Το «1971: Billy Joel’s Lost Interview» φέρνει στη ζωή μία χαμένη ραδιοφωνική συνέντευξη του νεαρού Billy Joel με τη βοήθεια τεχνητής νοημοσύνης, χωρίς τη συμμετοχή ή την έγκριση του ίδιου του καλλιτέχνη.
Μια άγνωστη πλευρά του Billy Joel, από την εποχή που βρισκόταν ακόμη πολύ μακριά από την παγκόσμια επιτυχία, επιστρέφει στην οθόνη με έναν τρόπο που ήδη προκαλεί συζητήσεις. Το νέο ντοκιμαντέρ «1971: Billy Joel’s Lost Interview» χρησιμοποιεί μία χαμένη ραδιοφωνική συνέντευξη του 22χρονου τότε καλλιτέχνη και αναδημιουργεί ψηφιακά την εικόνα του με τη βοήθεια τεχνητής νοημοσύνης.
Η ταινία διάρκειας 20 λεπτών θα κάνει πρεμιέρα στις 25 Σεπτεμβρίου στο Long Island Music & Entertainment Hall of Fame, στο Stony Brook Village, ως μέρος του Music Documentary Film Festival. Ο Billy Joel δεν συμμετείχε στην παραγωγή και δεν έχει εγκρίνει το εγχείρημα.
Στην καρδιά της ταινίας βρίσκεται μία ωριαία συνέντευξη που ο Joel παραχώρησε το 1971 στον φοιτητικό ραδιοφωνικό σταθμό WCWP του C.W. Post, λίγο μετά την κυκλοφορία του πρώτου προσωπικού άλμπουμ του, «Cold Spring Harbor». Τη συνέντευξη έκανε ο Ed Mann, ξάδερφος του πρώτου μάνατζερ του Joel, Irwin Mazur.
Ο Mazur ήταν εκείνος που, περίπου έναν χρόνο πριν, επικοινώνησε με τον σκηνοθέτη Adam Ripp και του έδωσε το υλικό. Σύμφωνα με όσα είπε στον Ripp, ο Mann είχε ηχογραφήσει ο ίδιος τη συνέντευξη και είχε στην κατοχή του τις πρωτότυπες ταινίες, γεγονός που οδήγησε την ομάδα της ταινίας στην πεποίθηση ότι μπορούσε να χρησιμοποιήσει νόμιμα το υλικό.
Ο Ripp αποφάσισε, όμως, να μην περιοριστεί στη χρήση της ηχητικής ηχογράφησης. Αντί να συνοδεύσει τη φωνή του νεαρού Joel με παλιές φωτογραφίες, αρχειακό υλικό ή συνεντεύξεις τρίτων, επέλεξε να αναδημιουργήσει τον ίδιο και το στούντιο του ραδιοφωνικού σταθμού ψηφιακά.
Για να γίνει αυτό, συνεργάστηκε με καναδική εταιρεία τεχνητής νοημοσύνης. Το σύστημα εκπαιδεύτηκε αποκλειστικά πάνω σε φωτογραφίες που, σύμφωνα με τον Ripp, είχαν στην κατοχή τους ο Mazur και άλλα πρόσωπα του ίδιου κύκλου, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί ένας νεαρός Billy Joel που κινείται και εμφανίζεται στην οθόνη ενώ ακούγεται η πραγματική φωνή του από το 1971.
«Υπήρχαν πολλοί τρόποι με τους οποίους θα μπορούσαμε να το κάνουμε, αλλά τα εργαλεία έχουν γίνει τόσο καλά, που μου φάνηκε χαμένη ευκαιρία να μην προσπαθήσουμε να αναδημιουργήσουμε τον Billy, ώστε να αποκτήσουμε πραγματικά μία αίσθηση του πώς κινούταν και πώς έμοιαζε τότε», είπε ο Adam Ripp στο The Hollywood Reporter.
Το αποτέλεσμα είναι ένα ιδιαίτερο υβρίδιο ανάμεσα σε μουσικό ντοκιμαντέρ, αρχειακό τεκμήριο και ψηφιακή αναπαράσταση. Η ταινία παρουσιάζει έναν Billy Joel που βρίσκεται ακόμη πριν από το «Piano Man», σε μία περίοδο όπου η μεγάλη επιτυχία δεν είναι δεδομένη και η καριέρα του μπορεί ακόμη να πάρει οποιαδήποτε κατεύθυνση.
Η ίδια η συνέντευξη έχει αρκετές αποκαλύψεις για τη ζωή και τη σκέψη του νεαρού καλλιτέχνη. Ο Joel μιλά για μία περίοδο κατά την οποία είχε μείνει άστεγος, για την επικείμενη μετακόμισή του στο Λος Άντζελες και για την απόφαση να φύγει από τα προάστια της Νέας Υόρκης, όπου το κόστος απόκτησης κατοικίας ήταν ιδιαίτερα υψηλό.
