Ο Βρετανός μουσικός Tony Thorpe, ο οποίος σφράγισε τον ήχο του glam rock συγκροτήματος The Rubettes κατά τη δεκαετία του 1970, πέθανε σε ηλικία 80 ετών. Την είδηση έκανε γνωστή η οικογένειά του, ενώ ο frontman του συγκροτήματος, Alan Williams, αποχαιρέτησε τον παλιό του συνεργάτη με ένα συγκινητικό μήνυμα, τιμώντας τη σημαντική προσφορά του στην κιθάρα και τη σύνθεση των μεγάλων επιτυχιών της μπάντας.
Ο Tony Thorpe, ο κιθαρίστας, τραγουδιστής και τραγουδοποιός που βοήθησε το αγγλικό glam rock συγκρότημα The Rubettes να γνωρίσει διεθνή επιτυχία στη δεκαετία του 1970, έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 80 ετών.
Τον θάνατο του Anthony John Thorpe ανακοίνωσε η οικογένειά του μέσα από την επίσημη σελίδα του στο Facebook.
«Με μεγάλη θλίψη ανακοινώνουμε και επίσημα τον θάνατο του Anthony John Thorpe», ανέφερε η οικογένειά του στην ανακοίνωσή της.
«Ήταν πατέρας για τον Clay, σύζυγος για τη Shirle, φίλος για πολλούς και μέντορας για αμέτρητους μουσικούς, νέους και μεγαλύτερους. Η επιδείνωση της υγείας του το τελευταίο διάστημα ελάχιστα μείωσε το κοφτερό του μυαλό και το ιδιαίτερο χιούμορ του», σημείωσε η οικογένειά του.
«Αφήνει ένα δυσαναπλήρωτο κενό στις ζωές όλων όσων γνώριζαν τον ίδιο ή τη μουσική του. Η αγάπη και οι σκέψεις μας πάνε στον γιο του, Clayton», πρόσθεσε η οικογένεια.
Ο frontman των The Rubettes, Alan Williams, αποχαιρέτησε τον πρώην συνεργάτη του με ένα συγκινητικό μήνυμα στην επίσημη σελίδα της μπάντας.
«Ευτυχώς τώρα αναπαύεται εν ειρήνη. Αγαπημένε Tony, οι δρόμοι μας διασταυρώθηκαν μόνο για λίγο, αλλά σε αυτό το διάστημα γεννήθηκε υπέροχη μουσική και συχνά ξεκαρδιστικές, αλησμόνητες στιγμές», έγραψε ο Williams.
«Η δεξιοτεχνία σου στην κιθάρα και στο στυλό δεν μπορεί να αμφισβητηθεί και παραμένει μαζί μας, χωρίς να ξεχαστεί ποτέ. Αναπαύσου τώρα, Cowboy», συμπλήρωσε ο τραγουδιστής.
Οι The Rubettes σχηματίστηκαν το 1973 από τη δισκογραφική εταιρεία Polydor Records, προς το τέλος της χρυσής εποχής της glam rock μουσικής. Το συγκρότημα ξεχώρισε αμέσως χάρη στον συνδυασμό των φωνητικών αρμονιών doo-wop από τη δεκαετία του 1950 με τον pop rock ήχο, αλλά και χάρη στην εικόνα τους με τα λευκά κοστούμια και τα υφασμάτινα καπέλα.
Η μεγάλη επιτυχία ήρθε το 1974 με το πρώτο τους τραγούδι «Sugar Baby Love». Το τραγούδι παρέμεινε στο No. 1 του βρετανικού chart για τέσσερις εβδομάδες, ενώ έφτασε μέχρι το No. 37 του αμερικανικού Billboard Hot 100, συστήνοντας το συγκρότημα στο κοινό της Αμερικής.
Ο Thorpe εντάχθηκε στη βασική σύνθεση της μπάντας το 1974, μαζί με τους Alan Williams, John Richardson, Mick Clarke, Bill Hurd και Pete Arnesen. Παράλληλα με τα καθήκοντά του ως βασικός κιθαρίστας και τραγουδοποιός, ανέλαβε και τα κύρια φωνητικά στο τραγούδι «Baby I Know».
Αν και το συγκρότημα δεν επανέλαβε την επιτυχία του πρώτου του τραγουδιού στην κορυφή των charts, κατάφερε να συγκεντρώσει συνολικά εννέα τραγούδια στο Top 40 της Βρετανίας. Ανάμεσα σε αυτά ξεχώρισαν τα «Tonight», «Juke Box Jive» και «I Can Do It».
Ο Thorpe αποχώρησε από τους The Rubettes το 1979 λόγω δημιουργικών διαφωνιών και δεν επέστρεψε ποτέ στο συγκρότημα, το οποίο παραμένει ενεργό μέχρι σήμερα.
Μετά την αποχώρησή του, παρέμεινε δραστήριος στη μουσική βιομηχανία. Εργάστηκε ως μουσικός ηχογραφήσεων δίπλα σε καλλιτέχνες όπως η Cilla Black, ο Tommy Steele, ο Jimmy Tarbuck, ο Harry Secombe και ο Roy Castle, ενώ κυκλοφόρησε και δικό του υλικό.
Στη δεκαετία του 1980 συμμετείχε επίσης στο συγκρότημα The Firm. Στη συνέχεια, απομακρύνθηκε από τη μουσική βιομηχανία, μετακομίζοντας στο Μπέρνλι και αργότερα στο Πούλτον-λι-Φάιλντ.
Παράλληλα, δίδαξε σε μουσικό πρόγραμμα στο Blackburn College, μεταδίδοντας τις γνώσεις του σε νέους μουσικούς. Το 2014 εξέδωσε τα απομνημονεύματά του με τίτλο «A Bride’s Nightie», καταγράφοντας τις εμπειρίες της καριέρας του.
Η απώλεια του Tony Thorpe σηματοδοτεί το τέλος μιας ολόκληρης εποχής για τη βρετανική σκηνή της δεκαετίας του 1970. Αν και το όνομά του συνδέθηκε ανεξίτηλα με την έξαρση της glam rock μουσικής, η συνολική διαδρομή του αναδεικνύει έναν αληθινό εργάτη της μουσικής που υπηρέτησε την τέχνη του τόσο στη σκηνή όσο και στη διδασκαλία.
Πέντε δεκαετίες μετά τις μεγάλες επιτυχίες, ο κιθαριστικός του ήχος και τα τραγούδια που συνέθεσε παραμένουν ζωντανά, θυμίζοντας μία εποχή όπου η αθωότητα της pop συναντούσε την ενέργεια της rock.
