Ο Ορέστης Ντάντος επιστρέφει με το πολυσυμμετοχικό άλμπουμ «Χέρια Στον Θεό», μία δισκογραφική δουλειά που συνομιλεί ανοιχτά με το σύγχρονο λαϊκό τραγούδι, φέρνοντας μαζί φωνές και μουσικούς που δίνουν νέα ένταση, ευαισθησία και κατεύθυνση σε έναν ήχο που αναζητά ξανά τη θέση του στο σήμερα.
Ο Ορέστης Ντάντος παρουσιάζει το νέο του άλμπουμ «Χέρια Στον Θεό», μία δισκογραφική δουλειά που έρχεται να συνεχίσει τη στενή σχέση του με το νέο ελληνικό λαϊκό τραγούδι, μέσα από έναν ήχο βαθιά προσωπικό, αλλά ταυτόχρονα ανοιχτό σε συνεργασίες, διαφορετικές φωνές και πολλαπλές μουσικές διαθέσεις.
Ο τίτλος του άλμπουμ μοιάζει εξαρχής να κουβαλά μία ένταση σχεδόν τελετουργική. Η φράση «Χέρια Στον Θεό» ακούγεται σαν επίκληση, σαν μία χειρονομία παράδοσης ή ανάγκης, σαν μία κραυγή που αναζητά διέξοδο. Το ίδιο το άλμπουμ, όμως, στρέφεται τελικά προς το λαϊκό τραγούδι και προς τον τρόπο με τον οποίο ο Ορέστης Ντάντος το αντιλαμβάνεται δημιουργικά, μουσικά και στιχουργικά.
Η νέα αυτή δουλειά λειτουργεί σαν μία προσωπική χαρτογράφηση του σύγχρονου λαϊκού ήχου. Ο Ντάντος προσεγγίζει το είδος χωρίς διάθεση αναπαλαίωσης ή νοσταλγικής αναπαραγωγής. Αντιθέτως, αναζητά τις ρωγμές, τις μετακινήσεις και τις δυνατότητές του μέσα στο παρόν, αξιοποιώντας πρόσωπα που εκπροσωπούν διαφορετικές εκφραστικές αποχρώσεις της σημερινής ελληνικής μουσικής σκηνής.
Τα δύο πρώτα τραγούδια που είχαν ήδη κυκλοφορήσει τους προηγούμενους μήνες είχαν δώσει ένα σαφές δείγμα της κατεύθυνσης του άλμπουμ. Το «Ξερίζωσέ Τα Πια» με την Ιουλία Καραπατάκη και το «Σπρώχνω Τη Μέρα Για Να Βγει» με τη Μαριάνα Κατσιμίχα απέκτησαν γρήγορα τη δική τους δυναμική, φέρνοντας στο προσκήνιο έναν ήχο που κινείται ανάμεσα στη λαϊκή φόρμα και σε μία πιο σύγχρονη, εσωτερική τραγουδοποιία.
Η Ιουλία Καραπατάκη, με τη χαρακτηριστική ερμηνευτική της ένταση, δίνει στο «Ξερίζωσέ Τα Πια» μία ωμότητα που ακουμπά απευθείας στο συναίσθημα. Από την άλλη, η Μαριάνα Κατσιμίχα στο «Σπρώχνω τη μέρα για να βγει» φωτίζει τη μελαγχολία και την αντοχή που διατρέχει το τραγούδι, δημιουργώντας μία αίσθηση καθημερινής επιβίωσης που μοιάζει γνώριμη και βαθιά ανθρώπινη.
Ο «νεολαϊκός» χαρακτήρας που διαπερνά το άλμπουμ γίνεται ακόμη πιο εμφανής μέσα από τα οκτώ νέα τραγούδια που συμπληρώνουν τη δισκογραφική δουλειά. Ο Ορέστης Ντάντος μοιάζει να χρησιμοποιεί κάθε τραγούδι σαν μία ξεχωριστή πρόταση για το πώς θα μπορούσε να σταθεί σήμερα ένα σύγχρονο λαϊκό τραγούδι, χωρίς να αποκοπεί από τη ρίζα του αλλά και χωρίς να εγκλωβιστεί σε αυτή.
Στο άλμπουμ συμμετέχουν καλλιτέχνες που έχουν ήδη διαμορφώσει το δικό τους αποτύπωμα στην ελληνική μουσική σκηνή. Η Ιουλία Καραπατάκη επιστρέφει ερμηνεύοντας την «Τζούρα Ελευθερίας» και το «Δεν Φοβάμαι Τίποτα», δύο τραγούδια που, ήδη από τους τίτλους τους, προδίδουν μία διάθεση εξομολόγησης και εσωτερικής σύγκρουσης.
Η Νεφέλη Φασούλη συμμετέχει με την «Κατρακύλα», προσθέτοντας τη δική της ιδιαίτερη χροιά σε ένα άλμπουμ που επενδύει έντονα στη δύναμη της ερμηνείας. Η παρουσία της μοιάζει να συνομιλεί οργανικά με το σύμπαν του Ορέστη Ντάντου, εκεί όπου η αστική μοναξιά, η επιθυμία και η ευαλωτότητα συνυπάρχουν χωρίς φίλτρα.
