Η Nico είχε περάσει δεκαετίες κινούμενη ανάμεσα στη rock σκηνή, στον κινηματογράφο, στη μόδα και σε μία μακρά εξάρτηση από την ηρωίνη. Όταν άρχισε να βάζει ξανά τάξη στη ζωή της, η ποδηλασία έγινε μέρος της καθημερινής της άσκησης. Μια διαδρομή με ποδήλατο στην Ίμπιζα, όμως, οδήγησε στον σοβαρό τραυματισμό και στον θάνατό της, σε ηλικία 49 ετών, μία ημέρα σαν τη σημερινή.
Η Nico πέθανε τη στιγμή που έμοιαζε να έχει αρχίσει να απομακρύνεται από τη συνήθεια που είχε κυριεύσει επί χρόνια ολόκληρη τη ζωή της. Έπειτα από περίπου 15 χρόνια εξάρτησης από την ηρωίνη, είχε διακόψει τη χρήση, ακολουθούσε θεραπεία με μεθαδόνη και είχε στραφεί στη σωματική άσκηση, αναζητώντας μία σταθερή καθημερινότητα.
Το ποδήλατο ήταν μέρος αυτής της νέας περιόδου. Στις 17 Ιουλίου 1988, στη διάρκεια διακοπών στην Ίμπιζα με τον γιο της, Christian Aaron Boulogne, η 49χρονη τραγουδίστρια έφυγε για το κέντρο του νησιού. Δεν επέστρεψε ποτέ.
Η ιστορία της Nico είχε ήδη περάσει από πολλές διαφορετικές ζωές. Υπήρξε τραγουδίστρια, τραγουδοποιός, ηθοποιός και μοντέλο, ενώ για χρόνια αντιμετωπίστηκε και ως μούσα ισχυρών ανδρών της τέχνης. Ο περισσότερος κόσμος τη γνώρισε μέσα από τη σύντομη, δύσκολη και τελικά ιστορική σχέση της με τους Velvet Underground.
Η παρουσία της στο συγκρότημα οφειλόταν σε μεγάλο βαθμό στον Andy Warhol, ο οποίος επέμεινε να ενταχθεί στη σύνθεσή του. Ο Lou Reed είχε αρχικά αντιδράσει στην ιδέα, όμως στη συνέχεια έγραψε τραγούδια για εκείνη και για ένα μικρό διάστημα οι δυο τους υπήρξαν εραστές.
Η βαθιά, χαμηλή φωνή της ακούστηκε σε τραγούδια που συνδέθηκαν για πάντα με το πρώτο άλμπουμ των Velvet Underground. Παρ’ όλα αυτά, η Nico δεν παρέμεινε για πολύ στο συγκρότημα και η συνέχεια της πορείας της ακολούθησε έναν πιο μοναχικό, σκοτεινό δρόμο, μακριά από τις εύκολες προσδοκίες της μουσικής βιομηχανίας.
Τα προσωπικά της άλμπουμ πέρασαν σε μεγάλο βαθμό απαρατήρητα όταν κυκλοφόρησαν. Η ίδια έδειχνε μεγαλύτερο ενδιαφέρον για τη ζωντανή εμπειρία της μουσικής, για τη στιγμή κατά την οποία ένα τραγούδι αποκτά βάρος μπροστά σε πραγματικό κοινό.
«Θα ζούσα πάνω σε μία σκηνή, αν μπορούσα», είχε πει σε συνέντευξή της το 1986.
Στα προσωπικά της άλμπουμ βρήκε έναν σταθερό συνεργάτη στο πρόσωπο του John Cale, του Ουαλού μουσικού που είχε επίσης υπάρξει μέλος των Velvet Underground. Ο Cale συνεργάστηκε μαζί της σε αρκετές ηχογραφήσεις και επέστρεψε στο πλευρό της για το «Camera Obscura», το τελευταίο στούντιο άλμπουμ που κυκλοφόρησε η Nico πριν από τον θάνατό της.
Το «Camera Obscura» κυκλοφόρησε το 1985. Οι δυο τους είχαν να συνεργαστούν σε άλμπουμ από το 1974, όμως η Nico περιέγραφε την επανένωση σαν μία φυσική συνέχεια της παλιάς τους σχέσης.
