς τους.
Η εξέλιξη αυτή έρχεται ως φυσική συνέχεια μιας πορείας όπου οι Fontaines D.C. αρνούνται πεισματικά να επαναλάβουν τον εαυτό τους. Μετά το «Dogrel» του 2019 και το «A Hero’s Death» του 2020, το συγκρότημα κατέκτησε την κορυφή στα charts της Βρετανίας και της Ιρλανδίας με το «Skinty Fia» το 2022. Ακολούθησε το πολύχρωμο «Romance» του 2024, το οποίο έγινε πλατινένιο στο Ηνωμένο Βασίλειο και βρέθηκε υποψήφιο για το έγκριτο Mercury Prize.
Η επιτυχία του «Romance» επισφραγίστηκε στα 67α Βραβεία Grammy, όπου ο δίσκος ήταν υποψήφιος στην κατηγορία για το Καλύτερο Rock Άλμπουμ, ενώ το βασικό single «Starburster» διεκδίκησε διάκριση στην κατηγορία για την Καλύτερη Εναλλακτική Μουσική Εμφάνιση. Τώρα, το συγκρότημα ετοιμάζεται για ένα εξαιρετικά πυκνό πρόγραμμα εμφανίσεων σε ολόκληρο τον κόσμο.
Η ευρωπαϊκή περιοδεία τους σε μεγάλες αρένες ξεκινά στις 21 Οκτωβρίου από τη Λισαβόνα της Πορτογαλίας και θα διαρκέσει όλο τον Οκτώβριο και τον Νοέμβριο. Τον Ιανουάριο θα ταξιδέψουν στην Ασία, ενώ τον Φεβρουάριο θα βρεθούν στην Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία. Τον Μάρτιο έχουν προγραμματιστεί εμφανίσεις στο φεστιβάλ Lollapalooza στην Αργεντινή, τη Χιλή και τη Βραζιλία.
Το σκέλος της περιοδείας στη Βόρεια Αμερική ξεκινά στις 22 Απριλίου από το MGM Music Hall at Fenway στη Βοστώνη. Το επόμενο καλοκαίρι, όμως, τους περιμένουν οι μεγαλύτερες συναυλίες της καριέρας τους σε στάδια της Βρετανίας και της Ιρλανδίας. Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν οι εμφανίσεις στο Στάδιο του Λονδίνου και στο ιστορικό Κάστρο Slane στην Ιρλανδία, όπου οι Fontaines D.C. θα γίνουν το πρώτο ιρλανδικό συγκρότημα που εμφανίζεται ως βασικό όνομα στον χώρο μετά τους U2.
Με το «Where Is Gone?», οι Fontaines D.C. και η Rosalía αποδεικνύουν ότι δύο φαινομενικά διαφορετικές μουσικές παραδόσεις μπορούν να συναντηθούν ιδανικά πάνω στα ερείπια του σύγχρονου κόσμου. Το αποτέλεσμα αποτελεί τον πιο υποβλητικό προπομπό για το «Dopamine Chamber», επιβεβαιώνοντας τη διαρκή διάθεση του συγκροτήματος να επανεφεύρει τον ήχο του.
