Ένα νέο ντοκιμαντέρ αναβιώνει μέσα από σπάνιο αρχειακό υλικό και νέες συνεντεύξεις τη θρυλική εμφάνιση του Bob Dylan που πυροδότησε μία πολιτισμική σύγκρουση και μεταμόρφωσε την αμερικανική μουσική.
Το Newport Folk Festival δεν προηγήθηκε απλώς γεγονότων που όρισαν μία ολόκληρη γενιά, όπως το Woodstock και το Monterey Pop — έθεσε τα θεμέλια για τα νεανικά θεάματα που ακολούθησαν, από το Coachella μέχρι το Lollapalooza. Μεταξύ 1963 και 1966, η παραθαλάσσια αυτή σύναξη φιλοξένησε μία εκπληκτική λίστα καλλιτεχνών που περιελάμβανε τους Joan Baez, Johnny Cash, Howlin’ Wolf, Judy Collins, Pete Seeger και —τον διασημότερο όλων— τον Bob Dylan.
Ήταν εδώ που ο 24χρονος τροβαδούρος σόκαρε το πλήθος στις 25 Ιουλίου 1965, συνδέοντας την κιθάρα Fender Stratocaster του για να παίξει με ηλεκτρικό ήχο, μία κίνηση που σκανδάλισε τους πουριτανούς της folk, αλλά τελικά επαναπροσδιόρισε το rock and roll ως μία νόμιμη μορφή σύγχρονης λαϊκής έκφρασης. Αυτή η πρωτοποριακή στιγμή αποτέλεσε πρόσφατα τη συναισθηματική κορύφωση του «A Complete Unknown», της επιτυχημένης ταινίας με τον Timothée Chalamet να ζωντανεύει τον Bob Dylan στην οθόνη.
Τώρα, ένα νέο ντοκιμαντέρ από τους βραβευμένους σκηνοθέτες Robert Gordon και Joe Lauro εισχωρεί στα παρασκήνια αυτής της θρυλικής εμφάνισης και αναπολεί άλλες κορυφαίες στιγμές από τα χρόνια διαμόρφωσης του φεστιβάλ.
Δημιουργημένο από σπάνιο, αδημοσίευτο αρχειακό υλικό και ενισχυμένο με νέες συνεντεύξεις από καλλιτέχνες και διοργανωτές, το «Newport & The Great Folk Dream» (που έκανε πρεμιέρα στις 5 Σεπτεμβρίου στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας) είναι ταυτόχρονα ένα παλλόμενο μουσικό ταξίδι και ένας ισχυρός στοχασμός πάνω στην ικανότητα της τέχνης να πυροδοτεί την αλλαγή.
Η ακουστική κιθάρα ήταν κάτι περισσότερο από το προτιμώμενο όργανο για τη folk σκηνή στις αρχές της δεκαετίας του ’60 — ήταν ένα ισχυρό σύμβολο.
«Αντιπροσώπευε την αρετή», εξηγεί στο ντοκιμαντέρ ο διευθυντής παραγωγής του φεστιβάλ, Joe Boyd. «Αντιπροσώπευε το να κάθεσαι γύρω από τη φωτιά και όλοι να μπορούν να τραγουδήσουν μαζί. Μόλις πάρεις μία ηλεκτρική κιθάρα, θα ακούγεται πιο δυνατά από όλους όσους τραγουδούν. Η ηλεκτρική κιθάρα έγινε σύμβολο αυτού του διχασμένου κόσμου της folk».
Οι ρωγμές στη μουσική κοινότητα εμφανίστηκαν για πρώτη φορά όταν οι Beatles έφτασαν στην Αμερική τον Φεβρουάριο του 1964. Η DIY άνθηση της folk της προηγούμενης δεκαετίας είχε τελειώσει οριστικά. Τώρα, οι έφηβοι κλείνονταν στα γκαράζ σε όλη την Αμερική, προσπαθώντας να δημιουργήσουν τις δικές τους εκδοχές των Fab Four.
Η αλλαγή ήταν σαφής για τον ιδρυτή του Newport Folk Festival, George Wein. «Το 1964, η χώρα άλλαξε», λέει σε μία αρχειακή συνέντευξη που περιλαμβάνεται στην ταινία. «Υπήρξε ένας διχασμός στους νέους όταν εμφανίστηκαν οι Beatles. Ο κόσμος της folk αγανακτούσε με τους Beatles λόγω του ήχου. Ο κόσμος της folk ήταν ένας ακουστικός κόσμος».