Μιλά επίσης για τη μέτρια εμπορική πορεία του «Cold Spring Harbor» και για τη μουσική που σχεδίαζε να ηχογραφήσει στη συνέχεια, η οποία τελικά θα τον οδηγούσε προς το «Piano Man». Στη συζήτηση εμφανίζεται ακόμη η αγάπη του για τη μουσική ιστορία, καθώς ο Joel μιλά με χιούμορ για τον τρόπο με τον οποίο οι The Beatles δανείστηκαν στοιχεία από τον Little Richard και ο Beethoven από τον Mozart.
Σε άλλο σημείο, ο νεαρός Joel εξηγεί τι θα έκανε αν η μουσική δεν κατάφερνε να του ανοίξει τον δρόμο. Η εναλλακτική του, όπως την παρουσίαζε τότε, ήταν να αγοράσει ένα σκάφος και να γίνει ψαράς.
Ίσως η πιο ειρωνική στιγμή της συνέντευξης, ωστόσο, αφορά το Madison Square Garden. Ο Joel χαρακτήρισε τις συναυλίες εκεί «κοροϊδία», υποστηρίζοντας ουσιαστικά ότι το μέγεθος του χώρου δεν τον ενδιέφερε και πως δεν θα έπαιζε ποτέ εκεί. Χρόνια αργότερα, βέβαια, θα κατέληγε να πραγματοποιεί πολυετή παραμονή στο ίδιο στάδιο, το οποίο στο μεταξύ είχε αλλάξει ριζικά.
Η συνέντευξη αποκαλύπτει και μία άλλη πλευρά του Joel: έναν καλλιτέχνη που βρίσκεται κάπου ανάμεσα στην αυτοπεποίθηση και την αβεβαιότητα. Όταν ο Ed Mann τον ρωτά τι θα συμβεί σε περίπτωση αποτυχίας, ο νεαρός τραγουδιστής απαντά με μία φράση που αποτυπώνει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόταν τότε την καριέρα του.
«Ποτέ δεν σκέφτεσαι αν μπορείς να τα καταφέρεις, σκέφτεσαι αν μπορείς να αντέξεις», είπε.
Για τους ανθρώπους που γνωρίζουν βαθιά τη διαδρομή του Billy Joel, το ντοκιμαντέρ λειτουργεί σχεδόν σαν ένα παράλληλο επεισόδιο της ιστορίας που είχε παρουσιαστεί στο επίσης δίπτυχο ντοκιμαντέρ «Billy Joel: And So It Goes». Η συγκεκριμένη παραγωγή του HBO, σε σκηνοθεσία των Susan Lacy και Jessica Levin, προβλήθηκε τον Ιούλιο του 2025 με την έγκριση και τη συμμετοχή του Joel.
Εκείνη την περίοδο, ο Joel είχε εξομολογηθεί με ειλικρίνεια πόσο δύσκολο του ήταν να επιστρέψει ξανά σε παλιές ιστορίες της ζωής του.
«Για τόσο καιρό αντιστεκόμουν σε κάτι τέτοιο. Έχω κουραστεί να μιλάω για τον εαυτό μου», είπε τότε στο People. «Κάποια από τα ανόητα πράγματα που έκανα είναι επώδυνο να τα συζητώ. [Όμως] μου ζήτησαν κάποια θεματική καθοδήγηση. Τους είπα: “Απλώς πείτε την αλήθεια”», πρόσθεσε.
Η αντίθεση ανάμεσα στις δύο ταινίες είναι σημαντική. Στην περίπτωση του «Billy Joel: And So It Goes», ο ίδιος ο τραγουδιστής είχε συμφωνήσει να μοιραστεί την ιστορία του. Στο «1971: Billy Joel’s Lost Interview», αντίθετα, δεν είχε καν ενημερωθεί για την παραγωγή.
Μια κάρτα που εμφανίζεται πριν από την ταινία ξεκαθαρίζει ότι πρόκειται για ανεξάρτητο ιστορικό έργο και ότι δεν υποστηρίζεται, δεν συνδέεται και δεν χρηματοδοτείται από τον Billy Joel. Ο Ripp υποστηρίζει ότι έκανε ό,τι χρειαζόταν για να κινηθεί μέσα στα όρια της νομοθεσίας, μεταξύ άλλων διατηρώντας αυστηρό έλεγχο στις φωτογραφίες που χρησιμοποιήθηκαν για την εκπαίδευση του συστήματος τεχνητής νοημοσύνης.