«Είναι όπως ήταν πάντα, τίποτα δεν έχει αλλάξει καθόλου», είχε πει το 1986. «Ναι, τα τραγούδια μπορεί να μην είναι τέλεια, όμως στον John αρέσει η αίσθηση ότι ένα τραγούδι πρέπει να ακούγεται σαν να παίζεται πάνω στη σκηνή. Πιστεύει ότι δεν πρέπει να είναι τέλειο. Για κάποιον λόγο δεν του άρεσε ποτέ αυτό. Όχι για τον ίδιο, αλλά για μένα», είχε εξηγήσει.
Οι κριτικές για το άλμπουμ ήταν ανάμεικτες. Η σημασία εκείνης της περιόδου, ωστόσο, βρισκόταν και έξω από το στούντιο. Η Nico προσπαθούσε πλέον να αντιμετωπίσει μία εξάρτηση που την ακολουθούσε για δεκαετίες και είχε επηρεάσει τις σχέσεις, τις συνεργασίες και την καθημερινότητά της.
Ο Cale μίλησε χρόνια αργότερα με ωμότητα για τον τρόπο με τον οποίο η ηρωίνη είχε γίνει το κέντρο της ζωής της. Παράλληλα, θυμήθηκε τη συναισθηματική της αντίδραση όταν άκουγε ένα τραγούδι ολοκληρωμένο στο στούντιο.
«Ο καθένας οργανώνει τη ζωή του όπως μπορεί. Εκείνη είχε οργανώσει τη δική της γύρω από ένα ναρκωτικό», είχε πει το 2010. «Υπήρχε πάντα εκείνη η στιγμή στο στούντιο που έρχονταν τα δάκρυα. Έφευγε, εσύ πρόσθετες όσα ήθελες στις ηχογραφήσεις, της έβαζες να ακούσει το τελικό αποτέλεσμα και μετά έρχονταν τα δάκρυα χαράς: “Αχ, είναι πανέμορφο!”», είχε θυμηθεί.
Σύμφωνα με τις σχετικές μαρτυρίες, η Nico σταμάτησε τελικά την ηρωίνη έπειτα από 15 χρόνια εξάρτησης. Ξεκίνησε θεραπεία με μεθαδόνη και χρησιμοποίησε την άσκηση ως τρόπο για να περιορίζει την επιθυμία για χρήση και να δίνει πρόγραμμα στις ημέρες της.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η τελευταία διαδρομή της με ποδήλατο αποκτά μία ιδιαίτερα σκληρή ειρωνεία. Η συνήθεια που είχε υιοθετήσει για να φροντίσει το σώμα της και να χτίσει μία πιο σταθερή ζωή συνδέθηκε τελικά με το δυστύχημα που την οδήγησε στον θάνατο.
Τις τελευταίες ώρες της περιέγραψε ο γιος της, Christian Aaron Boulogne, στο βιβλίο «Please Kill Me: The Uncensored Oral History of Punk». Μητέρα και γιος βρίσκονταν για διακοπές στην Ίμπιζα, όταν εκείνη ανακοίνωσε ότι ήθελε να κατέβει στην πόλη.
«Αργά το πρωί της 17ης Ιουλίου 1988, η μητέρα μου μου είπε ότι έπρεπε να πάει στο κέντρο για να αγοράσει μαριχουάνα. Κάθισε μπροστά στον καθρέφτη και τύλιξε ένα μαύρο μαντίλι γύρω από το κεφάλι της. Κοιτούσε τον καθρέφτη και φρόντιζε πολύ να δέσει σωστά το μαντίλι. Κατεβαίνοντας τον λόφο με το ποδήλατο είπε: “Θα επιστρέψω σύντομα”», είχε αφηγηθεί. «Έφυγε νωρίς το απόγευμα, την πιο ζεστή ημέρα της χρονιάς».
Σε κάποιο σημείο της διαδρομής, η Nico έπεσε από το ποδήλατο και χτύπησε στο κεφάλι. Δεν έγινε ποτέ σαφές πόσο χρόνο έμεινε τραυματισμένη και εκτεθειμένη στην έντονη ζέστη.
Ένας οδηγός ταξί που περνούσε από την περιοχή τη βρήκε χωρίς τις αισθήσεις της και τη μετέφερε σε τοπικό νοσοκομείο. Η κατάσταση αποδείχθηκε μη αναστρέψιμη. Η Nico πέθανε από σοβαρή εγκεφαλική αιμορραγία και ως επίσημη ημερομηνία θανάτου καταγράφηκε η 18η Ιουλίου 1988.
