Η Rachel Chinouriri αφήνει πίσω της την ασφάλεια του γνώριμου indie ήχου της και βυθίζεται στα συνθεσάιζερ, την disco και τις αντιφάσεις της ενηλικίωσης. Στο δεύτερο άλμπουμ της, ανακαλύπτει πως μπορείς να χορεύεις μέχρι το πρωί και ταυτόχρονα να προσπαθείς να ξεφύγεις από τον ίδιο σου τον εαυτό.
Υπάρχει κάτι παράξενα παρηγορητικό στη σκέψη ότι μπορείς να κρύψεις τη στενοχώρια σου μέσα σε ένα γεμάτο κλαμπ. Τα φώτα αναβοσβήνουν, η μουσική δυναμώνει, οι φίλοι γελούν, κάποιος παραγγέλνει ακόμη ένα ποτό και, για λίγες ώρες, όλα μοιάζουν να βρίσκονται στη θέση τους. Κι ύστερα έρχεται η στιγμή που το πάρτι τελειώνει, τα φώτα ανάβουν και η σιωπή επιστρέφει. Η Rachel Chinouriri γνωρίζει καλά αυτή τη διαδρομή. Και στο «I Think I Spoke Too Soon», το δεύτερο στούντιο άλμπουμ της, που κυκλοφόρησε στις 16 Οκτωβρίου 2026, αποφασίζει να την ακολουθήσει μέχρι το τέλος.
Αν το «What A Devastating Turn Of Events», το ντεμπούτο της από το 2024, ήταν μια βαθιά προσωπική καταγραφή της απώλειας, της απογοήτευσης και της προσπάθειας να βρεις τη θέση σου στον κόσμο, η νέα της δουλειά μοιάζει με τη στιγμή που αποφασίζεις να βγεις ξανά έξω. Όχι επειδή όλα έχουν διορθωθεί, αλλά επειδή δεν αντέχεις άλλο να μένεις κλεισμένος στο ίδιο δωμάτιο. Η Chinouriri στρέφεται προς την πίστα, αφήνει τις κιθάρες να συναντήσουν τα συνθεσάιζερ και τις disco μελωδίες και επιχειρεί να μετατρέψει τις περιπλανήσεις της στα είκοσί της σε ένα άλμπουμ που κινείται διαρκώς ανάμεσα στην ευφορία και τη μελαγχολία.
Δεν πρόκειται, ωστόσο, για μια εύκολη μεταμόρφωση. Η μουσική γίνεται πιο λαμπερή, τα τέμπο ανεβαίνουν και οι ρυθμοί αποκτούν μεγαλύτερη ένταση, αλλά κάτω από την επιφάνεια εξακολουθεί να υπάρχει εκείνη η γνώριμη αίσθηση ότι κάτι δεν πηγαίνει καλά. Η Rachel μπορεί να ακούγεται σαν να βρίσκεται στο κέντρο ενός πάρτι, ενώ στην πραγματικότητα παρατηρεί τον εαυτό της από απόσταση, προσπαθώντας να καταλάβει πώς έφτασε μέχρι εκεί.
Το «One Song Away From Crying», το τραγούδι που ανοίγει τον δίσκο, είναι η πρώτη ένδειξη αυτής της αντίφασης. Τα φωτεινά συνθεσάιζερ και ο χορευτικός ρυθμός δημιουργούν την ατμόσφαιρα μιας disco που μοιάζει να μην κλείνει ποτέ, όμως ο τίτλος προδίδει ήδη τι κρύβεται από κάτω: η απόσταση ανάμεσα στο χαμόγελο και τα δάκρυα είναι ελάχιστη. Η Chinouriri κινείται ανάμεσα στα δύο, σαν να προσπαθεί να πείσει τον εαυτό της ότι μπορεί να συνεχίσει να διασκεδάζει ακόμη κι όταν αισθάνεται πως πλησιάζει σε ένα συναισθηματικό αδιέξοδο.
Η αίσθηση θυμίζει τη μοναχική ευφορία του «Dancing On My Own» της Robyn, εκεί όπου ο χορός δεν εξαφανίζει τον πόνο, αλλά του προσφέρει έναν διαφορετικό τρόπο έκφρασης. Η Chinouriri δεν προσπαθεί να κρύψει τη θλίψη της πίσω από την ποπ παραγωγή. Την αφήνει να υπάρχει μέσα της, να συγκρούεται με τις μελωδίες και να κάνει κάθε χαρούμενο ξέσπασμα λίγο πιο εύθραυστο.
