Στο πέμπτο άλμπουμ της, η Doja Cat επιστρέφει με μία βαθιά εσωτερική αλλά και σαγηνευτική δουλειά, παντρεύοντας το παρελθόν με το παρόν σε έναν δίσκο που δεν υποκλίνεται σε εύκολους κανόνες.
Η Doja Cat είναι, πλέον, κάτι πολύ παραπάνω από μία pop-rap star. Με κάθε της κυκλοφορία αποστασιοποιείται ολοένα και περισσότερο από τις εφήμερες τάσεις, χτίζοντας το δικό της ιδίωμα και χαράσσοντας ένα ευδιάκριτο αποτύπωμα στη σύγχρονη μουσική σκηνή.
Στο πέμπτο της άλμπουμ με τίτλο «Vie», συναντάμε την πιο θεματική, την πιο οργανωμένη αλλά συνάμα και την πιο φιλοσοφημένη εκδοχή της.
Η προετοιμασία για το άλμπουμ δεν ήταν απλώς σχολαστική, ήταν σχεδόν τελετουργική. Με εμφανίσεις που παραπέμπουν σε Grace Jones – από το χαρακτηριστικό χτένισμα afro μέχρι τις επιβλητικές βάτες και τη συνολική στυλιστική αυστηρότητα – η Doja Cat «ντύνει» αυτό το νέο κεφάλαιο με χαρακτηριστική συνέπεια και σημασιολογικό βάθος. Παίζει με την έννοια του ελέγχου, πάνω στη σκηνή, στα visuals και κυρίως στη μουσική.
Από την πρώτη κιόλας νότα του «Cards», γίνεται σαφές πως η Doja Cat μάς επιτρέπει την είσοδο σε έναν ηχητικό κόσμο σκοτεινό, πυκνό, αλλά εντυπωσιακά φροντισμένο.
Το άλμπουμ ξεκινά με άρωμα ’80s – όχι με τρόπο νοσταλγικό ή επιφανειακά αναπαραγωγικό, αλλά με διαλογική κριτική και φαντασία. Ένα υβρίδιο ατμόσφαιρας και τόλμης, όπου η ερμηνεία της κινείται ελεύθερη: αισθησιακή στα ρεφρέν, αποφασιστική στα rap σημεία, χτίζοντας ένα μωσαϊκό γραφολογικής έντασης.
Το «Jealous Type», το πρώτο και ήδη γνωστό single, τοποθετείται στα πρώτα κομμάτια. Σχεδόν ηχητικά απατηλό, κρύβει πίσω από τη «γλυκιά» του παραγωγή έναν ρόλο που η Doja ενσαρκώνει με οδυνηρή ακρίβεια: τον δαίμονα της ζήλιας, το φάντασμα της ανασφάλειας που τρυπώνει σε κάθε ρωγμή των σχέσεων.
Η εμφάνισή της στα φετινά MTV Video Music Awards, όπου ερμήνευσε το «Jealous Type» με σφιχτοδεμένη χορογραφία και αστείρευτη σκηνική ενέργεια, υπενθύμισε ότι πρόκειται για ένα από τα πιο κεντρικά σημεία του δίσκου – ένα κομμάτι που στοχοποιεί την ανασφάλεια χωρίς να τη δικαιολογεί, αλλά και χωρίς να την δαιμονοποιεί.
Προχωρώντας βαθύτερα, το άλμπουμ ξεδιπλώνεται σαν χάρτινο θέατρο, με κάθε κομμάτι να γεμίζει τον χώρο με άλλο φως, άλλο αίσθημα. Το «AAAHH Men» λειτουργεί σαν ενεργειακή έκρηξη. Θυμίζει κάτι από τον χορευτικό αυθορμητισμό ενός σχολικού διαλείμματος που γίνεται cult pop anthem. Είναι τόσο φορτωμένο ηχητικά, με layers, φωνητικά εφέ και σχεδόν υπερβολική παραγωγή, που αποκτά καλλιτεχνική αυτοπεποίθηση. Διασκεδαστικό, παιχνιδιάρικο και απόλυτα Doja.
Αν το «AAAHH Men» είναι το εφηβικό ξέσπασμα, το «Gorgeous» είναι η στιγμή αφηγηματικής ωριμότητας – ένας στοχασμός στη ρίζα του θαυμασμού, του ιδανικού και του εφήμερου. Δεν αποκαλύπτεται με την πρώτη ακρόαση. Αλλά όταν επιτρέψει κανείς στους στίχους του να κάτσουν, να ριζώσουν, τότε αντιλαμβάνεται τη σοβαρότητά του κάτω από την επιφανειακή ευκολία του τίτλου του.
