Ο Elton John παραδέχεται ότι η απώλεια της όρασής του τον ανάγκασε να αλλάξει ριζικά τη δημιουργική του μέθοδο μετά από έξι δεκαετίες, ανακαλύπτοντας μία νέα πηγή ευτυχίας πίσω από τα πλήκτρα του πιάνου.
Ο Elton John έχει κυκλοφορήσει περισσότερα από 30 άλμπουμ κατά τη διάρκεια της μυθικής πορείας του, όμως η επόμενη δουλειά του κουβαλά μία ιδιαιτερότητα που δεν μοιάζει με καμία άλλη. Ο 79χρονος καλλιτέχνης, κατά τη διάρκεια της λαμπερής τελετής στο Τορόντο όπου τιμήθηκε με το βραβείο Glenn Gould Prize, αποκάλυψε πως το νέο του άλμπουμ είναι έτοιμο και χαρακτηρίζεται από μία πρωτόγνωρη αίσθηση χαράς.
Η δημιουργία αυτού του δίσκου δεν ήταν μία συνηθισμένη διαδικασία, αλλά το αποτέλεσμα μιας επώδυνης προσαρμογής. Η σοβαρή λοίμωξη στα μάτια που υπέστη το καλοκαίρι του 2024 περιόρισε δραματικά την όρασή του, καθιστώντας αδύνατο τον παραδοσιακό τρόπο με τον οποίο συνέθετε τραγούδια εδώ και δεκαετίες.
«Είχα προβλήματα με τα μάτια μου πρόσφατα και πάντα έφτιαχνα δίσκους κοιτάζοντας τους στίχους και γράφοντας πάνω σε αυτούς. Οπότε, αυτή τη στιγμή, η κατάσταση είναι δύσκολη για μένα», ανέφερε το Σάββατο στη σκηνή του Theatre at Great Canadian Casino Resort. Το βραβείο Glenn Glenn Gould Prize, μία διεθνής διάκριση που αναγνωρίζει τη μοναδική προσφορά ζωής ενός ανθρώπου στις τέχνες, στάθηκε η αφορμή για μία από τις πιο ειλικρινείς εξομολογήσεις της καριέρας του.
Ο Elton John, ο οποίος αποχαιρέτησε τις περιοδείες το 2023 μετά από 330 εμφανίσεις σε όλο τον κόσμο με το «Farewell Yellow Brick Road Tour», εξήγησε πως η κατάσταση της υγείας του τον ανάγκασε να επαναπροσδιορίσει τον εαυτό του σε ηλικία 79 ετών. Η συνεργασία του με την Belinda Carlile στο περσινό άλμπουμ «Who Believes in Angels?» ήταν μόνο η αρχή μιας νέας δημιουργικής φάσης.
«Αυτό που μου έδωσε το πρόβλημα στα μάτια μου είναι η ευκαιρία, σε ηλικία 80 ετών, να αντιστρέψω πλήρως τον τρόπο που γράφω. Γράφω πρώτα τις μελωδίες και οι στίχοι έρχονται μετά. Δεν το είχα κάνει ποτέ αυτό στη ζωή μου. Και μόλις το έκανα», είπε ο τραγουδιστής, περιγράφοντας μία μεταστροφή που για κάθε άλλο καλλιτέχνη της εμβέλειάς του θα φάνταζε ακατόρθωτη.
Το αποτέλεσμα αυτής της πειραματικής, για τα δεδομένα του, προσέγγισης είναι ένας δίσκος που ο ίδιος περιγράφει ως εξαιρετικά χαρούμενο. «Μόλις ολοκλήρωσα ένα άλμπουμ, το οποίο είναι τόσο διαφορετικό από οτιδήποτε έχω κάνει στο παρελθόν. Είμαι ενθουσιασμένος γιατί μου έδωσε άλλη μία ευκαιρία να δημιουργήσω μουσική», συμπλήρωσε, μεταδίδοντας στο κοινό την ενέργεια ενός ανθρώπου που αρνείται να καταθέσει τα όπλα.
