Έρευνες και δεδομένα σκιαγραφούν το χρονικό σημείο που οι ακουστικές μας κεραίες παύουν να αναζητούν το καινούργιο και επιστρέφουν στην ασφάλεια της μουσικής της νιότης μας – Μια ανάλυση για τη νοσταλγία, τον χρόνο και τους ρυθμούς της ζωής που αλλάζουν
Υπάρχει μία σχεδόν αθόρυβα μελαγχολική στιγμή στη ζωή κάθε ενήλικα μουσικόφιλου. Είναι εκείνο το δευτερόλεπτο που κοιτάζεις τα charts ή τις προτάσεις του αλγορίθμου και συνειδητοποιείς πως τα ονόματα των καλλιτεχνών σού είναι παντελώς άγνωστα. Ή, ακόμα χειρότερα, η στιγμή που σε ένα πάρτι ακούγεται το νέο viral τραγούδι που έχει κατακλύσει το TikTok και εσύ πιάνεις τον εαυτό σου να αναπολεί τις εποχές που το «Mr. Brightside» των The Killers ή το «Rehab» της Amy Winehouse ήταν ό,τι πιο φρέσκο κυκλοφορούσε στα ραδιόφωνα.
Δεν είναι απλώς μία ένδειξη ότι μεγαλώνουμε, αλλά είναι μία πολιτισμική στροφή που συμβαίνει μέσα μας, μία διαδικασία που οι ειδικοί έχουν ονομάσει «μουσική παράλυση». Και, όπως φαίνεται, συμβαίνει νωρίτερα από όσο νομίζουμε.
Αν νιώθετε πως έχετε «κολλήσει» στα ακούσματα της δεκαετίας των 20 ή των 30 σας, δεν είστε μόνοι, ούτε παραξενεμένοι. Σύμφωνα με εκτεταμένες έρευνες που έχουν πραγματοποιηθεί από μεγάλες πλατφόρμες streaming όπως το Spotify και το Deezer, υπάρχει ένα συγκεκριμένο ηλικιακό ορόσημο όπου ο μέσος ακροατής σταματά να ανακαλύπτει ενεργά νέα είδη και καλλιτέχνες.
Τα στοιχεία δείχνουν πως αυτή η «μουσική ωρίμανση» –ή στασιμότητα, ανάλογα με το πώς θα επιλέξει κανείς να το δει– κορυφώνεται γύρω στην ηλικία των 30 ετών, με τα 33 έτη να αποτελούν συχνά το ανώτατο όριο πριν ξεκινήσει η οριστική επιστροφή στα «παλιά και αγαπημένα».
Η εικόνα είναι γνώριμη. Στα 14 ή στα 20 μας χρόνια, η μουσική δεν ήταν απλώς υπόκρουση, αλλά ήταν ταυτότητα. Περιμέναμε με αγωνία το πρώτο single από το αγαπημένο μας συγκρότημα, διαβάζαμε κάθε συνέντευξη και αποστηθίζαμε τους στίχους πριν καλά – καλά κυκλοφορήσει το άλμπουμ. Ήμασταν οι πιο παθιασμένοι θαυμαστές.
Τι συμβαίνει όμως καθώς περνούν τα χρόνια; Οι έρευνες υποδεικνύουν πως γύρω στα 24 οι άνθρωποι τείνουν να είναι πιο ανοιχτοί από ποτέ σε νέα ακούσματα. Εξερευνούν, πειραματίζονται, απορρίπτουν και υιοθετούν. Ωστόσο, μόλις περάσουμε το κατώφλι των 30, η διάθεση για εξερεύνηση μειώνεται δραματικά.
Οι λόγοι δεν είναι απαραίτητα αισθητικοί, αλλά βαθιά πρακτικοί και ψυχολογικοί. Η ζωή παρεμβαίνει με τον πιο πεζό τρόπο. Οι ευθύνες της ενήλικης καθημερινότητας, η απαιτητική καριέρα και η φροντίδα των παιδιών περιορίζουν δραματικά τον ελεύθερο χρόνο. Η ανακάλυψη νέας μουσικής απαιτεί ενέργεια και διαθεσιμότητα – πόρους που στα 30+ σπανίζουν.
Έτσι, όταν ο χρόνος πιέζει, η επιλογή του να ακούσεις για εκατοστή φορά το «Rumours» των Fleetwood Mac ή το «OK Computer» των Radiohead φαντάζει ως ένα ασφαλές, ανακουφιστικό καταφύγιο. Είναι η μουσική ως συναισθηματική «κουβέρτα», μία άμεση σύνδεση με μία εποχή που τα πράγματα ήταν, ή έδειχναν, πιο απλά.
Πέρα όμως από την έλλειψη χρόνου, υπάρχει και η λεγόμενη «υπερπροσφορά».
