Ο Gary Glitter, ο 82χρονος πρώην καλλιτέχνης της glam-rock, βρίσκεται αντιμέτωπος με τέσσερις νέες κατηγορίες για σεξουαλική κακοποίηση ανηλίκου στην Αγγλία, οι οποίες αφορούν γεγονότα που συνέβησαν πριν από δεκαετίες. Παρόλο που ο ίδιος εκτίει ήδη ποινή κάθειρξης 16 ετών για παρόμοια εγκλήματα, η βρετανική δικαιοσύνη αποφάσισε να φέρει στο φως νέα στοιχεία, στέλνοντας ένα ξεκάθαρο μήνυμα ότι η τιμωρία για τέτοιες πράξεις δεν παραγράφεται ποτέ.
Η Μητροπολιτική Αστυνομία του Λονδίνου ανακοίνωσε την Πέμπτη 2 Ιουλίου νέες κατηγορίες εις βάρος του Paul Gadd, γνωστού παγκοσμίως με το καλλιτεχνικό όνομα Gary Glitter, για ιστορικά εγκλήματα σεξουαλικής κακοποίησης εις βάρος ενός κοριτσιού κάτω των 13 ετών.
Παρόλο που ο έκπτωτος 82χρονος τραγουδιστής εκτίει ήδη ποινή φυλάκισης, η εξέλιξη αυτή αποδεικνύει ότι η δικαιοσύνη δεν προτίθεται να αφήσει καμία σκιά στο σκοτεινό παρελθόν της χρυσής εποχής της glam-rock, φέρνοντας στο φως αλήθειες που έμεναν θαμμένες για δεκαετίες.
Συγκεκριμένα, η δίωξη αφορά μία κατηγορία για παράνομη σεξουαλική επαφή με κορίτσι κάτω των 13 ετών και τρεις κατηγορίες για ασέλγεια εις βάρος κοριτσιού κάτω των 14 ετών. Τα εγκλήματα αυτά φέρεται να διαπράχθηκαν μεταξύ των ετών 1978 και 1981 σε μία κατοικία στη λονδρέζικη συνοικία του Κένσινγκτον.
Η γυναίκα που προέβη στις καταγγελίες απευθύνθηκε για πρώτη φορά στις αρχές τον Ιανουάριο του 2025, με αποτέλεσμα η αστυνομία να ανακρίνει τον Paul Gadd τον Ιούλιο του ίδιου έτους. Σύμφωνα με πληροφορίες από το BBC, ειδικοί αστυνομικοί προσφέρουν πλέον όλη την απαραίτητη υποστήριξη στο θύμα αυτής της υπόθεσης.
Στις 5 Αυγούστου αναμένεται να πραγματοποιηθεί το επόμενο βήμα της δικαστικής διαδικασίας, όταν ο πρώην τραγουδιστής θα παρουσιαστεί ενώπιον του Πταισματοδικείου του Westminster. Οι βρετανικές αρχές ξεκαθάρισαν ότι η απόφαση για τη δίωξη λήφθηκε μετά από εξονυχιστική έρευνα για την επάρκεια των αποδεικτικών στοιχείων.
«Οι εισαγγελείς μας εργάστηκαν για να στοιχειοθετήσουν ότι υπάρχουν επαρκή στοιχεία για να παραπεμφθεί αυτή η υπόθεση στο δικαστήριο και ότι αυτό είναι προς το δημόσιο συμφέρον», δήλωσε σε ανακοίνωσή της η Αναπληρώτρια Γενική Εισαγγελέας Bethan David. Η δήλωση αυτή φανερώνει τη σοβαρότητα με την οποία αντιμετωπίζεται η συγκεκριμένη υπόθεση από το νομικό σύστημα της χώρας.
Αυτή δεν είναι η πρώτη φορά που ο Paul Gadd έρχεται αντιμέτωπος με τέτοιου είδους κατηγορίες, καθώς το παρελθόν του είναι γεμάτο από παρόμοιες καταδίκες για φρικτά εγκλήματα εις βάρος ανηλίκων. Το 2015 καταδικάστηκε σε 16 χρόνια κάθειρξη για απόπειρα βιασμού, παράνομη συνουσία με κορίτσι κάτω των 13 ετών και ασέλγεια εις βάρος τριών μαθητριών, πράξεις που σημειώθηκαν μεταξύ 1975 και 1980, δηλαδή στην κορύφωση της μουσικής του καριέρας.