Το αν αυτή η προσέγγιση είναι και νομικά ασφαλής αποτελεί διαφορετικό ζήτημα. Η νομοθεσία γύρω από τη χρήση της εικόνας ζωντανών προσώπων, ειδικά όταν αυτή αναδημιουργείται ψηφιακά χωρίς άδεια, παραμένει σύνθετη και δεν έχει δώσει ακόμη ξεκάθαρες απαντήσεις για κάθε πιθανή περίπτωση.
Η εκπρόσωπος του Billy Joel, Claire Mercuri, αρνήθηκε να σχολιάσει το έργο.
Ο Adam Ripp δεν είναι άγνωστος στην ιστορία του Joel. Είναι γιος του Artie Ripp, του ανθρώπου που έκανε την παραγωγή του «Cold Spring Harbor» και είχε στενή επαγγελματική σχέση με τον νεαρό μουσικό. Οι δύο πλευρές, όμως, συγκρούστηκαν αργότερα, με τον Joel να κατηγορεί τον Ripp για το εμπορικό ναυάγιο του άλμπουμ, υποστηρίζοντας ότι η μουσική κυκλοφόρησε σε λάθος ταχύτητα αναπαραγωγής.
Η υπόθεση αυτή συνδέεται και με ένα άλλο μη εγκεκριμένο έργο. Ο Adam Ripp είναι σεναριογράφος της βιογραφικής ταινίας «Billy & Me», στην οποία ο Irwin Mazur βρίσκεται στο επίκεντρο και η ιστορία του Joel παρουσιάζεται και από την οπτική του πρώην συνεργάτη του, αλλά και εκείνη του πρώην μέλους του συγκροτήματός του, Jon Small.
Ο Billy Joel είχε αντιδράσει έντονα όταν έγινε γνωστό το συγκεκριμένο σχέδιο. Μέσω εκπροσώπου του είχε δηλώσει ότι οι συντελεστές είχαν ενημερωθεί από το 2021 πως δεν διέθεταν τα δικαιώματα για την ιστορία της ζωής του και πως δεν θα μπορούσαν να αποκτήσουν τα απαραίτητα δικαιώματα για τη χρήση της μουσικής του.
«Ο Billy Joel δεν έχει εγκρίνει ούτε έχει υποστηρίξει αυτό το έργο με οποιονδήποτε τρόπο και οποιαδήποτε προσπάθεια να προχωρήσει χωρίς τη συγκατάθεσή του θα ήταν τόσο νομικά όσο και επαγγελματικά λανθασμένη», είχε αναφέρει ο εκπρόσωπός του.
Ο Ripp δεν κρύβει ότι επιθυμεί να αποκατασταθεί ο ρόλος του Mazur και, σε έναν βαθμό, της δικής του οικογένειας στην πρώιμη ιστορία του Joel. Υποστηρίζει ότι οι συγκεκριμένοι άνθρωποι αποτελούν σημαντικό μέρος της μουσικής κληρονομιάς του, ακόμη κι αν απουσίαζαν από την αφήγηση που παρουσιάστηκε στο «Billy Joel: And So It Goes».
Η προσωπική σύνδεσή του με τον μουσικό είναι επίσης ιδιαίτερη. Ο Ripp έχει περιγράψει πώς, όταν ήταν παιδί, άκουγε στο σπίτι του νέες ηχογραφήσεις του Joel, βγάζοντας με ενθουσιασμό τους δίσκους από τα εξώφυλλά τους. Ο ίδιος έχει υποστηρίξει ακόμη ότι ο Joel είχε παίξει συναυλίες στο σαλόνι του σπιτιού του, ενώ έμενε σε κοντινή κατοικία που είχε εξασφαλίσει ο Mazur.
Παρά τις αντιδράσεις γύρω από τον τρόπο με τον οποίο δημιουργήθηκε το ντοκιμαντέρ, ο Ripp υποστηρίζει ότι η βασική του πρόθεση είναι να φέρει στο κοινό ένα κομμάτι μουσικής ιστορίας που διαφορετικά ίσως έμενε για πάντα κλεισμένο σε ένα συρτάρι.
«Αυτό είναι απλώς ένα κομμάτι μουσικής ιστορίας που δεν θα είχαμε ποτέ την ευκαιρία να ζήσουμε», είπε.
Από την πλευρά του, ο Ed Mann, ο άνθρωπος που έκανε τη συνέντευξη το 1971 και αργότερα την έβγαλε από το συρτάρι του και την παρέδωσε στον Mazur, λέει ότι η γνώμη του για το εγχείρημα άλλαξε στην πορεία.
«Στην αρχή σκέφτηκα: “Αυτό είναι χαριτωμένο”», είπε ο πρώην παραγωγός φοιτητικού ραδιοφώνου, ο οποίος είχε φιλοξενήσει στη συγκεκριμένη εκπομπή καλλιτέχνης από τον Curtis Mayfield μέχρι τον Kenny Loggins πριν ακολουθήσει καριέρα στην οικογενειακή επιχείρηση εμπορίας αυτοκινήτων, με παράλληλη περιστασιακή παρουσία στην υποκριτική.
