Με 31 τραγούδια, αμέτρητα samples και μια εντυπωσιακή παρέλαση συνεργατών, οι The Avalanches επιστρέφουν με έναν δίσκο που αναζητά τη μαγεία της νοσταλγίας μέσα στους ήχους της διαφήμισης, της παλιάς τεχνολογίας και των παιδικών μας αναμνήσεων.
Υπάρχουν ήχοι που ξεχνάμε ότι κάποτε αγαπήσαμε. Η χαρακτηριστική μελωδία μιας παλιάς διαφήμισης, ο ήχος εκκίνησης ενός υπολογιστή, τα ηλεκτρονικά κουδουνίσματα ενός βιντεοπαιχνιδιού ή εκείνο το σύντομο ηχητικό σήμα που συνόδευε ένα τηλεοπτικό πρόγραμμα πριν από δεκαετίες. Μικρά κομμάτια ενός κόσμου που έχει αλλάξει, αλλά εξακολουθεί να κατοικεί κάπου στο πίσω μέρος του μυαλού μας. Οι The Avalanches αποφασίζουν να επιστρέψουν σε αυτόν τον κόσμο με το «No Bad Memories», έναν δίσκο που μοιάζει να ξεφυλλίζει ένα παλιό φωτογραφικό άλμπουμ, μόνο που αντί για εικόνες χρησιμοποιεί χιλιάδες μικρά θραύσματα ήχου.
Το αυστραλιανό συγκρότημα γνωρίζει όσο λίγοι πώς να μετατρέπει ξεχασμένες ηχογραφήσεις σε κάτι καινούργιο. Το 2000, το «Since I Left You» άλλαξε τις δυνατότητες του sampling μουασικής, συνδυάζοντας χιλιάδες αποσπάσματα από τραγούδια, κινηματογραφικές μουσικές, διαφημίσεις και διαλόγους σε ένα ενιαίο, απρόβλεπτο ηχητικό σύμπαν. Ο δίσκος έμοιαζε με μια ασταμάτητη παρέλαση από ήχους που κανονικά δεν θα συναντιόνταν ποτέ, αλλά κάτω από το φαινομενικό χάος υπήρχαν πάντα μελωδίες, ρυθμός και μια σχεδόν παιδική χαρά δημιουργίας.
Ήταν μια εντυπωσιακή αρχή, την οποία το συγκρότημα χρειάστηκε πολλά χρόνια για να ξεπεράσει. Το «Wildflower» του 2016 διατήρησε την ηλιόλουστη, ψυχεδελική διάθεση της πρώτης περιόδου, ενώ το «We Will Always Love You» του 2020 στράφηκε περισσότερο προς την ανθρώπινη φωνή, τη μνήμη και τη συναισθηματική σύνδεση. Τώρα, με το «No Bad Memories», οι The Avalanches επιστρέφουν στη γνώριμη τεχνική τους, αλλά αλλάζουν το σημείο από το οποίο παρατηρούν τον κόσμο.
Αυτή τη φορά, η αφετηρία δεν είναι τόσο η μουσική που ανακαλύπτουμε σε παλιούς δίσκους, όσο οι ήχοι που μας συνόδευαν χωρίς να τους επιλέγουμε. Οι διαφημιστικές μελωδίες, τα ηχητικά σήματα επώνυμων προϊόντων και οι τεχνολογικοί ήχοι που σημάδεψαν την καθημερινότητά μας γίνονται τα δομικά υλικά μιας μουσικής αφήγησης για τη νοσταλγία και τη δύναμη της εμπορικής κουλτούρας να εισβάλλει στις προσωπικές μας αναμνήσεις.
Το εξώφυλλο, με ένα iPod και μια δισκέτα που αποκτούν χέρια και πόδια, λειτουργεί σαν ένα μικρό παράθυρο σε αυτό το σύμπαν. Η τεχνολογία εδώ δεν αντιμετωπίζεται απλώς ως κάτι ξεπερασμένο, αλλά ως ένα κομμάτι της συλλογικής μας μνήμης. Κάθε ήχος κουβαλά τη δική του ιστορία, κάθε διαφημιστικό απόσπασμα θυμίζει μια εποχή που έμοιαζε να υπόσχεται ένα φωτεινότερο μέλλον. Και οι The Avalanches παίρνουν όλα αυτά τα υλικά, τα αποσυναρμολογούν και τα συναρμολογούν ξανά, μετατρέποντάς τα σε κάτι που μοιάζει ταυτόχρονα οικείο και παράξενο.
