Ο Paul Simon αναλύει την καθοριστική επιρροή των πρώτων χρόνων του Elvis Presley και εξηγεί γιατί η μετέπειτα πορεία του βασιλιά της rock ‘n’ roll αποτέλεσε μία τραγική σπατάλη ταλέντου που τον άφησε αδιάφορο.
Ο Paul Simon, ένας από τους σημαντικότερους αρχιτέκτονες της σύγχρονης τραγουδοποιίας, παραχώρησε μία αποκαλυπτική συνέντευξη στην εκπομπή «Alchemy with Anthony Mason», προσφέροντας μία σπάνια ματιά στις ρίζες της καλλιτεχνικής του ταυτότητας.
Σε ηλικία 84 ετών, ο άνθρωπος που σφράγισε τη μουσική ιστορία τόσο μέσα από το εμβληματικό δίδυμο των Simon & Garfunkel όσο και με την προσωπική του πορεία, μίλησε για τους καλλιτέχνες που διαμόρφωσαν την αισθητική του και εξέφρασε την έντονη απογοήτευσή του για την τροπή που πήρε η καριέρα του Elvis Presley μετά το 1957.
Αναπολώντας τις πρώτες του μουσικές αναμνήσεις, ο Paul Simon τοποθέτησε στην κορυφή των προτιμήσεών του τον ήχο των rhythm and blues, πριν αυτός μεταλλαχθεί στις πιο εμπορικές μορφές του. «Οι πρώτοι μου αγαπημένοι ήταν ο Elvis», δήλωσε χαρακτηριστικά στον Anthony Mason, προσθέτοντας πως στη λίστα των ανθρώπων που πραγματικά αγάπησε βρίσκονταν ονόματα – θρύλοι όπως ο Little Richard, ο Fats Domino, ο Chuck Berry και οι Everly Brothers.
Ο Simon περιέγραψε με ακρίβεια το χρονικό διάστημα που λειτούργησε ως δημιουργικός φάρος για τον ίδιο, περιορίζοντάς το σε μία πολύ συγκεκριμένη τριετία.
«Όταν άρχισα να ακούω μουσική και τώρα που κοιτάζω πίσω, για μένα τα μεγάλα χρόνια που επηρέασαν τον ήχο που ακόμα και σήμερα αναζητώ περιστασιακά, είναι το διάστημα από το ’54 έως το ’57», αποκάλυψε ο σπουδαίος δημιουργός, θέτοντας ένα αυστηρό χρονικό σύνορο στην καλλιτεχνική του έμπνευση.
Η σύνδεση του με τη μουσική παραγωγή εκείνης της εποχής ήταν τόσο βαθιά, που οτιδήποτε ακολούθησε μετά το 1957 δεν κατάφερε να τον αγγίξει στον ίδιο βαθμό ή να του προσφέρει νέα στοιχεία για τη δική του δουλειά.
«Μετά από αυτό, συνέχισαν να μου αρέσουν κάποια πράγματα, αλλά δεν άντλησα τίποτα από αυτά. Δεν πήρα κανέναν ήχο από το υλικό που κυκλοφόρησε αργότερα», ανέφερε, ενώ παραδέχθηκε απερίφραστα πως «σε ό,τι με αφορά, ήδη από το ’57, είχα χάσει το ενδιαφέρον μου για τον Elvis Presley».
Η ανάλυση του Paul Simon εστιάζει στην αυθεντικότητα της πρώτης περιόδου του Elvis Presley στη Sun Records, πριν η βιομηχανία της ψυχαγωγίας παρέμβει για να λειάνει τις γωνίες του ήχου του. Ο Elvis που γοήτευσε τον Simon ήταν ο ωμός, ακατέργαστος ερμηνευτής των πρώτων ηχογραφήσεων, οι οποίες, κατά την άποψή του, απευθύνονταν σε ένα πιο ώριμο και συνειδητοποιημένο κοινό.
«Μόλις πήγε στον στρατό, όλο εκείνο το υλικό που ηχογράφησε, η πρώτη ομάδα τραγουδιών που έκανε στην Sun Records —το “That’s All Right”, το “Mama”, το “Mystery Train”, το “Good Rockin’ Tonight”, το “Blue Moon of Kentucky”», απαρίθμησε ο Simon, τονίζοντας τη σημασία αυτών των κλασικών τραγουδιών.
«Αυτά δεν γράφτηκαν για εφήβους. Φτιάχτηκαν για το κοινό που άκουγε μουσική εκείνη τη στιγμή και αγόραζε δίσκους, και αυτοί οι άνθρωποι ήταν μεγαλύτεροι από την εφηβεία», εξήγησε, αναδεικνύοντας τη διαφορά στην καλλιτεχνική πρόθεση.
Ο Paul Simon δεν δίστασε να ασκήσει κριτική στη στροφή της μουσικής βιομηχανίας προς το εφηβικό κοινό στα τέλη της δεκαετίας του 1950, μία αλλαγή που καθοδηγήθηκε από την άνοδο της τηλεόρασης και εκπομπές όπως το «American Bandstand» του Dick Clark.
Αυτή η πίεση για πιο «ελαφρύ» περιεχόμενο επηρέασε ακόμα και τους καλλιτέχνες που ο ίδιος θαύμαζε απεριόριστα, αναγκάζοντάς τους να συμβιβαστούν με υλικό που δεν ανταποκρινόταν στις δυνατότητές τους.
«Αυτός είναι ο λόγος που βλέπεις τους Everly Brothers, οι οποίοι παραμένουν, κατά την άποψή μου, το καλύτερο ερμηνευτικό ντουέτο, να καταλήγουν να πρέπει να τραγουδούν το, ξέρετε, “Wake Up Little Susie”», είπε, φέρνοντας ως παράδειγμα μία από τις πιο γνωστές επιτυχίες της εποχής, η οποία όμως στερούνταν το βάθος που αναζητούσε ο Simon.
Η απόσταση του Simon από την εικόνα που καλλιεργήθηκε για τον Elvis Presley τις επόμενες δεκαετίες έγινε ακόμα πιο σαφής όταν ο Mason τον ρώτησε αν έχει δει την πρόσφατη ταινία για τη ζωή του «Βασιλιά». Η απάντησή του ήταν κοφτή και κατηγορηματική.
«Όχι, δεν θέλω να δω αυτή την ταινία», παραδέχθηκε, δείχνοντας πως προτιμά να κρατήσει στη μνήμη του την εικόνα του πρωτοπόρου μουσικού του Μέμφις.
Το κλείσιμο της τοποθέτησής του ήταν μία πικρή διαπίστωση για την πορεία ενός ανθρώπου που θα μπορούσε να είχε αλλάξει τα πάντα, αλλά παρασύρθηκε από τη λάμψη του Hollywood και τις εμπορικές επιταγές.
«Όπως είπα, μου άρεσε ο Elvis μέχρι το 1957», τόνισε ο Paul Simon. «Και μετά από αυτό, όταν, ξέρετε, το υλικό που επέλεγε, και οι ταινίες, και όλα τα υπόλοιπα ήταν απλώς, για μένα, μία απίστευτη σπάταλη ενός σπουδαίου ταλέντου», κατέληξε, σφραγίζοντας με αυτόν τον τρόπο τη δική του οπτική για την κληρονομιά του μεγαλύτερου ειδώλου της rock n’ roll.
