Ο Mathew Knowles απάντησε δημόσια σε έναν από τους πιο διαδεδομένους ισχυρισμούς γύρω από την οικογένεια της Beyoncé, υποστηρίζοντας ότι ο ίδιος και η πρώην σύζυγός του, Tina Knowles, είχαν ήδη αποκτήσει σημαντική οικονομική άνεση πριν η κόρη τους γίνει διάσημη. Σε συνέντευξή του μίλησε για την επιχειρηματική τους δραστηριότητα, την καριέρα του πριν από τη μουσική βιομηχανία και τον τρόπο με τον οποίο έχτισε την πορεία των Destiny’s Child, επιμένοντας ότι η στρατηγική του ξεπερνούσε κατά πολύ την πώληση δίσκων.
Ο Mathew Knowles αποφάσισε να βάλει τέλος, όπως ο ίδιος λέει, σε έναν επίμονο μύθο που συνοδεύει εδώ και χρόνια την οικογένεια της Beyoncé. Σε πρόσφατη εμφάνισή του στην εκπομπή «Outlaws with TS Madison», ο επί χρόνια μάνατζερ και μουσικός επιχειρηματίας δήλωσε ξεκάθαρα ότι η οικονομική επιτυχία της οικογένειας δεν ξεκίνησε όταν η κόρη του έγινε ένα από τα μεγαλύτερα ονόματα της μουσικής.
Με έντονο ύφος, ο Knowles απέρριψε την άποψη ότι η Beyoncé ήταν εκείνη που τον έκανε πλούσιο.
«Σε όλους εσάς που λέτε ανοησίες και πιστεύετε ότι η Beyoncé με έκανε αυτό που είμαι, όχι. Ήμασταν εκατομμυριούχοι όταν εκείνη ήταν… τεσσάρων ετών», είπε, μιλώντας στην εκπομπή.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η οικονομική βάση της οικογένειας είχε δημιουργηθεί αρκετά χρόνια πριν εμφανιστούν οι Destiny’s Child. Όπως εξήγησε, ο ίδιος και η τότε σύζυγός του Tina Knowles είχαν αναπτύξει μία ιδιαίτερα επιτυχημένη επιχείρηση στο Χιούστον.
Ο Knowles ανέφερε ότι το κομμωτήριο Headliners Hair Salon ήταν «το κορυφαίο κομμωτήριο για μαύρα μαλλιά στο Χιούστον τη δεκαετία του ’80» και πρόσθεσε ότι «βγάλαμε το πρώτο μας εκατομμύριο δολάρια το 1985».
Οι δηλώσεις του έρχονται να αμφισβητήσουν μία εικόνα που συχνά κυκλοφορεί γύρω από τα παιδικά χρόνια της Beyoncé. Πολλές φορές η ιστορία της παρουσιάζεται ως μία διαδρομή που ξεκίνησε από οικονομικές δυσκολίες και οδήγησε στην επιτυχία.
Η ίδια η Beyoncé, ωστόσο, είχε δώσει διαφορετική εικόνα ήδη από το 2013. Σε συνέντευξή της στο Vanity Fair είχε μιλήσει ανοιχτά για την παιδική της ηλικία, περιγράφοντας ένα περιβάλλον με οικονομική άνεση.
«Δεν μεγάλωσα φτωχή. Πήγα σε ιδιωτικό σχολείο, είχαμε ένα πολύ όμορφο σπίτι, αυτοκίνητα και οικιακή βοηθό», είχε δηλώσει.
Στην ίδια συνέντευξη είχε εξηγήσει και το κίνητρό της να ασχοληθεί με τη μουσική. «Ασχολήθηκα με τη μουσική γιατί ήμουν αποφασισμένη», είχε πει, διευκρινίζοντας ότι δεν προσπαθούσε να ξεφύγει από οικονομικές δυσκολίες.
Η τοποθέτηση του Mathew Knowles δεν περιορίστηκε μόνο στα οικονομικά της οικογένειας. Μεγάλο μέρος της συζήτησης αφιερώθηκε στη δική του επαγγελματική διαδρομή, την οποία θεωρεί ότι συχνά επισκιάζει η τεράστια επιτυχία της κόρης του.
Ο ίδιος θέλησε να υπενθυμίσει ότι είχε ήδη διαγράψει σημαντική πορεία στον επιχειρηματικό χώρο πριν περάσει στη μουσική βιομηχανία. «Δεν λέω απλώς ανοησίες. Κάνω πράγματα», είπε.
Στη συνέχεια απαρίθμησε σταθμούς της καριέρας του. Ανάμεσα σε αυτούς ανέφερε ότι ήταν «ο κορυφαίος πωλητής παγκοσμίως» στο ιατρικό τμήμα της Xerox, ενώ υποστήριξε επίσης ότι έγινε ο πρώτος μαύρος πωλητής στις Ηνωμένες Πολιτείες που πούλησε μηχανήματα μαγνητικής και αξονικής τομογραφίας για τη Philips Medical Systems.
