Το Deezer ανακοίνωσε ότι τα τραγούδια που έχουν παραχθεί εξ ολοκλήρου με τεχνητή νοημοσύνη ξεπέρασαν το 50% του νέου περιεχομένου που μεταφορτώνεται καθημερινά στην υπηρεσία. Ο όγκος αντιστοιχεί σε περίπου 90.000 τραγούδια την ημέρα και οδηγεί τη γαλλική εταιρεία σε αυστηρότερα μέτρα: διαγραφή υλικού που συνδέεται με απάτη και αφαίρεση τραγουδιών τα οποία δεν έχουν συγκεντρώσει καμία ακρόαση για τουλάχιστον έξι μήνες.
Το Deezer περνά από την επισήμανση των τραγουδιών τεχνητής νοημοσύνης στην ενεργή εκκαθάριση του καταλόγου του. Η υπηρεσία θα αφαιρεί όσα θεωρεί ότι χρησιμοποιούνται σε συστήματα τεχνητής διόγκωσης των streams, καθώς και όσα παραμένουν χωρίς ακροάσεις επί έξι μήνες ή περισσότερο.
Η αλλαγή έρχεται αφού το πλήρως συνθετικό περιεχόμενο ξεπέρασε για πρώτη φορά το μισό των νέων ημερήσιων μεταφορτώσεων στην υπηρεσία, στο υψηλότερο επίπεδο που καταγράφηκε τον Ιούνιο. Σύμφωνα με το Deezer, περίπου 90.000 τραγούδια τεχνητής νοημοσύνης παραδίδονταν καθημερινά, αποτυπώνοντας την ταχύτητα με την οποία τα εργαλεία αυτόματης παραγωγής ήχου γεμίζουν τις πλατφόρμες streaming.
Η κλίμακα έχει αυξηθεί αισθητά μέσα σε λίγους μήνες. Τον Απρίλιο, η εταιρεία κατέγραφε σχεδόν 75.000 πλήρως παραγόμενα τραγούδια τεχνητής νοημοσύνης την ημέρα, τα οποία αντιστοιχούσαν στο 44% του νέου υλικού. Η άνοδος προς τις 90.000 ημερήσιες μεταφορτώσεις δείχνει ότι η παραγωγή τέτοιων αρχείων επιταχύνεται, καθώς ένα μοντέλο μπορεί να δημιουργήσει μεγάλες ποσότητες μουσικής με ελάχιστο χρόνο και κόστος.
Το βασικό πρόβλημα για το Deezer αφορά τη σύνδεση αυτής της μαζικής παραγωγής με την απάτη μέσω streaming. Η εταιρεία είχε αναφέρει ότι έως και το 85% των streams σε πλήρως παραγόμενα τραγούδια τεχνητής νοημοσύνης μπορούσε να προέρχεται από δόλιες πρακτικές.
Σε τέτοια συστήματα, οι υπεύθυνοι δημιουργούν χιλιάδες τραγούδια, τα ανεβάζουν στην υπηρεσία και χρησιμοποιούν αυτοματοποιημένους λογαριασμούς ή οργανωμένα δίκτυα ακρόασης για να συγκεντρώνουν streams. Τα ποσά από κάθε τραγούδι μπορεί να είναι μικρά, όμως ο μεγάλος αριθμός αρχείων και οι επαναλαμβανόμενες τεχνητές ακροάσεις μπορούν να μεταφέρουν χρήματα από το συνολικό ταμείο δικαιωμάτων προς περιεχόμενο που δεν έχει πραγματικό κοινό.
Μέχρι σήμερα, όταν το Deezer εντόπιζε χειραγώγηση των streams, εξαιρούσε τις συγκεκριμένες ακροάσεις από τον υπολογισμό των δικαιωμάτων. Η νέα πολιτική προχωρά ένα βήμα παραπέρα, καθώς προβλέπει τη συστηματική αφαίρεση των τραγουδιών τεχνητής νοημοσύνης που συνδέονται με απάτη.
