Ο Michael Smith χρησιμοποίησε χιλιάδες bots για να αποσπάσει πάνω από 8 εκατομμύρια δολάρια, σε μια υπόθεση που αλλάζει τα δεδομένα για τη μουσική βιομηχανία.
Ο Michael Smith βρέθηκε το απόγευμα της Τρίτης 6 Οκτωβρίου ενώπιον του ομοσπονδιακού δικαστηρίου του Μανχάταν, περιμένοντας την ετυμηγορία για μια υπόθεση που απασχόλησε έντονα τον μουσικό κόσμο. Ο 54χρονος καλλιτέχνης και επιχειρηματίας άκουσε τον δικαστή John G. Koeltl να ανακοινώνει την καταδίκη του σε 18 μήνες φυλάκισης, ολοκληρώνοντας την πρώτη ποινική δίωξη για τεχνητή διόγκωση ακροάσεων στο streaming.
Η απόφαση προβλέπει επιπλέον δύο χρόνια επιτηρούμενης αποφυλάκισης, ενώ ο Smith έχει ήδη συμφωνήσει να παραδώσει περισσότερα από 8 εκατομμύρια δολάρια, ποσό που αντιστοιχεί στα παράνομα έσοδα που απέσπασε. Η ποινή υπήρξε αισθητά μικρότερη από τους 46 μήνες που ζητούσε η εισαγγελία, αν και η υπεράσπιση ήλπιζε να εξασφαλίσει αναστολή χωρίς εγκλεισμό.
Όταν ο δικαστής τον ρώτησε αν επιθυμούσε να προσθέσει κάτι μετά την ανακοίνωση της ποινής, ο Smith διατήρησε χαμηλούς τόνους.
«Σας ευχαριστώ για όλα όσα λάβατε υπόψη σας, κύριε πρόεδρε», ανέφερε απευθυνόμενος στην έδρα.
Λίγο νωρίτερα, ο κατηγορούμενος είχε απευθυνθεί στο δικαστήριο εμφανώς συγκινημένος. Ο πατέρας έξι παιδιών παραδέχθηκε ότι η επιθυμία του να πετύχει στη μουσική κατέληξε να διαλύσει την προσωπική και κοινωνική του ζωή.
«Διαπράττοντας αυτό το έγκλημα, απέτυχα παταγωδώς. Ήθελα να είμαι ένας καλός σύζυγος, πατέρας και ένα έντιμο μέλος της κοινωνίας, αλλά πρόδωσα τη μουσική κοινότητα για την οποία νοιαζόμουν τόσο πολύ», δήλωσε ο ίδιος.
«Μετέτρεψα την αγάπη μου για τη μουσική σε ένα διεστραμμένο επιχειρηματικό μοντέλο», συμπλήρωσε, καταλήγοντας ότι κατέστρεψε μια ζωή που μέχρι τότε ήταν αξιοπρεπής.
Ο Smith είχε ομολογήσει την ενοχή του τον περασμένο Μάρτιο για μία κατηγορία συνωμοσίας για διάπραξη ηλεκτρονικής απάτης. Από το 2017 έως το 2024, οργάνωσε ένα δίκτυο χιλιάδων αυτοματοποιημένων λογαριασμών για να παράγει δισεκατομμύρια πλαστές αναπαραγωγές σε πλατφόρμες streaming όπως το Spotify και το Apple Music.
Αν και αρχικά ενίσχυε τα δικά του τραγούδια, στη συνέχεια αγόρασε και ανέβασε μαζικά κομμάτια παραγόμενα από τεχνητή νοημοσύνη, αποσπώντας τεράστια ποσά σε δικαιώματα και παραπλανώντας τις εταιρείες διανομής που ζητούσαν εξηγήσεις για την ασυνήθιστη δραστηριότητα.
Ο ομοσπονδιακός εισαγγελέας του Μανχάταν Jamie McDonald υπογράμμισε τη σοβαρότητα της εκμετάλλευσης των νέων εργαλείων σε επίσημη δήλωσή του.
«Πλημμυρίζοντας τις πλατφόρμες streaming με αυτοματοποιημένα bots αντί για πραγματικούς ακροατές και ψεύτικα τραγούδια αντί για δημιουργικότητα, ο Smith έκλεψε εκατομμύρια σε δικαιώματα από πραγματικούς καλλιτέχνες και τους θαυμαστές τους», σημείωσε ο εισαγγελέας.
Στο δικαστήριο, οι εισαγγελείς Nicholas W. Chiuchiolo και Kevin B. Mead υποστήριξαν ότι η φυλάκιση ήταν απαραίτητη για λόγους γενικής αποτροπής, τονίζοντας ότι η βιομηχανία παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις.