Η σύντομη περίοδος ελευθερίας του έληξε άδοξα όταν παραβίασε τους όρους της αποφυλάκισής του, γεγονός που προκάλεσε τότε έντονες αντιδράσεις στην κοινή γνώμη. Ο ίδιος είχε αποφυλακιστεί με περιοριστικούς όρους τον Φεβρουάριο του 2023, έχοντας εκτίσει το μισό της ποινής του, όμως επέστρεψε στη φυλακή τον Μάρτιο του ίδιου έτους λόγω της παραβίασης αυτής.
Οι ελπίδες του για αποφυλάκιση εξανεμίστηκαν οριστικά κατά το πρόσφατο παρελθόν, καθώς οι αρχές αρνήθηκαν να του δώσουν δεύτερη ευκαιρία. Τον Ιούνιο του 2025, το αρμόδιο συμβούλιο απέρριψε επίσημα το αίτημά του για αναστολή της ποινής του, κρίνοντας ότι δεν πληροί τις προϋποθέσεις για να κυκλοφορεί ελεύθερος.
Αν ανατρέξει κανείς στο παρελθόν, η σκοτεινή δράση του Paul Gadd εκτείνεται σε βάθος δεκαετιών και σε πολλές διαφορετικές χώρες, αποκαλύπτοντας ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο παραβατικής συμπεριφοράς. Η πρώτη του σύλληψη έγινε το 1997, η οποία οδήγησε στην καταδίκη και φυλάκισή του το 1999 για κατοχή παιδικής πορνογραφίας, μία υπόθεση που είχε σοκάρει τη βρετανική κοινωνία.
Όταν αποφυλακίστηκε το επόμενο έτος, το 2000, εγκατέλειψε εσπευσμένα το Ηνωμένο Βασίλειο για να αποφύγει την πίεση των μέσων ενημέρωσης και των αρχών της χώρας του. Αρχικά εγκαταστάθηκε στην Καμπότζη, από όπου όμως απελάθηκε το 2002 λόγω σοβαρών υπονοιών για σεξουαλικά αδικήματα, καθώς συνεχιζόταν η διεθνής κατακραυγή γύρω από το όνομά του.
Στη συνέχεια εγκαταστάθηκε στο Βιετνάμ, αλλά η δικαιοσύνη τον εντόπισε και εκεί, βάζοντας τέλος στη δράση του σε ασιατικό έδαφος. Δικαστήριο του Βιετνάμ τον καταδίκασε σε τέσσερα χρόνια φυλάκιση για άσεμνες πράξεις με δύο κορίτσια, ηλικίας 10 και 11 ετών.
Μετά την επιστροφή του στο Ηνωμένο Βασίλειο το 2008, το όνομά του μπήκε δια βίου στο Μητρώο Σεξουαλικών Παραβατών, γεγονός που σήμανε τη διαρκή παρακολούθησή του από τις αρχές. Αυτό δεν εμπόδισε τη νέα του σύλληψη το 2012, η οποία οδήγησε στις καταδίκες του 2015 και στην ποινή που εκτίει μέχρι σήμερα.
Παρά τις συνεχείς καταδίκες και τα αδιάψευστα στοιχεία, ο Paul Gadd συνεχίζει να αρνείται τις κατηγορίες. Ο ίδιος έχει δηλώσει επανειλημμένα ότι δεν έχει κανενός είδους σεξουαλικό ενδιαφέρον για τα παιδιά.
Παρόλα αυτά, το μουσικό του αποτύπωμα παραμένει μεγάλο, προκαλώντας μία έντονη αμηχανία για τη σχέση της μουσικής με τον άνθρωπο που τη συνέθεσε. Ο Paul Gadd έγινε γνωστός τη δεκαετία του ’70 με τραγούδια όπως το «Do You Wanna Touch Me» και το «Rock N’ Roll, Part 2».
Το συγκεκριμένο τραγούδι ακούγεται χαρακτηριστικά στην ταινία «Joker» και χρησιμοποιήθηκε για δεκαετίες σε αθλητικές διοργανώσεις. Το να ακούει κανείς αυτόν τον ρυθμό σήμερα προκαλεί έντονη αποστροφή, αναλογιζόμενος τη φρίκη των πράξεών του.
Η περίπτωση του Paul Gadd υπενθυμίζει ότι η συζήτηση για τον διαχωρισμό της μουσικής από τον καλλιτέχνη δεν είναι μία θεωρητική άσκηση, καθώς πίσω της κρύβονται θύματα με σάρκα και οστά. Η επιμονή των αρχών να διερευνήσουν αυτές τις ιστορικές υποθέσεις προσφέρει μία ηθική δικαίωση σε όσους υπέφεραν στη σκιά των προβολέων, στέλνοντας το μήνυμα ότι η αλήθεια πάντα βρίσκει τον δρόμο της.