Η εταιρεία θα διαγράφει επίσης πλήρως παραγόμενα τραγούδια τα οποία δεν έχουν ακουστεί για τουλάχιστον έξι μήνες. Το μέτρο φέρνει στο προσκήνιο ένα λιγότερο εμφανές κόστος της μαζικής παραγωγής μουσικής: την αποθήκευση εκατομμυρίων αρχείων που καταλαμβάνουν χώρο σε υποδομές δεδομένων, χωρίς να προσελκύουν ακροατές.
Ο Aurelien Herault, επικεφαλής καινοτομίας του Deezer, είχε θέσει το ζήτημα σε προηγούμενη συνέντευξή του στο Billboard. Η τοποθέτησή του έδειχνε ότι η συζήτηση για τον κατάλογο δεν περιορίζεται στα δικαιώματα, καθώς περιλαμβάνει το λειτουργικό και το περιβαλλοντικό κόστος των υποδομών που απαιτούνται για τη διατήρησή του.
«Αυτό είναι ένα σοβαρό θέμα για εμάς και έχουμε ήδη αφαιρέσει περιεχόμενο που χρησιμοποιούσε υπερβολικά πολύ χώρο, επειδή δεν πρόκειται μόνο για οικονομικό ζήτημα, αλλά και για οικολογικό», δήλωσε ο Aurelien Herault.
«Χρειάζεται να αποθηκεύουμε όλο αυτό το περιεχόμενο, ώστε να έχουμε όλοι τον ίδιο κατάλογο και όλοι ένα αντίγραφο των ίδιων πραγμάτων; Είναι πραγματικά ένα ερώτημα που αξίζει να εξετάσουμε και έχουμε ήδη συζητήσει την αφαίρεση περιεχομένου, ιδιαίτερα επειδή μεγάλο μέρος του δεν ακούγεται καθόλου», πρόσθεσε.
Η παρατήρηση αγγίζει μία βασική αλλαγή στη λειτουργία της αγοράς. Στο παραδοσιακό μοντέλο της μουσικής βιομηχανίας, η ηχογράφηση, η διανομή και η προώθηση ενός τραγουδιού απαιτούσαν χρόνο, χρήματα και ανθρώπινη εργασία. Τα νέα εργαλεία μπορούν να παράγουν χιλιάδες αρχεία σε μικρό χρονικό διάστημα, με αποτέλεσμα το κόστος δημιουργίας να μεταφέρεται προς την πλατφόρμα που πρέπει να τα αποθηκεύσει, να τα ελέγξει και να τα εντάξει στον κατάλογό της.
Το Deezer παρακολουθεί συστηματικά αυτή την αύξηση από τον Ιανουάριο του 2025, όταν ανακοίνωσε το δικό του σύστημα ανίχνευσης πλήρως παραγόμενης μουσικής. Τότε, το εργαλείο εντόπιζε ότι περίπου το 10% των ημερήσιων μεταφορτώσεων είχε δημιουργηθεί εξ ολοκλήρου με τεχνητή νοημοσύνη.
Η εταιρεία αποφάσισε ότι τα τραγούδια που ανιχνεύονται δεν θα εμφανίζονται στις αλγοριθμικές προτάσεις ούτε θα μπορούν να επιλεγούν για τις επίσημες playlists της συντακτικής ομάδας. Παρέμεναν, ωστόσο, διαθέσιμα στον κατάλογο για τους χρήστες που ήθελαν να τα αναζητήσουν και να τα ακούσουν.
Η πολιτική αυτή επιχείρησε να ισορροπήσει ανάμεσα στην πρόσβαση και στην προστασία της ανακάλυψης μουσικής. Ένα τραγούδι μπορούσε να παραμείνει διαθέσιμο, όμως δεν λάμβανε την πρόσθετη προβολή που προσφέρουν οι εξατομικευμένες προτάσεις, οι αυτόματες ραδιοφωνικές λίστες και οι επίσημες playlists.
Μέσα στο 2025, το Deezer εντόπισε και επισήμανε περισσότερα από 13,4 εκατομμύρια πλήρως παραγόμενα τραγούδια τεχνητής νοημοσύνης. Ο αριθμός δείχνει ότι η μαζική είσοδος συνθετικού περιεχομένου είχε ήδη αποκτήσει βιομηχανική κλίμακα πριν φτάσει στο σημερινό επίπεδο.