Ακόμη και ο Bob Dylan, ο διάδοχος του θρόνου της αμερικανικής folk, γοητεύτηκε από τους Beatles. Κατά την περιοδεία τους στις ΗΠΑ το 1964, τους επισκέφθηκε σε ένα ξενοδοχείο της Νέας Υόρκης — και τους μύησε στη μαριχουάνα, πυροδοτώντας μία δημιουργική εξέλιξη που θα αναμόρφωνε τη μουσική τους.
Ο Dylan, με τη σειρά του, μεταμορφώθηκε από την επιρροή τους. Αντάλλαξε την τζιν-και-καρό στολή του folk τραγουδιστή με Mod πουκάμισα και μπότες Chelsea, αντιγράφοντας το στυλ των βρετανικών συγκροτημάτων που εισέβαλλαν τότε στην Αμερική. Οι στίχοι του, κάποτε βουτηγμένοι στην πολιτική διαμαρτυρία, άρχισαν να στρέφονται προς μία σουρεαλιστική, πολυεπίπεδη ποίηση.
«Το κατεστημένο της folk μουσικής πίστευε ότι ο Dylan ήταν αυτός που θα οδηγούσε τη folk σε ένα ένδοξο μέλλον», λέει ο Boyd. «Και ξαφνικά τραγουδά το “Mr. Tambourine Man”. Δεν αφορά την πολιτική ή τον αγώνα. Μπορούσαν να δουν ότι οι καιροί άλλαζαν».
Ακόμη πιο ανησυχητικό για τους πουριτανούς, ο Bob Dylan δανείστηκε τόσο την ενορχήστρωση των Beatles όσο και τα ρούχα τους. Folk-rock υβρίδια όπως οι Byrds και οι Turtles είχαν ήδη γνωρίσει επιτυχία, ενσωματώνοντας τραγούδια του Dylan σε ηλεκτρικές ενορχηστρώσεις.
Σύντομα ακολούθησε και ο ίδιος. Την άνοιξη του 1965, κυκλοφόρησε το «Maggie’s Farm», σηματοδοτώντας τη στροφή του προς έναν ροκ ήχο. Λίγες μέρες πριν το Newport, επανήλθε δριμύτερος με το «Like a Rolling Stone» — ένα εκτενές, πεντάλεπτο έπος που απέρριπτε τους κανόνες του τι θα μπορούσε να είναι ένα ποπ τραγούδι και εισήγαγε τη ροκ σε μία νέα εποχή δυνατοτήτων.
Μέχρι τη στιγμή που ο Dylan έφτασε στον χώρο του φεστιβάλ στις 25 Ιουλίου, οι γραμμές μάχης είχαν ήδη χαραχθεί μεταξύ των πουριτανών και των προοδευτικών. «Γινόταν πολλή συζήτηση», θυμάται ο Boyd. «Ο κόσμος έλεγε: “Τι θα κάνει ο Dylan;”. Ο Dylan είχε ένα τραγούδι στα charts με ντραμς και ηλεκτρική κιθάρα. Κι όμως, δεν είχε παίξει ποτέ έτσι ζωντανά».
Η ένταση κορυφώθηκε όταν στη σκηνή ανέβηκε η Paul Butterfield Blues Band. Ο διοργανωτής του φεστιβάλ Alan Lomax ενοχλήθηκε από τον ενισχυμένο ήχο τους και, στην εισαγωγή του, δεν μπόρεσε να αντισταθεί σε μία μπηχτή — λέγοντας στο πλήθος ότι ήταν ένα συγκρότημα που «χρειάζεται όλο αυτό το φανταχτερό σιδερικό για να παίξει τα μπλουζ».
Το σχόλιο εξόργισε τον μάνατζερ του συγκροτήματος, Albert Grossman, ο οποίος ήταν επίσης μάνατζερ του Dylan. «Αυτή ήταν μία πραγματικά μικροπρεπής εισαγωγή, Alan», του είπε απότομα. Ο καβγάς κλιμακώθηκε σε σωματική συμπλοκή, με τον Lomax και τον Grossman να παλεύουν στο έδαφος μπροστά στα έκπληκτα μάτια του προσωπικού και των μουσικών.
Μετά το περιστατικό αυτό, ο Dylan πήρε μία απόφαση που θα καθόριζε τη βραδιά — και θα έγραφε μουσική ιστορία. Αντί να παίξει με τους συνήθεις συνοδούς του, ζήτησε από τρία μέλη της μπάντας του Butterfield (τον κιθαρίστα Mike Bloomfield, τον μπασίστα Jerome Arnold και τον ντράμερ Sam Lay) να τον συνοδεύσουν. Η επιλογή ήταν εσκεμμένη: οι μουσικοί του Butterfield ήταν νέοι, φλογεροί και απροκάλυπτα ηλεκτρικοί.