Περισσότερο από ποτέ, το άλμπουμ διατρέχει στυλιστικά μονοπάτια που δανείζονται στοιχεία από new jack swing, soul και R&B, γεφυρώνοντας τις μουσικές παραδόσεις των ’80s με τις σύγχρονες παραγωγικές απαιτήσεις.
Στο «Couples Therapy» και το «All Mine» αντανακλάται αυτή η υφολογική μαεστρία: ζεστά ρεφρέν, φωνητικά με falsetto και εκείνη τη συγκεκριμένη υφή που παραπέμπει σε indie σκηνές παλιών μουσικών μπλουζ μπαρ. Τόνοι «ουίσκι», μιας νυχτερινής ηχητικής μελαγχολίας χωρίς να γίνεται φλύαρη.
Η δομή του άλμπουμ λειτουργεί σαν σπονδυλωτό ημερολόγιο. Όλα τα κομμάτια, παρότι διατηρούν ηχητική συνοχή, προσφέρουν εξειδικευμένες εμπειρίες.
Το «Lipstick» ξεχωρίζει – με παραγωγή που θυμίζει παλιά arcade machines και στίχους στα γαλλικά. Είναι η πρώτη φορά που ακούμε την Doja Cat να παίζει με γλώσσες διαφορετικές, τιμώντας άμεσα το ευρωπαϊκό «Vie» του τίτλου, έναν πιθανό υπαινιγμό για ζωή, όνειρα, ή και ταυτότητα. Το στοιχείο της πολυγλωσσίας δεν χρησιμοποιείται ως επιτήδευση, αλλά ως επαλήθευση της καλλιτεχνικής ταυτότητάς της.
Τα «Acts of Service» και «Silly! Fun!» δίνουν έμφαση στην αντιφατικότητα του δίσκου. Το πρώτο μοιάζει με διασταύρωση ημερολογιακής εξομολόγησης και καλοδουλεμένου mid-tempo τραγουδιού. Ναι, υπάρχει αγάπη, υπάρχει σύγχυση, υπάρχει κόσμος να δημιουργηθεί και να καταρρεύσει.
Το δεύτερο, μία επιστροφή στην τρελή χαρά της Doja Cat – εκεί όπου η επιθετικότητα και η ελευθερία φτιάχνουν έναν παράξενα ρυθμικό συνδυασμό, σαν υπενθύμιση ότι η ζωή χρειάζεται και ανοησίες.
Στο φινάλε, το «Happy» ενσαρκώνει την άλλη γαλλική αναφορά του δίσκου. Χαρωπό αλλά καθόλου επίπεδο, λειτουργεί ως ύμνος στον εσωτερικό ήλιο που καίει ενίοτε σιωπηλά. Εκεί όπου το «χαρούμενο» δεν είναι κατάσταση αλλά απόφαση.
Το «Vie» είναι πολυεπίπεδο. Είναι ένα κράμα, ένα ηχητικό σύμπαν που ακουμπά στα ήδη κατακτημένα ύψη των προηγούμενων δίσκων «Scarlet» και «Planet Her», αλλά στήνει δική του ταυτότητα. Αντλεί από την αισθητική και τη θεματική δεξαμενή των ’80s και προσθέτει, με σεβασμό και ανατροπές, τα ερωτήματα της σημερινής ενήλικης ζωής. Τι σημαίνει να αγαπάς; Να ζηλεύεις; Να θυμάσαι; Να ζεις στο δικό σου, «ιδανικό» timeline;
Στιχουργικά, η Doja Cat αποδεικνύεται εξαιρετικά παρατηρητική. Δεν πρόκειται εδώ για την αδιάφορη ρίμα ή την εύκολη pop φρασεολογία. Οι στίχοι της αφθονούν από σαρδόνια σχόλια πικρού ρομαντισμού, αλλά και δημιουργικής αυτο-αποδόμησης. Γνωρίζει πού είναι καλή και δεν φοβάται να το δείξει – χωρίς ίχνος περιαυτολογίας.
Το «Vie» δεν απευθύνεται μόνο σε όσους αγαπούν την Doja Cat. Απευθύνεται σε οποιονδήποτε αποζητά ένα έργο που δεν στοχεύει στην εύκολη αναγνωρισιμότητα, αλλά σε μία μουσική εμπειρία σχεδόν κινηματογραφικής υφής. Δεν προσφέρει εύκολες απαντήσεις – αντιθέτως, ενισχύει τα ερωτήματα.
Και αυτό είναι, άλλωστε, το βασικό προτέρημα μιας πραγματικής καλλιτέχνιδας. Να προκαλεί. Να μεταμορφώνεται. Και να επιστρέφει με κάτι που δεν είχαμε συνειδητοποιήσει ότι μας έλειπε τόσο.