Στη συνέχεια, το «Pretty Girls» και το «Baby Steps» δίνουν στον δίσκο την απαραίτητη ελαφρότητα. Το πρώτο μοιάζει με ύμνο για τη διασκέδαση, τη θηλυκότητα και την αυτοπεποίθηση, ενώ το δεύτερο ξεκινά με μια μελωδική εισαγωγή που παραπέμπει στη δεκαετία του 1980, πριν παραδοθεί σταδιακά στον ρυθμό. Είναι από εκείνες τις στιγμές όπου η Chinouriri δείχνει ότι η στροφή προς τη χορευτική μουσική δεν αποτελεί απλώς μια αλλαγή κατεύθυνσης, αλλά μια επέκταση του τρόπου με τον οποίο γράφει τραγούδια.
Δεν εγκαταλείπει, άλλωστε, τις κιθάρες που χαρακτήρισαν την προηγούμενη δουλειά της. Τα «I’m a Star» και «AAAHHH!!!» επαναφέρουν την ένταση του ανεξάρτητου ροκ, με δυνατά τύμπανα, ηλεκτρικές κιθάρες και τη φωνή της στο επίκεντρο. Ειδικά το «AAAHHH!!!» συνδυάζει την ανησυχία με μια τρυφερότητα που δεν έχει εξαφανιστεί από τον κόσμο της. Είναι σαν μια μικρή υπενθύμιση ότι, όσο κι αν αλλάζει η μουσική, η ανάγκη της να μιλά για τις πιο προσωπικές της εμπειρίες παραμένει σταθερή.
Και τότε έρχεται το «Broken Chair», ένα από τα τραγούδια που αποκαλύπτουν καλύτερα τι πραγματικά συμβαίνει μέσα στον δίσκο.
Η εικόνα μιας παλιάς, βρόμικης καρέκλας παρατημένης σε έναν δρόμο του Λονδίνου μετατρέπεται στα χέρια της Chinouriri σε αφετηρία για μια εξομολόγηση γύρω από τη νυχτερινή ζωή και την προσπάθεια να αντιμετωπίσεις όσα σε βαραίνουν μέσα από τη διασκέδαση. Η αφηγήτρια περιβάλλεται από ανθρώπους, παρέες και στιγμές που μοιάζουν να υπόσχονται ανακούφιση. Όμως η συντροφικότητα που προσφέρει το πάρτι έχει ημερομηνία λήξης, όπως και η προσωρινή αίσθηση ότι όλα είναι υπό έλεγχο.
Η φράση «You look lonely but not me / I’ve got plenty of friends ’til the last call» συμπυκνώνει αυτή την αντίφαση: κάποιος άλλος μπορεί να φαίνεται μόνος, όχι όμως κι εκείνη, που έχει αρκετούς φίλους μέχρι την τελευταία παραγγελία. Η αυτοπεποίθηση μοιάζει σχεδόν αδιαπέραστη, μέχρι να συνειδητοποιήσεις πόσο εύθραυστη είναι η συνθήκη πάνω στην οποία βασίζεται.
Η νύχτα τελειώνει. Οι φίλοι φεύγουν. Και η μοναξιά που είχε προσωρινά απομακρυνθεί επιστρέφει στη θέση της.
Το «Broken Chair» είναι χαρακτηριστικό της γραφής της Chinouriri, επειδή κατορθώνει να μετατρέψει μια καθημερινή, σχεδόν ασήμαντη εικόνα σε μια βαθύτερη παρατήρηση για τη ζωή των ανθρώπων που προσπαθούν να βρουν ισορροπία μέσα στα είκοσί τους. Δεν χρειάζεται να περιγράψει μια θεαματική καταστροφή για να μιλήσει για την απογοήτευση. Της αρκεί μια καρέκλα στο πεζοδρόμιο και μια βραδιά που δεν εξελίχθηκε όπως είχε φανταστεί.