Η εφημερίδα The New York Times είχε μεταφέρει τότε τις πληροφορίες που έδωσε ο μάνατζέρ της, Alan Wise. «Ο μάνατζέρ της, Alan Wise, δήλωσε ότι πέθανε σε νοσοκομείο του νησιού λίγες ώρες μετά το δυστύχημα. Η έκθεση του ιατροδικαστή ανέφερε ότι είχε υποστεί εγκεφαλική αιμορραγία, σύμφωνα με τον κ. Wise», ανέφερε το δημοσίευμα.
Η Nico άφησε πίσω της μία πορεία που χρειάστηκε χρόνο για να αξιολογηθεί σε όλο της το εύρος. Τα άλμπουμ της, με την αυστηρή ενορχήστρωση, τη βαριά φωνή και τον συχνά δυσπρόσιτο στιχουργικό τους κόσμο, απέκτησαν σταδιακά μεγαλύτερο ακροατήριο. Η αναγνώριση που δεν ήρθε με συμβατικούς όρους όσο ζούσε συνέχισε να μεγαλώνει μετά τον θάνατό της.
Ο John Cale διατήρησε ζωντανή τη μνήμη της. Στο άλμπουμ του «Mercy», που κυκλοφόρησε το 2023, συμπεριέλαβε το τραγούδι «Moonstruck (Nico’s Song)», το οποίο περιέγραψε ως γραμμένο με «πολλή τρυφερότητα».
Μιλώντας για τους στίχους της, αναγνώρισε ότι απαιτούσαν προσοχή και υπομονή από τον ακροατή. Δεν προσπαθούσε να τους ερμηνεύσει με μία τελική απάντηση, ούτε θεωρούσε ότι η ίδια όφειλε να τους εξηγεί.
«Έπρεπε να ψάξεις βαθιά στους στίχους της. Πάντα αναρωτιόσουν: “Τι εννοούσε με αυτό;” Κι εγώ δεν ήθελα ποτέ πραγματικά να τη ρωτήσω. Απλώς το δεχόμουν γι’ αυτό που ήταν. Αυτό που συνέβη με το πέρασμα του χρόνου είναι ότι τα τραγούδια της μοιάζουν να γίνονται όλο και καλύτερα», είχε πει.
Η ίδια είχε καταλάβει ότι η μουσική της δεν ταίριαζε με τους συνηθισμένους εμπορικούς κανόνες. Σε συνέντευξη που έδωσε το 1985, ενώ βρισκόταν σε περιοδεία στη Νέα Ζηλανδία, μίλησε χωρίς αγωνία για τη θέση που θα καταλάμβανε το έργο της στο μέλλον.
«Δεν είναι πολύ —πώς να το πω— εμπορικό». Όμως θα αναγνωριστεί καθώς θα προχωρώ, είτε προς την κάθοδο είτε προς την άνοδο», είχε δηλώσει.
Η Nico έζησε χωρίς να προσαρμόσει τη μουσική και την προσωπικότητά της στις απαιτήσεις μιας εύκολης καριέρας. Αυτή η στάση είχε κόστος. Την κράτησε για χρόνια στο περιθώριο της ευρείας αναγνώρισης, ενώ η εξάρτηση επιβάρυνε μία ζωή ήδη γεμάτη συγκρούσεις, μετακινήσεις και ασταθείς σχέσεις.
Ο θάνατός της στην Ίμπιζα παραμένει συνδεδεμένος με μία οδυνηρή ανατροπή. Είχε αρχίσει να διεκδικεί ξανά τον έλεγχο του σώματος και της καθημερινότητάς της, όταν ένα συνηθισμένο απόγευμα πάνω σε ένα ποδήλατο έβαλε τέλος σε αυτή την προσπάθεια.
Τα τραγούδια της συνέχισαν έκτοτε να βρίσκουν νέους ακροατές, ακριβώς όπως είχε προβλέψει. Η αναγνώριση ήρθε αργά, μέσα από τη σταδιακή κατανόηση μιας φωνής που δεν ζητούσε να γίνει ευχάριστη ή εύκολη. Ζητούσε χρόνο. Και, τελικά, τον πήρε.