«Αν η κοινή γνώμη παρακολουθεί αυτή την υπόθεση, μια επιεικής ποινή θα στείλει το εντελώς λάθος μήνυμα: ότι η απάτη στο streaming δεν επιφέρει ουσιαστική τιμωρία», ανέφεραν στα υπομνήματά τους.
Από την πλευρά της υπεράσπισης, η δικηγόρος Justine Harris προσπάθησε να μετριάσει τις εντυπώσεις, υποστηρίζοντας ότι ο πελάτης της πίστευε αρχικά πως κινούνταν νόμιμα σε μια εποχή που οι όροι χρήσης των ψηφιακών παρόχων δεν απαγόρευαν ρητά τέτοιες πρακτικές.
Παράλληλα, υποστήριξε ότι η οικονομική ζημιά ανά καλλιτέχνη ήταν απειροελάχιστη.
«Η επίδραση που έχει η μεμονωμένη αναπαραγωγή ενός τραγουδιού στο μερίδιο όλων των άλλων δεν μοιάζει με σταγόνα στον κουβά, αλλά με σταγόνα στον ωκεανό», τόνισε η δικηγόρος, ζητώντας δομικές αλλαγές στο σύστημα αντί για ποινές φυλάκισης.
Ο εισαγγελέας Chiuchiolo απάντησε άμεσα, υπενθυμίζοντας ότι ακόμη και οι μικρές πληρωμές δικαιωμάτων έχουν τεράστια αξία για τους σκληρά εργαζόμενους τραγουδοποιούς, καθώς συχνά αποτελούν τη μόνη ανταμοιβή για τη δουλειά τους.
Υπέρ του κατηγορουμένου κατατέθηκαν πολυάριθμες επιστολές συμπαράστασης από συγγενείς και συνεργάτες, ανάμεσά τους και ο RZA του συγκροτήματος Wu-Tang Clan. Οι δυο τους είχαν συνεργαστεί τη δεκαετία του 2010, με τον RZA να συμμετέχει ως κριτής στο rap reality «One Shot» που χρηματοδότησε ο Smith, ενώ το 2024 συνυπέγραψαν την παραγωγή της ταινίας τρόμου «Nyctophobia».
«Ο Mike ενεργούσε πάντα με ειλικρίνεια απέναντι σε εμένα, στους καλλιτέχνες και στους συνεργάτες μας», έγραψε ο RZA στην επιστολή του.
«Τον είδα να χρησιμοποιεί τις γνωριμίες και τους πόρους του για να βοηθήσει ανθρώπους που ίσως δεν θα είχαν άλλες ευκαιρίες. Ζητώ με σεβασμό να ληφθεί υπόψη ο άνθρωπος που γνώρισα όλα αυτά τα χρόνια», συμπλήρωσε ο ίδιος.
Η υπόθεση ανέδειξε ένα πρόβλημα που απασχολεί όλο και περισσότερο τη βιομηχανία, καθώς τα bots χρησιμοποιούνται τόσο για τεχνητή προώθηση πραγματικών κυκλοφοριών —όπως στις καταγγελίες του Drake κατά της Universal Music Group για το «Not Like Us» του Kendrick Lamar— όσο και για την παράνομη είσπραξη πνευματικών δικαιωμάτων μέσω πλαστών αρχείων.
Η Ένωση Δισκογραφικών Εταιρειών της Αμερικής (RIAA) χαιρέτισε την απόφαση, σημειώνοντας ότι η πρακτική αυτή στερεί έσοδα από πραγματικούς δημιουργούς. Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και η οργάνωση Music Fights Fraud Alliance, που συστάθηκε το 2023 για την καταπολέμηση της απάτης.
«Για να προστατευθούν ουσιαστικά οι δημιουργοί, οι φορείς της βιομηχανίας, οι διωκτικές αρχές και οι νομοθέτες πρέπει να συνεχίσουν να συνεργάζονται ώστε να εξασφαλιστεί διαρκής και ουσιαστική αποτροπή», υπογράμμισε η οργάνωση.
Η καταδίκη του Michael Smith δημιουργεί ένα ισχυρό δικαστικό προηγούμενο σε έναν χώρο όπου η τεχνολογική εκμετάλλευση παρέμενε για χρόνια στο απυρόβλητο. Η επιβολή ποινής φυλάκισης αποδεικνύει ότι η τεχνητή παραγωγή ακροάσεων δεν συνιστά πλέον απλή παραβίαση των όρων χρήσης μιας πλατφόρμας, αλλά σοβαρό ομοσπονδιακό αδίκημα.