Το «No Bad Memories» αποτελείται από 31 κομμάτια, με διάρκεια που πλησιάζει τη μία ώρα, και η πρώτη εντύπωση είναι εκείνη μιας ασταμάτητης ηχητικής περιπέτειας. Εδώ δεν υπάρχουν αυστηρά σύνορα ανάμεσα στην ποπ, την ηλεκτρονική μουσική, τη σόουλ και τον πειραματισμό. Οι ιδέες εμφανίζονται, συγκρούονται, εξαφανίζονται και επιστρέφουν απροσδόκητα, σαν να αλλάζουμε κανάλια στην τηλεόραση ενός σπιτιού που έχουμε να επισκεφθούμε από την παιδική μας ηλικία.
Το «Together» και το «Every Single Weekend» ανοίγουν τον δρόμο με τη φωτεινή, σχεδόν αβίαστη ενέργειά τους, θυμίζοντας ότι η μουσική των The Avalanches δεν ήταν ποτέ απλώς μια άσκηση ηχητικής ανασύνθεσης. Πίσω από την εντυπωσιακή ποσότητα των samples υπάρχει πάντοτε η επιθυμία να δημιουργηθεί ένα τραγούδι που θα σε παρασύρει, θα σου μείνει στο μυαλό και θα σε κάνει να θέλεις να επιστρέψεις σε αυτό.
Στο «Final Credits», με τη συμμετοχή των Loaded Honey, η σόουλ αποκτά τη ζεστασιά μιας ηχογράφησης από τις αρχές της δεκαετίας του 1970. Είναι σαν να ξεπηδά από ένα παλιό βινύλιο που ανακαλύπτεις τυχαία σε ένα δισκοπωλείο, με εκείνη την ελαφρώς σκονισμένη αίσθηση που κάνει την ακρόαση ακόμη πιο ανθρώπινη. Στο «One More Fantasy», από την άλλη, μια επαναλαμβανόμενη ηλεκτρονική φράση, με αισθητική που παραπέμπει στους Kraftwerk, συναντά την αιθέρια, σχεδόν εξωπραγματική φωνή της Carly Simon. Το αποτέλεσμα είναι μια από τις στιγμές όπου ο δίσκος μοιάζει να ξεπερνά τα ίδια του τα όρια, προτού τελειώσει σχεδόν τη στιγμή που αρχίζει να απογειώνεται.
Εξίσου χαρακτηριστικό είναι το «Can’t Get Over Losing You», με τη συμμετοχή της Portraits of Tracy, ένα τραγούδι που ισορροπεί ανάμεσα στη μελαγχολία και την ποπ ευαισθησία. Η ερμηνεία της φέρνει μια πιο προσωπική διάσταση σε έναν δίσκο γεμάτο τεχνητούς ήχους και αποσπάσματα από τον εμπορικό κόσμο. Οι The Avalanches θυμίζουν ότι, όσο περίπλοκη κι αν είναι η διαδικασία κατασκευής της μουσικής τους, η καρδιά ενός τραγουδιού εξακολουθεί να βρίσκεται στο συναίσθημα.
Και ύστερα υπάρχει το ανθρώπινο στοιχείο που διατρέχει ολόκληρο το άλμπουμ. Η Suzanne Ciani, πρωτοπόρος της ηλεκτρονικής μουσικής και δημιουργός ηχητικών ταυτοτήτων για εταιρείες όπως η Coca-Cola και η Atari, εμφανίζεται μέσα από αποσπάσματα συνεντεύξεων σε ένα από τα πιο χαρούμενα κομμάτια με τη συμμετοχή του Barry Can’t Swim. Η παρουσία της είναι σχεδόν συμβολική: ο ήχος που κάποτε σχεδιάστηκε για να πουλήσει ένα προϊόν επιστρέφει εδώ ως συστατικό μιας μουσικής εμπειρίας, αποκομμένος από την αρχική του λειτουργία και φορτισμένος με νέες σημασίες.