Ιδιαίτερη σημασία έχει ο τρόπος με τον οποίο το Deezer ορίζει το περιεχόμενο που εντοπίζει. Το σύστημά του επισημαίνει ηχογραφήσεις που έχουν παραχθεί κατά 100% από διαδεδομένα μοντέλα, όπως τα Suno και Udio.
Τα τραγούδια στα οποία η τεχνητή νοημοσύνη έχει χρησιμοποιηθεί μόνο σε ένα μέρος της διαδικασίας δεν εντοπίζονται ούτε τιμωρούνται από την ίδια πολιτική. Ένας καλλιτέχνης μπορεί, για παράδειγμα, να χρησιμοποιήσει ένα σχετικό εργαλείο για μία φωνή, ένα όργανο, μία επεξεργασία ή ένα μικρό τμήμα της παραγωγής χωρίς το τραγούδι να καταταχθεί αυτομάτως ως πλήρως συνθετικό.
Η διάκριση έχει πρακτική σημασία, επειδή η τεχνητή νοημοσύνη ενσωματώνεται πλέον σε συνηθισμένα εργαλεία ηχογράφησης και επεξεργασίας. Ένα σύστημα που αντιμετώπιζε με τον ίδιο τρόπο κάθε μορφή χρήσης της θα μπορούσε να επηρεάσει τραγούδια στα οποία ο βασικός δημιουργικός έλεγχος παραμένει στους καλλιτέχνες και στους παραγωγούς.
Τα σημερινά εργαλεία ανίχνευσης έχουν επίσης τεχνικούς περιορισμούς. Όπως συμβαίνει με σχεδόν όλα τα αντίστοιχα συστήματα, το Deezer μπορεί να αναγνωρίζει με μεγαλύτερη ασφάλεια αρχεία που προέρχονται εξ ολοκλήρου από γνωστά μοντέλα, ενώ η ανίχνευση μερικής χρήσης ή νέων, λιγότερο διαδεδομένων μοντέλων παραμένει δυσκολότερη.
Η εταιρεία παρουσιάζει τα νέα μέτρα ως προστασία της οικονομίας του streaming. Στο κυρίαρχο μοντέλο πληρωμών, τα συνολικά έσοδα από συνδρομές και διαφημίσεις συγκεντρώνονται και κατανέμονται με βάση το μερίδιο των streams που αντιστοιχεί σε κάθε δικαιούχο.
Όταν τεχνητές ακροάσεις εισέρχονται σε αυτόν τον υπολογισμό, μειώνουν το ποσοστό που απομένει για τα νόμιμα streams. Το φαινόμενο συχνά περιγράφεται ως αραίωση των δικαιωμάτων, επειδή οι ίδιες διαθέσιμες πληρωμές μοιράζονται σε μεγαλύτερο και εν μέρει τεχνητό αριθμό ακροάσεων.
«Το Deezer βρίσκεται εδώ και σχεδόν δύο χρόνια στην πρώτη γραμμή της καταπολέμησης της απάτης και του περιορισμού της αραίωσης των πληρωμών που συνδέεται με τη μουσική τεχνητής νοημοσύνης», δήλωσε ο διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας, Alexis Lanternier.
«Τώρα που τα μισά από όλα τα τραγούδια που παραδίδονται καθημερινά έχουν παραχθεί με τεχνητή νοημοσύνη, λαμβάνουμε πρόσθετα μέτρα για να προστατεύσουμε τα δικαιώματα των καλλιτεχνών και των τραγουδοποιών, διατηρώντας την προσοχή μας στη μουσική που αγαπούν πραγματικά οι ακροατές», πρόσθεσε.
«Έχουμε φτάσει σε ένα κρίσιμο σημείο, όμως διαθέτουμε την τεχνολογία για να παρακολουθούμε την εξέλιξη και τη φιλοδοξία να κάνουμε αυτό που είναι σωστό», συνέχισε.
«Εφόσον η βιομηχανία μπορέσει να συντονιστεί και να δημιουργήσει κοινά πρότυπα, μπορούμε να χτίσουμε ένα υγιές και βιώσιμο μουσικό οικοσύστημα, στο οποίο θα επικρατεί η σπουδαία μουσική», κατέληξε ο Alexis Lanternier.