Σύμφωνα με τον ίδιο, αργότερα πούλησε τη Music World Entertainment έναντι 10 εκατομμυρίων δολαρίων. Θέλοντας να ενισχύσει την αξιοπιστία όσων ανέφερε, έκλεισε αυτή την ενότητα της συνέντευξης με μία προτροπή προς το κοινό.
«Ψάξτε στο Google ό,τι λέω. Μην εμπιστεύεστε αυτά που σας λέω. Ψάξτε τα στο Google», είπε.
Η συζήτηση στράφηκε αναπόφευκτα και στους Destiny’s Child, το συγκρότημα που αποτέλεσε το εφαλτήριο για τη διεθνή καριέρα της Beyoncé και ένα από τα πιο επιτυχημένα γυναικεία συγκροτήματα στην ιστορία της σύγχρονης μουσικής.
Ο Mathew Knowles υποστήριξε ότι η δική του φιλοσοφία ως μάνατζερ διέφερε σημαντικά από τη συνηθισμένη πρακτική της μουσικής βιομηχανίας εκείνης της εποχής. «Εκείνοι πουλούσαν δίσκους. Εγώ έχτιζα ένα brand», τόνισε.
Η συγκεκριμένη φράση συνοψίζει τον τρόπο με τον οποίο περιγράφει τη στρατηγική του. Αντί να επικεντρώνεται αποκλειστικά στις πωλήσεις και στις θέσεις των τραγουδιών στα charts, υποστηρίζει ότι επένδυσε στη συνολική εικόνα του συγκροτήματος και στη μακροχρόνια παρουσία του στην παγκόσμια αγορά.
Για να στηρίξει αυτόν τον ισχυρισμό, αναφέρθηκε στις μεγάλες διεθνείς περιοδείες, στις συνεργασίες με εταιρείες όπως η McDonald’s και η L’Oréal, καθώς και σε μία στρατηγική διεθνούς ανάπτυξης που, όπως είπε, βοήθησε τους Destiny’s Child να εξελιχθούν στο γυναικείο συγκρότημα με τις περισσότερες πωλήσεις στην ιστορία της μουσικής.
Τα τελευταία χρόνια, η συζήτηση γύρω από τις διαδρομές κορυφαίων καλλιτεχνών έχει αλλάξει σημαντικά. Το κοινό δείχνει ολοένα μεγαλύτερο ενδιαφέρον για το κοινωνικό και οικονομικό υπόβαθρο όσων φτάνουν στην κορυφή, προσπαθώντας να καταλάβει ποιοι παράγοντες συνέβαλαν στην επιτυχία τους.
Στην περίπτωση της Beyoncé, η εικόνα αυτή ήταν ανέκαθεν πιο σύνθετη. Από τη μία πλευρά υπήρχε η ιστορία της σκληρής δουλειάς, της πειθαρχίας και της συνεχούς εξέλιξης. Από την άλλη, τόσο η ίδια όσο και ο πατέρας της επισημαίνουν ότι η οικογένεια δεν ξεκίνησε από οικονομική ανέχεια, αλλά από ένα περιβάλλον που μπορούσε να στηρίξει τις πρώτες καλλιτεχνικές της κινήσεις.
Αυτό, βέβαια, δεν αναιρεί την προσωπική προσπάθεια ούτε την ένταση του ανταγωνισμού που αντιμετώπισε. Η μουσική βιομηχανία είναι γεμάτη παραδείγματα ανθρώπων με οικονομική άνεση που δεν κατάφεραν ποτέ να αποκτήσουν διάρκεια ή διεθνή απήχηση. Αντίστοιχα, υπάρχουν καλλιτέχνες που ξεκίνησαν με ελάχιστα μέσα και έφτασαν στην κορυφή.
Οι δηλώσεις του Mathew Knowles φωτίζουν κυρίως μία πλευρά που συχνά μένει εκτός της δημόσιας συζήτησης: τον ρόλο της επιχειρηματικής στρατηγικής πίσω από μία μεγάλη καριέρα. Ο ίδιος επιμένει ότι η επιτυχία των Destiny’s Child δεν βασίστηκε μόνο στα τραγούδια ή στις πωλήσεις δίσκων, αλλά σε ένα συνολικό σχέδιο ανάπτυξης που περιλάμβανε περιοδείες, διεθνή παρουσία και συνεργασίες με μεγάλες εταιρείες.
Ο Mathew Knowles θέλει να θυμίσει ότι η ιστορία της οικογένειας δεν ξεκίνησε όταν η Beyoncé έγινε παγκόσμιο όνομα. Σύμφωνα με τον ίδιο, η επιχειρηματική εμπειρία, η οικονομική σταθερότητα και οι αποφάσεις που προηγήθηκαν αποτέλεσαν τη βάση πάνω στην οποία χτίστηκε μία από τις πιο επιτυχημένες διαδρομές στη σύγχρονη μουσική.