Η ίδια ειλικρίνεια διαπερνά και το «The Good Fight», μια από τις πιο δυνατές στιγμές του άλμπουμ. Η θολή, παραμορφωμένη παραγωγή ακολουθεί τις σκέψεις μιας αφηγήτριας που μοιάζει να έχει κουραστεί από τις δικές της αντιφάσεις. Η Chinouriri δεν αναζητά δικαιολογίες ούτε επιχειρεί να παρουσιάσει τον εαυτό της ως αθώο παρατηρητή όσων της συμβαίνουν. Αντίθετα, στρέφει το βλέμμα προς τα μέσα, αναρωτώμενη αν η συμπεριφορά της και οι επιλογές της την οδηγούν πραγματικά εκεί όπου θέλει να φτάσει.
Το άλμπουμ αγγίζει ιδιαίτερα προσωπικά θέματα, όπως η νηφαλιότητα και η σχέση της με τη νυχτερινή ζωή. Στο «Broken Chair», η τραγουδίστρια κοιτάζει τον εαυτό της σαν να πρόκειται για κάποιο άλλο πρόσωπο, προσπαθώντας να καταλάβει όσα συνέβησαν στις στιγμές που η μνήμη της είναι θολή. Η προσπάθειά της να αποστασιοποιηθεί από αυτή την εκδοχή του εαυτού της δεν είναι εύκολη. Είναι όμως απαραίτητη, αν θέλει να αναγνωρίσει τι την πληγώνει και να αλλάξει όσα δεν μπορεί πλέον να συνεχίσει να αγνοεί.
Στο «Shiver», η κιθάρα μοιάζει να αφήνει γύρω της ένα κενό που μεγαλώνει αντί να γεμίζει. Η παραγωγή είναι ταυτόχρονα απόμακρη και ασφυκτική, σαν να προσπαθεί να αναπαραστήσει εκείνη την εσωτερική ταραχή που δεν μπορείς να εξηγήσεις στους άλλους. Η Chinouriri τραγουδά για τη μοναξιά και τις αναμνήσεις που επιστρέφουν, ενώ η ζωή εξακολουθεί να προχωρά, ανεξάρτητα από το αν είσαι έτοιμος να την ακολουθήσεις.
Είναι μια από τις στιγμές όπου η φωνή της ακούγεται πιο ευάλωτη, αλλά και πιο εκφραστική. Η απαλότητά της έρχεται σε αντίθεση με την ένταση της παραγωγής, δημιουργώντας ένα αποτέλεσμα που δεν επιδιώκει να προσφέρει εύκολη ανακούφιση. Αντίθετα, σε αναγκάζει να παραμείνεις μέσα στο συναίσθημα, ακόμη κι όταν αυτό γίνεται δυσάρεστο.
Αυτή η σύγκρουση κορυφώνεται στο «Make Believe», όπου η τρεμάμενη, βιομηχανική ηχητική ατμόσφαιρα συνοδεύει μια σχεδόν απεγνωσμένη ανάγκη για αγάπη. Η επιθυμία να σε αγαπήσει κάποιος, ακόμη κι αν στο παρελθόν δεν το έκανε, αποκαλύπτει πόσο εύκολο είναι να μπερδέψεις την ανάγκη για επιβεβαίωση με την ανάγκη για πραγματική σύνδεση. Ακόμη και οι πιο επιβλητικές ενορχηστρώσεις του άλμπουμ διατηρούν αυτή τη μελαγχολία. Τίποτα δεν λάμπει τόσο έντονα ώστε να εξαφανίσει εντελώς τις σκιές.
Κι αν το «I Think I Spoke Too Soon» μοιάζει να περιστρέφεται γύρω από τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουμε τους άλλους, στην πραγματικότητα η σημαντικότερη σχέση που εξετάζει είναι εκείνη με τον ίδιο μας τον εαυτό. Η Chinouriri αναρωτιέται ποια γυναίκα προσπαθεί να γίνει, πόσο από την εικόνα που παρουσιάζει στους άλλους ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και αν οι επιλογές της την οδηγούν προς την ευτυχία που πίστευε ότι είχε ήδη κατακτήσει.