Όταν ο Bob Dylan εμφανίστηκε κάτω από τα φώτα με ένα μαύρο δερμάτινο μπουφάν και φόρεσε μία ηλεκτρική Stratocaster, ήταν σαφές ότι σκόπευε να σοκάρει το σύστημα. Ξεκίνησε με το «Maggie’s Farm». Ο θρύλος της folk, Pete Seeger, ο πνευματικός ηγέτης του φεστιβάλ, φέρεται να ήταν εξοργισμένος. «Έπρεπε να πάω πίσω και να κρατήσω το χέρι του Pete Seeger», λέει ο Wein στην ταινία. «Είπε: “Χαμήλωσε αυτόν τον ήχο!”. Του είπα: “Πολύ αργά. Δεν μπορώ”».
Σύμφωνα με τον θρύλο, ο Pete Seeger προσπάθησε να κόψει τα ηλεκτρικά καλώδια με ένα τσεκούρι — μία ιστορία που έκτοτε αποδείχθηκε απόκρυφη.
Ο ίδιος ο Seeger ξεκαθάρισε το περιστατικό χρόνια αργότερα σε μία απολογητική ταχυδρομική κάρτα προς τον Dylan το 1990: «Ήμουν έξαλλος με τον παραμορφωμένο ήχο — κανείς δεν μπορούσε να καταλάβει τους στίχους του “Maggie’s Farm”— και έτρεξα προς τους υπεύθυνους του ηχοσυστήματος. “Όχι, έτσι το θέλουν”, είπαν. Φώναξα: “Αν είχα ένα τσεκούρι, θα έκοβα το καλώδιο”, και υποθέτω αυτό είναι που μεταφέρθηκε».
Σε κάθε περίπτωση, οι αποδοκιμασίες από το πλήθος είναι ευδιάκριτες στο υλικό του ντοκιμαντέρ. «Υπήρχε μία κάποια υποκρισία γύρω από τη folk μουσική», λέει στην ταινία ο τραγουδιστής Loudon Wainwright III, που παρακολούθησε το φεστιβάλ ως έφηβος. «Ήταν σαν να λες: “Αυτό είναι πολύτιμο και δεν πρέπει να το πειράζεις — και σίγουρα όχι να το γαμ…”. Λοιπόν, εκείνο το βράδυ, ο Dylan το γάμ…».
Οι επιπτώσεις του ηλεκτρικού στοιχήματος του Dylan αντήχησαν πολύ πέρα από εκείνη τη νύχτα του Ιουλίου. Αυτό που κάποιοι άκουσαν ως προδοσία, σύντομα θεωρήθηκε μία ρηξικέλευθη στιγμή — μία τολμηρή επανερμηνεία της folk παράδοσης που βοήθησε στη γέννηση μίας εντελώς νέας μουσικής γλώσσας. «Το Newport με βοήθησε να ακούσω την παλιά μουσική και να την κάνω σχετική με την εποχή που ζούσα», θυμάται ο μουσικός Taj Mahal.
Η Joan Baez, που για καιρό στεκόταν δίπλα στον Bob Dylan ως η φωνή της συνείδησης στο κίνημα, το έθεσε απλούστερα: «Η αντικουλτούρα έγινε μέρος της κουλτούρας».
Ακόμη και ο Pete Seeger, που κάποτε θεωρήθηκε ο κακός του μύθου με το «τσεκούρι», αργότερα αποδέχτηκε το ευρύτερο νόημα της στιγμής: «Αν το σκεφτείς: “Είναι όλη αυτή η μουσική folk;”. Ναι! Αυτή η χώρα είναι γεμάτη από κάθε λογής διαφορετικούς ανθρώπους (folks). Αυτό είναι το υπέροχο με αυτή τη χώρα — τόσοι πολλοί διαφορετικοί άνθρωποι».
Αυτή η στιγμή, λοιπόν, δεν ήταν απλώς η εξέγερση ενός καλλιτέχνη, αλλά η βίαιη ενηλικίωση ενός ολόκληρου μουσικού είδους. Ήταν η στιγμή που η folk, η μουσική της παράδοσης και της διαμαρτυρίας, συνειδητοποίησε ότι για να παραμείνει ζωντανή, έπρεπε να αλλάξει, να ηλεκτριστεί και να μιλήσει τη γλώσσα μίας νέας, ανήσυχης γενιάς.
Το Newport του ’65 δεν ήταν το τέλος της folk, αλλά η εκρηκτική αναγέννησή της.