«Όμως όσο εξελισσόταν και μεταμορφωνόταν μέσα από τη διαδικασία της τεχνητής νοημοσύνης, σκέφτηκα: “Αυτό είναι πραγματικά πολύ καλό”. Και τώρα πιστεύω ότι έχουμε πραγματικά κάτι», πρόσθεσε.
Ο Billy Joel είχε ήδη δεχθεί μία διαφορετική μορφή ψηφιακής ανανέωσης της εικόνας του. Το 2024 εμφανίστηκε στο μουσικό βίντεο του τραγουδιού «Turn the Lights Back On», όπου η εικόνα του αναδημιουργήθηκε ώστε να παρουσιάζεται σε νεότερες ηλικίες.
Η διαφορά είναι πως εκείνη η παραγωγή είχε τη δική του έγκριση. Στην περίπτωση του «1971: Billy Joel’s Lost Interview», η ψηφιακή αναπαράσταση δημιουργείται χωρίς τη δική του συμμετοχή, γεγονός που αναδεικνύει ένα ολοένα πιο δύσκολο ερώτημα: ποιος έχει το δικαίωμα να αποφασίζει πώς θα εμφανίζεται ένας καλλιτέχνης και πώς θα θυμάται το κοινό την ιστορία του;
Το ερώτημα γίνεται ακόμη πιο σύνθετο επειδή το συγκεκριμένο εγχείρημα δεν χρησιμοποιεί απλώς την εικόνα του Joel. Του δίνει ξανά ζωή στην οθόνη, τοποθετώντας το πρόσωπο ενός πραγματικού ανθρώπου μέσα σε μία ψηφιακά ανακατασκευασμένη στιγμή από το παρελθόν του.
Το αν το κοινό θα έχει ευρύτερη πρόσβαση στην ταινία παραμένει επίσης ανοιχτό. Ο Ripp βρίσκεται σε συζητήσεις με το Rock & Roll Hall of Fame για να συμπεριλάβει το έργο στο αρχείο του, ενώ υπάρχει ενδιαφέρον και για πιθανή διανομή μέσω υπηρεσιών streaming. Παρ’ όλα αυτά, η απουσία του Joel από την παραγωγή και η χρήση τεχνητής νοημοσύνης μπορεί να αποδειχθούν εμπόδια· σύμφωνα με τον Ripp, τουλάχιστον ένα φεστιβάλ αρνήθηκε να προβάλει την ταινία ακριβώς εξαιτίας αυτής της ψηφιακής αναπαράστασης.
Ο Tom Needham, εκτελεστικός διευθυντής του Music Documentary Film Festival και αντιπρόεδρος του Long Island Music & Entertainment Hall of Fame, θεωρεί ότι αξίζει να παρουσιαστεί στο κοινό, ακριβώς επειδή ανοίγει μία συζήτηση που μόλις τώρα αρχίζουμε να κατανοούμε.
«Αναγνωρίζουμε ότι η τεχνητή νοημοσύνη στην ψυχαγωγία είναι ένα θέμα που θα προκαλέσει συζητήσεις και διαφορετικές απόψεις», είπε ο Needham. «Όμως αυτή η ταινία δείχνει πώς η τεχνολογία, όταν χρησιμοποιείται με σκέψη, μπορεί να μας βοηθήσει να επανασυνδεθούμε με σημαντικές στιγμές της μουσικής ιστορίας», πρόσθεσε. «Ελπίζουμε ο κόσμος να τη βιώσει με περιέργεια και ανοιχτό μυαλό», τόνισε.
Το «1971: Billy Joel’s Lost Interview» βρίσκεται έτσι ακριβώς στο σημείο όπου η μουσική ιστορία συναντά μία τεχνολογία που μπορεί πλέον να ανακατασκευάσει πρόσωπα, χώρους και στιγμές. Για τους θαυμαστές του Billy Joel, η χαμένη συνέντευξη προσφέρει την ευκαιρία να ακούσουν έναν καλλιτέχνη πριν από το «Piano Man», όταν ακόμη προσπαθούσε να καταλάβει αν μπορούσε να τα καταφέρει.
Για την ευρύτερη μουσική βιομηχανία, όμως, η ταινία θέτει ένα πολύ μεγαλύτερο ζήτημα. Δεν αφορά μόνο το πώς μπορούμε να επαναφέρουμε μία χαμένη στιγμή, αλλά και το ποιος αποφασίζει αν έχουμε το δικαίωμα να την ξαναζωντανέψουμε.