Η περιπέτεια με την υγεία του ξεκίνησε το καλοκαίρι του 2024, όταν μία σοβαρή μόλυνση τον άφησε με περιορισμένη όραση στο ένα μάτι. Τον Σεπτέμβριο εκείνης της χρονιάς, μοιράστηκε τις λεπτομέρειες με τους θαυμαστές του, ενημερώνοντας πως η ανάρρωση θα απαιτούσε χρόνο. Λίγο αργότερα, σε συνέντευξή του στο Variety, περιέγραψε την κατάσταση ως καταστροφική, καθώς για 15 μήνες δεν μπορούσε να διαβάσει, να γράψει ή να παρακολουθήσει τίποτα.
Για τον Elton John, η μουσική δεν είναι απλώς ένα επάγγελμα, αλλά η ίδια του η υπόσταση. «Αν δεν φτιάχνω μουσική, είμαι νεκρός. Αν δεν ακούω μουσική, είμαι νεκρός. Η μουσική είναι η ψυχή μου, η κινητήριος δύναμή μου. Είναι τα πάντα για μένα και ήταν τα πάντα σε όλη μου τη ζωή», δήλωσε με πάθος, εξηγώντας γιατί δεν επέλεξε την απόσυρση παρά τις αντιξοότητες.
Η γενναιοδωρία του φάνηκε και κατά την παραλαβή του χρηματικού επάθλου των 100.000 δολαρίων, το οποίο επέστρεψε ως δωρεά στο ίδρυμα Glenn Gould Foundation. Παράλληλα, ως νικητής, είχε το δικαίωμα να επιλέξει τον αποδέκτη του βραβείου Glenn Gould Protégé Prize, ύψους 25.000 δολαρίων. Η επιλογή του ήταν η mezzo soprano Emily D’Angelo.
«Αναγνωρίζω ένα αστέρι όταν το βλέπω. Είσαι μία άψογη ερμηνεύτρια, μία άψογη τραγουδίστρια και είμαι τόσο περήφανος που σου δίνω αυτό το βραβείο», είπε απευθυνόμενος στη νεαρή καλλιτέχνιδα, επιβεβαιώνοντας το ένστικτό του για τα νέα ταλέντα που παραμένει αλάνθαστο.
Η ομιλία του, διάρκειας έξι λεπτών, είχε επίσης έντονο πολιτικό χρώμα και μία βαθιά συναισθηματική σύνδεση με τον Καναδά. Ο Elton John εξήρε τη χώρα για την κοινή λογική της, αφήνοντας αιχμές για την πολιτική σκηνή των ΗΠΑ και τον Trump. Η σύνδεσή του με το Τορόντο είναι άλλωστε προσωπική, καθώς ο σύζυγός του, David Furnish, κατάγεται από την πόλη.
«Έχω μία οικογένεια εδώ. Ο David, ο σύζυγός μου, η οικογένειά του είναι και δική μου οικογένεια. Ζουν στο Τορόντο. Είναι μέρος της ζωής μου, μέρος της ψυχής μου. Τα παιδιά μου λατρεύουν αυτό το μέρος. Είμαι Καναδός», ανέφερε καταχειροκροτούμενος από το πλήθος, τονίζοντας πως ο Καναδάς είναι μία χώρα που αγκαλιάζει τους μετανάστες και δεν τους διώχνει.
Η βραδιά ολοκληρώθηκε με μία έκπληξη που κανείς δεν περίμενε. Παρά τα προβλήματα όρασης και την απόφασή του να σταματήσει τις ζωντανές εμφανίσεις, ο Elton John σηκώθηκε από την καρέκλα του και ένωσε τις δυνάμεις του με τους Καναδούς καλλιτέχνες που ο ίδιος επέλεξε για τη βραδιά. Μαζί, ερμήνευσαν το εμβληματικό «Goodbye Yellow Brick Road», σφραγίζοντας την τελετή με τον πιο συγκινητικό τρόπο.
Αυτή η νέα σελίδα στη ζωή του Elton John αποδεικνύει πως η δημιουργικότητα δεν γνωρίζει ηλικιακά ή σωματικά όρια. Η αναμονή για το νέο του άλμπουμ αποκτά πλέον μία διαφορετική βαρύτητα, καθώς αποτελεί το ηχητικό ντοκουμέντο μιας νίκης απέναντι στο σκοτάδι, γραμμένο με μία μεθοδολογία που γεννήθηκε από την ανάγκη και βαφτίστηκε στην απόλυτη χαρά της δημιουργίας.