Η αναφορά σε κοινά πρότυπα αφορά ένα από τα μεγαλύτερα κενά της σημερινής αγοράς. Οι υπηρεσίες streaming δεν εφαρμόζουν όλες τις ίδιες μεθόδους ανίχνευσης, επισήμανσης ή αποκλεισμού, ενώ οι δισκογραφικές εταιρείες, οι εταιρείες διανομής και οι οργανώσεις συλλογικής διαχείρισης δεν έχουν ακόμη συμφωνήσει σε έναν ενιαίο ορισμό για την πλήρως παραγόμενη μουσική.
Χωρίς κοινή προσέγγιση, το ίδιο τραγούδι μπορεί να επισημαίνεται στη μία υπηρεσία και να περνά χωρίς ένδειξη σε μία άλλη. Η ασυνέπεια αυτή δυσκολεύει την ενημέρωση του κοινού, τον έλεγχο της απάτης και τη διαμόρφωση σταθερών κανόνων για τις πληρωμές.
Η απόφαση να αφαιρούνται τραγούδια χωρίς ακροάσεις εγείρει παράλληλα ερωτήματα για το ποιος δικαιούται να παραμένει σε έναν ψηφιακό κατάλογο. Ένα τραγούδι μπορεί να μην έχει κοινό επειδή δημιουργήθηκε για απάτη, μπορεί όμως και να ανήκει σε έναν άγνωστο καλλιτέχνη που δεν διαθέτει μηχανισμό προώθησης.
Το Deezer συνδέει τη διαγραφή λόγω αδράνειας ειδικά με πλήρως παραγόμενο περιεχόμενο τεχνητής νοημοσύνης. Η στόχευση αυτή περιορίζει τον κίνδυνο να αφαιρεθούν ανθρώπινες ηχογραφήσεις μόνο και μόνο επειδή δεν συγκέντρωσαν ακροάσεις, διαμορφώνει όμως ένα νέο προηγούμενο για το πώς οι υπηρεσίες μπορούν να διαχειρίζονται τον τεράστιο όγκο περιεχομένου που φιλοξενούν.
Η πρακτική εφαρμογή θα εξαρτηθεί από την ακρίβεια της ανίχνευσης και τη δυνατότητα ένστασης σε περίπτωση λάθους. Όσο αυξάνεται ο αριθμός των διαγραφών, τόσο πιο σημαντικό γίνεται να γνωρίζουν οι εταιρείες διανομής και οι δικαιούχοι γιατί αφαιρέθηκε ένα τραγούδι και ποια διαδικασία μπορούν να ακολουθήσουν για να αμφισβητήσουν την απόφαση.
Η ανακοίνωση του Deezer περιγράφει μία αγορά στην οποία η προσφορά μουσικής αυξάνεται πολύ ταχύτερα από την ανθρώπινη δυνατότητα ακρόασης. Όταν περισσότερα από τα μισά νέα τραγούδια μιας ημέρας μπορούν να προέρχονται από συστήματα αυτόματης παραγωγής, η διαχείριση του καταλόγου μετατρέπεται σε κεντρικό ζήτημα για τις υπηρεσίες streaming.
Η διαγραφή υλικού που συνδέεται με απάτη αποτελεί σαφή υπεράσπιση των δικαιωμάτων των καλλιτεχνών και των τραγουδοποιών. Η αφαίρεση τραγουδιών χωρίς ακροάσεις ανοίγει μία δυσκολότερη συζήτηση για την αποθήκευση, την πρόσβαση και την ευθύνη των πλατφορμών απέναντι σε έναν κατάλογο που μπορεί πλέον να μεγαλώνει σχεδόν χωρίς όριο.
Το κρίσιμο ερώτημα αφορά τη μουσική που θα βρίσκει τελικά χώρο μπροστά στον ακροατή. Η τεχνολογία μπορεί να παράγει δεκάδες χιλιάδες νέα τραγούδια κάθε μέρα. Η αξία τους, όμως, θα εξακολουθήσει να κρίνεται από το αν κάποιος επιλέγει να τα ακούσει, να επιστρέψει σε αυτά και να τα κρατήσει στη ζωή.