Ο Δημήτρης Μπάκουλης και η Μαρίνα Κατρινού συναντιούνται στο «Πόσο Σ’ Αγαπώ», ένα ντουέτο που εντάσσεται στη συνολική αφήγηση του άλμπουμ με τρόπο σχεδόν κινηματογραφικό. Οι δύο φωνές κινούνται παράλληλα, δημιουργώντας μία αίσθηση οικειότητας και συναισθηματικής έντασης.
Ο Βασίλης Προδρόμου ερμηνεύει το «Θανατοαπωθητικό», έναν τίτλο που από μόνος του προκαλεί περιέργεια και φανερώνει την πρόθεση του Ορέστη Ντάντου να κινηθεί και σε πιο σκοτεινά ή υπαρξιακά πεδία.
Ο ίδιος ο δημιουργός κρατά για τον εαυτό του τρία τραγούδια του άλμπουμ. Το «Πάμε Ν’ Ακούσω Λαϊκά» ανοίγει τη δισκογραφική δουλειά και λειτουργεί σαν δήλωση προθέσεων, σχεδόν σαν μία είσοδος στον κόσμο που ακολουθεί.
Στη συνέχεια έρχεται το «Ρίξτε Άλλη Μια», ένα τραγούδι που μοιάζει να κουβαλά τη νυχτερινή ατμόσφαιρα, τη φθορά, αλλά και τη μικρή ανακούφιση που συχνά κρύβεται μέσα στη μουσική και στη συντροφικότητα.
Το άλμπουμ ολοκληρώνεται με το «Κανείς Δεν Θα Στο Πάρει», ένα τραγούδι που επιλέγεται για το φινάλε αυτής της δισκογραφικής δουλειάς και αφήνει την αίσθηση μιας προσωπικής αποτίμησης. Η θέση του στο τέλος του δίσκου μοιάζει να λειτουργεί σαν μία τελευταία φράση που μένει να αιωρείται μετά την ακρόαση.
Τους στίχους, τη μουσική και την ερμηνεία υπογράφει ο ίδιος ο Ορέστης Ντάντος, επιβεβαιώνοντας για ακόμη μία φορά τον πολυσχιδή χαρακτήρα της δημιουργικής του ταυτότητας. Η ενορχήστρωση έγινε από τον Ορέστη Ντάντο και τον Λεωνίδα Πετρόπουλο, με το άλμπουμ να επενδύει σε οργανικά όργανα και σε μία ζεστή, ζωντανή ηχητική αισθητική.
Τη μίξη και το mastering ανέλαβε ο Γιάννης Παξεβάνης στα Pytzamax Studios, δίνοντας συνοχή σε έναν δίσκο που κινείται ανάμεσα σε διαφορετικές φωνές και διαθέσεις, χωρίς να χάνει τον κεντρικό του άξονα.
Στο άλμπουμ συμμετέχει μία ευρεία ομάδα μουσικών, στοιχείο που ενισχύει τον συλλογικό χαρακτήρα της δουλειάς. Ο Λεωνίδας Πετρόπουλος παίζει ακουστική κιθάρα, μπάσο, τζουρά, μπάντζο, ντραμς και φωνητικά, ενώ ο Ορέστης Ντάντος συμμετέχει με ακουστική κιθάρα, πιάνο, γιουκαλίλι και φωνητικά.
Στα κρουστά βρίσκεται ο Γιάννης Ριζόπουλος και στην τρομπέτα ο Ανδρέας Πολυζωγόπουλος. Η Έφη Ζαϊτίδου συμμετέχει στο κανονάκι και η Δέσποινα Σπανού στο βιολοντσέλο, προσθέτοντας διαφορετικές υφές και ηχοχρώματα στο συνολικό αποτέλεσμα.
Ο Βασίλης Τριανταφυλλόπουλος παίζει μπουζούκι, τζουρά και μπαγλαμά, ενώ ο Τάσος Αθανασιάς συμμετέχει στο ακορντεόν. Την ηλεκτρική κιθάρα αναλαμβάνει ο Γιώργος Καρδιανός και στα φωνητικά συμμετέχει επίσης η Μαρίνα Καστρινού.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η αισθητική ταυτότητα της κυκλοφορίας. Το εξώφυλλο αποτελεί ιδέα των Ιάσονα Βλασόπουλου και Λουκά Φωτόπουλου, ενώ τη φωτογράφηση της καρέκλας και των καλλιτεχνών πραγματοποίησε ο Γιάννης Στασινόπουλος.
Το «Χέρια Στον Θεό» θα κυκλοφορήσει σύντομα και σε αριθμημένα βινύλια από την Anima Music / Stay Independent, μία επιλογή που ενισχύει ακόμη περισσότερο τη συλλεκτική και χειροποίητη διάσταση του άλμπουμ.
Η νέα αυτή δισκογραφική δουλειά του Ορέστη Ντάντου έρχεται σε μία περίοδο όπου το ελληνικό λαϊκό τραγούδι επιχειρεί να επαναδιατυπώσει τη σχέση του με το κοινό και με τη σύγχρονη πραγματικότητα. Μέσα σε αυτό το τοπίο, το «Χέρια Στον Θεό» δείχνει αποφασισμένο να σταθεί με προσωπικότητα, συναίσθημα και καθαρή καλλιτεχνική θέση, επιμένοντας στη δύναμη των τραγουδιών που γράφονται για να μείνουν κοντά στους ανθρώπους και στις ιστορίες τους.