Το «Crash This Car», που κλείνει τον δίσκο, αφήνει αυτές τις ερωτήσεις να αιωρούνται. Ο πιο αργός ρυθμός και τα απαλά φωνητικά δημιουργούν μια αίσθηση απολογισμού, σαν να έχει τελειώσει το πάρτι και να πρέπει τώρα να αποφασίσεις τι θα κάνεις με όσα έμειναν πίσω. Θα συνεχίσεις στην ίδια κατεύθυνση, ακόμη κι αν γνωρίζεις ότι μπορεί να πληγωθείς; Θα αφήσεις τα πράγματα να καταστραφούν πριν προλάβεις να τα διορθώσεις; Ή θα αποδεχτείς ότι η ενηλικίωση δεν προσφέρει εγγυήσεις και ότι κάθε απόφαση περιλαμβάνει ένα στοιχείο αβεβαιότητας;
Η ερώτηση «Will we crash this car? / Will we break our hearts? / Will we be somebody?» (Θα τρακάρουμε αυτό το αυτοκίνητο; / Θα ραγίσουμε τις καρδιές μας; / Θα γίνουμε κάποιοι;) συνοψίζει την αμηχανία μιας ολόκληρης γενιάς που καλείται να αποφασίσει τι σημαίνει να προχωράς μπροστά, ενώ εξακολουθείς να μην ξέρεις ακριβώς ποιος θέλεις να είσαι.
Το «I Think I Spoke Too Soon» είναι ένα άλμπουμ για τις αντιφάσεις που δεν εξαφανίζονται όταν αλλάζεις μουσικό ύφος ή αποφασίζεις να κάνεις μια νέα αρχή. Η Rachel Chinouriri εξελίσσει τον ήχο της, απομακρύνεται από την ασφάλεια του γνώριμου ανεξάρτητου ποπ και ροκ και ανακαλύπτει τις δυνατότητες της χορευτικής μουσικής, χωρίς να αντιμετωπίζει την αλλαγή ως μια ευκαιρία να κρύψει όσα την απασχολούν. Αντίθετα, χρησιμοποιεί τη λάμψη της πίστας για να φωτίσει τις πλευρές του εαυτού της που θα προτιμούσε να μην κοιτάξει.
Κάποιες στιγμές, η πληθώρα των ηχητικών ιδεών και η επιθυμία να συνδυάσει τόσες διαφορετικές κατευθύνσεις κάνουν τον δίσκο να χάνει λίγο από τη συνοχή του. Ωστόσο, οι πιο δυνατές του στιγμές αποδεικνύουν ότι η Chinouriri έχει βρει έναν τρόπο να μεγαλώσει δημιουργικά χωρίς να χάσει την πιο πολύτιμη ιδιότητά της: την ικανότητα να γράφει τραγούδια που μοιάζουν με εξομολογήσεις ειπωμένες σε κάποιον που εμπιστεύεσαι πραγματικά.
Δεν υπάρχει κάποια μεγάλη αποκάλυψη στο τέλος αυτής της διαδρομής. Δεν εμφανίζεται ξαφνικά μια απάντηση που διορθώνει τα πάντα, ούτε η ηρωίδα της ιστορίας ξυπνά ένα πρωί έχοντας καταλάβει τι ακριβώς θέλει από τη ζωή της. Υπάρχει μόνο η σταδιακή συνειδητοποίηση ότι μπορείς να είσαι χαρούμενος και δυστυχισμένος την ίδια στιγμή, να αγαπάς τους ανθρώπους σου και να αισθάνεσαι μόνος, να θέλεις να αλλάξεις και ταυτόχρονα να φοβάσαι αυτό που θα γίνεις.
Και ίσως αυτός να είναι ο πραγματικός λόγος που το «I Think I Spoke Too Soon» λειτουργεί καλύτερα όταν το ακούς ολόκληρο. Γιατί, όπως συμβαίνει και στη ζωή, οι πιο φωτεινές στιγμές δεν ακυρώνουν τις σκοτεινές, αλλά συνυπάρχουν μαζί τους, ακόμη κι όταν εμείς προσπαθούμε να τις κρατήσουμε χωριστά.
Η Rachel Chinouriri δεν βγαίνει από το κλαμπ με όλες τις απαντήσεις. Βγαίνει, όμως, έχοντας ακούσει λίγο πιο προσεκτικά τον εαυτό της. Και για κάποιον που βρίσκεται ακόμη στη διαδικασία να ανακαλύψει ποιος θέλει να γίνει, αυτό μπορεί να είναι ένα αρκετά σημαντικό πρώτο βήμα.
