Ο Carl Carlton, τραγουδιστής που χάρισε στην R&B έναν από τους πιο εμβληματικούς ύμνους της και έκανε το «Everlasting Love» παγκόσμια επιτυχία, πέθανε σε ηλικία 72 ετών μετά από μία «μακρά, σκληρή μάχη».
Ο Carl Carlton, ο αστέρας της R&B και της soul που γεννήθηκε στο Ντιτρόιτ και χάρισε στη μουσική έναν από τους πιο διαχρονικούς και ακαταμάχητους ύμνους της, το «She’s a Bad Mama Jama (She’s Built, She’s Stacked)» του 1981, έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 72 ετών.
Την είδηση έκανε γνωστή την Κυριακή ο γιος του, Carlton Hudgens II, με μία συγκινητική ανάρτηση στο Facebook που συνόδευε μία φωτογραφία του πατέρα του, γράφοντας: «Αναπαύσου εν ειρήνη μπαμπά, θρύλε Carl Carlton, τραγουδιστή του “She’s a Bad Mama Jama”. Έδωσες μία μακρά, σκληρή μάχη στη ζωή και θα μας λείψεις».
Η αιτία θανάτου δεν αποκαλύφθηκε, αλλά ήταν γνωστό ότι ο Carlton, το πραγματικό όνομα του οποίου ήταν Carlton Hudgens, υπέστη εγκεφαλικό επεισόδιο πριν από έξι χρόνια, το 2019.
Γεννημένος στην «Πόλη των Αυτοκινήτων» στις 21 Μαΐου 1953, ξεκίνησε την καριέρα του σε πολύ νεαρή ηλικία με το ψευδώνυμο «Little Carl» Carlton. Μέχρι το 1964, είχε ήδη κυκλοφορήσει τα πρώτα του single, τα «I Think of How I Love Her» και «I Love True Love», και σημείωνε τοπικές επιτυχίες με τραγούδια όπως το «So What» και το «Don’t You Need a Boy Like Me».
Η φωνή του και το ταλέντο του δεν άργησαν να τραβήξουν την προσοχή. Το 1968, υπέγραψε συμβόλαιο με την Back Beat Records και μετακόμισε στο Χιούστον για να είναι πιο κοντά στον ιδρυτή της εταιρείας, Don Robey.
Η συνεργασία τους απέδωσε καρπούς με το «Competition Ain’t Nothing», το οποίο σκαρφάλωσε στο Νο. 36 του R&B chart του Billboard και γρήγορα έγινε ένα αγαπημένο κομμάτι στη Northern Soul σκηνή του Ηνωμένου Βασιλείου, ένα κίνημα που θα τον ακολουθούσε για πάντα.
Η μεγάλη του στιγμή, ωστόσο, ήρθε το 1974. Μετά την πώληση της δισκογραφικής του εταιρείας στην ABC Records, ο Carlton έκανε το μεγάλο του «μπαμ» με μία ονειρική, γεμάτη πάθος διασκευή του «Everlasting Love» του Robert Knight.
Το τραγούδι, ένα αριστούργημα της soul με disco αποχρώσεις, έγινε η μεγαλύτερη και πιο διαχρονική του επιτυχία, φτάνοντας στο Νο. 6 του Billboard Hot 100 και παραμένοντας στο chart για 15 εβδομάδες, χαρίζοντάς του μία θέση στο πάνθεον της μουσικής.
Μετά από μία περίοδο αλλαγών δισκογραφικών εταιρειών, στις αρχές της δεκαετίας του 1980 ο Carlton κατέληξε στην 20th Century Records και κυκλοφόρησε το τραγούδι που θα γινόταν η υπογραφή του: το αισθησιακό, funk R&B διαμάντι «She’s a Bad Mama Jama (She’s Built, She’s Stacked)».
Το κομμάτι, γραμμένο από τον Leon Haywood, έφτασε στο Νο. 2 του R&B chart και στο Νο. 22 του Hot 100, χάρισε στον Carlton μία υποψηφιότητα για Grammy το 1982 και καθιερώθηκε ως ένας απόλυτος ύμνος.
Η επιρροή του παραμένει τεράστια μέχρι σήμερα, έχοντας γίνει sample από αμέτρητους ράπερ, όπως οι Foxy Brown, Flo Milli και Das EFX, και έχοντας εμφανιστεί σε ταινίες και τηλεοπτικές σειρές, από το «Miss Congeniality 2» μέχρι τα «Φιλαράκια».
Ο Carlton συνέχισε να ηχογραφεί και να εμφανίζεται για τις επόμενες δεκαετίες, κυκλοφορώντας άλμπουμ όπως τα «Private Property» (1985) και «Main Event» (1994), ενώ το 2010 εξέπληξε τους πάντες με το gospel άλμπουμ «God Is Good».
Η παρουσία του ήταν σταθερή και σε τηλεοπτικές εκπομπές-θρύλους όπως το «American Bandstand» και το «Soul Train», ενώ το 2003 συμμετείχε στο τηλεοπτικό αφιέρωμα «American Soundtrack: Rhythm, Love, and Soul», δίπλα σε ονόματα όπως η Aretha Franklin και ο Lou Rawls.
«Με βαριά καρδιά, θρηνούμε την απώλεια του θρυλικού Carl Carlton», έγραψε το συγκρότημα Con Funk Shun σε έναν φόρο τιμής. «Η φωνή, το ταλέντο και η συνεισφορά του στη soul και την R&B μουσική θα είναι για πάντα μέρος της ζωής μας και το soundtrack τόσων πολλών αναμνήσεων».
Ο Carl Carlton αφήνει πίσω του μία κληρονομιά που ξεπερνά τα charts. Ήταν η φωνή που μπορούσε να εκφράσει τόσο την αιώνια αγάπη όσο και τον αχαλίνωτο θαυμασμό, ένας καλλιτέχνης που ένωσε τη γλυκύτητα της soul με την ακατέργαστη ενέργεια της funk.
Η μουσική του δεν ήταν απλώς επιτυχίες, αλλά ηχητικά στιγμιότυπα μιας εποχής, που συνεχίζουν να μας κάνουν να χορεύουμε, να ερωτευόμαστε και να θυμόμαστε. Και αυτή η κληρονομιά είναι, πράγματι, αιώνια.