Ο κατάλογος των συνεργατών είναι εξίσου απρόβλεπτος. Ο Jamie xx, ο Panda Bear, η Karen O, ο Mike Patton των Faith No More, ο Rivers Cuomo των Weezer, ο John Glacier, ο Haruomi Hosono και ο Ryoji Ikeda συνυπάρχουν σε έναν δίσκο που δεν ενδιαφέρεται να ακολουθήσει μια ευθεία διαδρομή. Κάθε καλλιτέχνης προσθέτει μια διαφορετική υφή, μια νέα φωνή ή μια διαφορετική αντίληψη του ρυθμού. Η παρουσία της Carly Simon, ειδικότερα, δείχνει πόσο μακριά μπορούν να φτάσουν οι The Avalanches όταν αφήνουν μια μελωδία να αναπνεύσει μέσα στο ηχητικό τους κολάζ.
Φυσικά, μια τέτοια προσέγγιση έχει και τις δυσκολίες της. Με 31 κομμάτια και διαρκείς εναλλαγές, το «No Bad Memories» μπορεί σε ορισμένες στιγμές να μοιάζει υπερφορτωμένο. Ακριβώς όταν ένας ρυθμός αρχίζει να αποκτά τη δική του δυναμική, ένα διαφημιστικό απόσπασμα ή ένας αναπάντεχος ήχος μπορεί να διακόψει τη ροή. Κάποιες ιδέες κερδίζουν από αυτή την αστάθεια, ενώ άλλες θα μπορούσαν να είχαν αναπτυχθεί περισσότερο. Οι The Avalanches δεν ενδιαφέρονται πάντοτε να αφήσουν τον ακροατή να βολευτεί σε ένα συγκεκριμένο συναίσθημα. Προτιμούν να τον μεταφέρουν διαρκώς αλλού, ακόμη κι αν η διαδρομή γίνεται περιστασιακά εξαντλητική.
Ωστόσο, αυτή η υπερβολή αποτελεί και μέρος της ταυτότητας του άλμπουμ. Οι αναμνήσεις δεν επιστρέφουν ποτέ σε μια απόλυτα τακτοποιημένη σειρά. Μια μυρωδιά, ένας ήχος ή μια τυχαία εικόνα αρκούν για να μας μεταφέρουν από τη μία δεκαετία στην άλλη, από την παιδική ηλικία σε μια σχεδόν ξεχασμένη εφηβική εμπειρία. Το «No Bad Memories» επιχειρεί κάτι αντίστοιχο, μόνο που χρησιμοποιεί την τεχνολογία, τη διαφήμιση και τη μουσική ως πύλες προς το παρελθόν.
Και ίσως εκεί βρίσκεται η πιο ενδιαφέρουσα αντίφαση του δίσκου. Οι ήχοι που μας βοηθούν να θυμηθούμε είναι συχνά προϊόντα ενός εμπορικού κόσμου που προσπαθούσε να κερδίσει την προσοχή μας. Οι The Avalanches αναγνωρίζουν αυτή τη σχέση, χωρίς όμως να παραδίδονται ούτε στην απόλυτη νοσταλγία ούτε στην κυνική αποδόμησή της. Αντίθετα, παίρνουν τα υλικά της και τα μετατρέπουν σε κάτι γεμάτο χρώμα, κίνηση και απρόσμενη τρυφερότητα.
Είκοσι έξι χρόνια μετά το «Since I Left You», οι The Avalanches εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν τη μουσική σαν ένα τεράστιο αρχείο που περιμένει να ανακαλυφθεί ξανά. Το «No Bad Memories» δεν είναι ένας δίσκος που ακούγεται καλύτερα όταν απομονώνουμε τα πιο δυνατά του κομμάτια. Είναι μια διαδρομή που απαιτεί να παραδοθούμε στις εναλλαγές της, να δεχτούμε ότι η ομορφιά μπορεί να κρύβεται μέσα σε έναν ξεχασμένο ήχο εκκίνησης ή σε μια διαφημιστική μελωδία που είχαμε χρόνια να ακούσουμε.
Στο τέλος, αυτό που μένει δεν είναι τόσο η ανάμνηση ενός συγκεκριμένου τραγουδιού, όσο η αίσθηση ότι επιστρέψαμε για λίγο σε έναν κόσμο που δεν υπάρχει πια ακριβώς όπως τον θυμόμαστε. Και μέσα σε αυτή την πολύχρωμη, ελαφρώς αποπροσανατολιστική διαδρομή, οι The Avalanches βρίσκουν ξανά αυτό που τους έκανε ξεχωριστούς από την αρχή: την ικανότητα να μετατρέπουν τα πιο απρόσμενα θραύσματα του παρελθόντος σε μουσική που ακούγεται σαν να γεννιέται τώρα.