Ζούμε στην εποχή του απόλυτου μουσικού πληθωρισμού. Με δεκάδες χιλιάδες νέα κομμάτια να ανεβαίνουν στις πλατφόρμες καθημερινά, το κοινό συχνά βιώνει μία παράλυση επιλογής. Αντί να ψάξουμε το επόμενο σπουδαίο πρώτο άλμπουμ ενός νέου καλλιτέχνη, επιστρέφουμε σε ό,τι γνωρίζουμε ότι θα μας ικανοποιήσει σίγουρα. Ο αλγόριθμος, φυσικά, παίζει τον ρόλο του, ανατροφοδοτώντας μας συνεχώς με παρόμοια ακούσματα, εγκλωβίζοντάς μας σε έναν αέναο κύκλο οικειότητας.
Επιπλέον, υπάρχει μία βιολογική και ψυχολογική διάσταση που δεν μπορούμε να αγνοήσουμε. Οι νευροεπιστήμονες αναφέρονται συχνά στο φαινόμενο της «αναμνηστικής κορύφωσης» (reminiscence bump). Τα τραγούδια που ακούμε κατά την εφηβεία και την πρώιμη ενηλικίωσή μας –περίπου από τα 12 έως τα 22– «γράφουν» στον εγκέφαλό μας με έναν τρόπο που καμία μετέπειτα μουσική δεν μπορεί να ανταγωνιστεί.
Σε αυτές τις ηλικίες, ο εγκέφαλός μας αναπτύσσεται ραγδαία και τα συναισθήματα βιώνονται στην πιο έντονη μορφή τους. Το τραγούδι που έπαιζε όταν ερωτευτήκαμε για πρώτη φορά ή εκείνο που μας παρηγόρησε στην πρώτη μεγάλη απογοήτευση, αποκτά μία νευρωνική υπογραφή που μένει ανεξίτηλη. Γι’ αυτό, όσο άρτιο και αν είναι ένα σύγχρονο τραγούδι, δύσκολα θα προκαλέσει την ίδια ρίγη συγκίνησης με εκείνο που μας καθόρισε στα 17 μας.
Φυσικά, το να σταματάμε να ακούμε νέα μουσική δεν είναι απαραίτητα κάτι αρνητικό. Είναι ίσως μία επιβεβαίωση ότι κατασταλάζουμε. Έχουμε διαμορφώσει το γούστο μας, ξέρουμε ποιοι είμαστε και τι μας αρέσει. Δεν έχουμε πια την ανάγκη να ακολουθούμε τις τάσεις για να ανήκουμε σε μία «φυλή» ή να αποδείξουμε ότι είμαστε ενημερωμένοι. Υπάρχει μία γοητεία στην επιλεκτικότητα που φέρνει η ωριμότητα.
Ωστόσο, οι ειδικοί προειδοποιούν ότι το να κλείνουμε εντελώς τα αυτιά μας στο καινούργιο είναι σαν να αρνούμαστε την εξέλιξη του πολιτισμού που συμβαίνει γύρω μας.
Η μουσική είναι ένας ζωντανός οργανισμός που αντικατοπτρίζει το παρόν. Καλλιτέχνες όπως η Billie Eilish ή ο Kendrick Lamar δεν δημιουργούν απλώς επιτυχίες, αλλά σχολιάζουν την εποχή τους με τον ίδιο τρόπο που έκαναν οι Beatles ή οι Nirvana στις δικές τους δεκαετίες. Το να μένουμε προσκολλημένοι αποκλειστικά στο παρελθόν μάς στερεί τη δυνατότητα να κατανοήσουμε τον κόσμο όπως διαμορφώνεται σήμερα.
Είναι ενδιαφέρον ότι η τεχνολογία, η οποία συχνά κατηγορείται για την αποξένωσή μας, μπορεί να λειτουργήσει και ως λύση. Ποτέ δεν ήταν ευκολότερο να βρεις το επόμενο αγαπημένο σου συγκρότημα. Οι λίστες «Discover Weekly» και οι συντακτικές playlists προσφέρουν μία γέφυρα ανάμεσα στο παλιό και το νέο, προτείνοντας ήχους που ταιριάζουν στο μουσικό μας DNA αλλά προέρχονται από το σήμερα. Το στοίχημα είναι να πατήσουμε το play σε κάτι που δεν έχουμε ξανακούσει, νικώντας την αρχική αντίσταση.
Τελικά, η «μουσική παράλυση» στα 30 μπορεί να είναι ο κανόνας, αλλά δεν είναι μονόδρομος. Η μουσική περιέργεια είναι σαν μυς – αν σταματήσεις να τον γυμνάζεις, ατονεί.
Ίσως η λύση να βρίσκεται σε μία ισορροπία: να κρατάμε τα βινύλια και τις λίστες με τα κλασικά ως πολύτιμα κειμήλια της ψυχής μας, αλλά να αφήνουμε πάντα ένα παράθυρο ανοιχτό για εκείνο το απροσδόκητο τραγούδι που, ανεξαρτήτως ηλικίας, μπορεί ακόμα να μας κάνει να δυναμώσουμε την ένταση και να νιώσουμε, έστω και για λίγο, ότι ανακαλύπτουμε τον κόσμο από την αρχή.
