Πίσω από τους στίχους της (ελληνικής) trap για όπλα και γρήγορο χρήμα, δεν κρύβεται η αιτία του κακού, αλλά το σύμπτωμα. Μια ανάλυση για τον εύκολο αποδιοπομπαίο τράγο και την ευθύνη που φοβόμαστε να αναλάβουμε ως κοινωνία.
Κάθε φορά που ένα δελτίο ειδήσεων «ντύνει» ένα ρεπορτάζ για τη νεανική παραβατικότητα με τους στίχους και της εικόνες trap, ένας κοινωνιολόγος κάπου στον κόσμο –ή έστω στην Αθήνα– πιθανότατα αναστενάζει βαθιά. Ζούμε ξανά και ξανά την ίδια μέρα της μαρμότας, εγκλωβισμένοι σε έναν αέναο κύκλο ηθικού πανικού.
Οι τίτλοι ουρλιάζουν για τη «μουσική που διαφθείρει», οι γονείς τρομοκρατούνται και οι ειδικοί καλούνται στα τηλεοπτικά παράθυρα για να ερμηνεύσουν τους στίχους σαν να πρόκειται για αποκρυφιστικά μηνύματα μιας αίρεσης. Όμως, στην προσπάθειά μας να βρούμε τον φταίχτη για τη βία που βλέπουμε στις πλατείες και τα σχολεία, κάνουμε το πιο βολικό και τεμπέλικο λάθος: πυροβολούμε τον αγγελιοφόρο.
Είναι αλήθεια πως αν κάποιος σταθεί επιδερμικά πάνω από το φαινόμενο που ονομάζεται «ελληνική trap», θα βρει πολλά στοιχεία που προκαλούν δυσφορία. Μισογυνισμός, εξύμνηση της βίας, λατρεία του εύκολου πλουτισμού και μία ναρκισσιστική εμμονή με την επίδειξη ισχύος.
Ωστόσο, το να απορρίπτουμε συλλήβδην ένα ολόκληρο μουσικό ρεύμα ως «σκουπίδια» ή ως την αποκλειστική αιτία της κοινωνικής σήψης, δεν είναι απλώς άδικο. Είναι επικίνδυνο, γιατί μας αποπροσανατολίζει από το πραγματικό πρόβλημα.
Ας είμαστε ειλικρινείς μεταξύ μας. Η ιστορία της μουσικής είναι γεμάτη από «δαίμονες» που υποτίθεται ότι θα κατέστρεφαν τη νεολαία. Τη δεκαετία του ’50 ήταν ο Elvis Presley και η «κίνηση των γοφών» του που σκανδάλιζε την πουριτανική Αμερική. Στα ’70s ήταν οι Sex Pistols και η punk που έφερναν την αναρχία. Στα ’90s, το death metal και η gangsta rap κατηγορήθηκαν για τα πάντα, από σατανισμό μέχρι αύξηση της εγκληματικότητας.
Σήμερα, η σκυτάλη πέρασε στην trap. Και όπως ακριβώς συνέβη και στο παρελθόν, έτσι και τώρα, η μουσική δεν δημιουργεί την πραγματικότητα. Την αντικατοπτρίζει.
Η trap γεννήθηκε μέσα από την ανάγκη έκφρασης μιας γενιάς που μεγαλώνει σε ένα περιβάλλον γεμάτο αντιφάσεις. Στην Ελλάδα της κρίσης και της μετα-κρίσης, όπου το κοινωνικό συμβόλαιο έχει διαρραγεί και η αξιοκρατία φαντάζει συχνά ως ανέκδοτο, γιατί μας εκπλήσσει που οι νέοι γοητεύονται από στίχους που μιλούν για την «αρπαχτή» και την επιβολή μέσω της ισχύος;
Όταν ένας έφηβος ακούει ένα τραγούδι που μιλάει για «μαύρα» λεφτά και ακριβά αυτοκίνητα, δεν ακούει απαραίτητα μία προτροπή για έγκλημα. Ακούει μία φαντασίωση διαφυγής από μία πραγματικότητα που του υπόσχεται ελάχιστα.
Εμείς, ως ενήλικες, ως κοινωνία, ως γονείς, έχουμε την τάση να κλείνουμε τα αυτιά μας στον θόρυβο και να εστιάζουμε μόνο στην αισθητική του. Μας ενοχλεί η βωμολοχία, μας ενοχλεί το autotune, μας ενοχλεί η αισθητική των video clips. Αλλά αρνούμαστε να δούμε τι κρύβεται πίσω από αυτά.
Η trap είναι ο παραμορφωτικός καθρέφτης του σύγχρονου καπιταλισμού. Είναι η ακραία, χυδαία εκδοχή του υλισμού που εμείς οι ίδιοι καλλιεργήσαμε. Όταν η επιτυχία μετριέται αποκλειστικά με το πόσο ακριβό είναι το ρολόι σου και πόσους followers έχεις στο Instagram, τότε οι trappers είναι απλώς οι πιο ειλικρινείς εκφραστές αυτού του συστήματος. Δεν το εφηύραν αυτοί· απλώς το έκαναν ρίμα.
Το να κατηγορούμε ένα είδος μουσικής για τις συμμορίες ανηλίκων είναι μία βολική υπεκφυγή. Είναι πιο εύκολο να πούμε «φταίνε τα τραγούδια» παρά να παραδεχτούμε ότι έχουμε αποτύχει να δώσουμε όραμα, παιδεία και ουσιαστική στήριξη στα παιδιά μας.
Η βία δεν γεννιέται στα στούντιο ηχογράφησης. Γεννιέται στην έλλειψη επικοινωνίας μέσα στο σπίτι, στην υποβάθμιση του δημόσιου σχολείου, στην απουσία ελεύθερων χώρων, στην οικονομική ανασφάλεια και στην αίσθηση αδιεξόδου. Το τραγούδι είναι απλώς το soundtrack αυτής της δυστοπίας, όχι ο σκηνοθέτης της.
Επιπλέον, υπάρχει μία τεράστια υποκρισία στον τρόπο που αντιμετωπίζουμε τους καλλιτέχνες αυτού του χώρου. Τους καλούμε σε τηλεοπτικές εκπομπές, τους κάνουμε εξώφυλλα για να ανεβάσουμε τα νούμερα τηλεθέασης, και μόλις συμβεί το κακό, κουνάμε το δάχτυλο επιτιμητικά.
Όταν οι δισκογραφικές εταιρείες και τα media επενδύουν εκατομμύρια για να προωθήσουν αυτό το lifestyle επειδή «πουλάει», είμαστε όλοι συνένοχοι. Ο θαυμαστής που πατάει το play, το ραδιόφωνο που παίζει το πρώτο single, και ο δημοσιογράφος που γράφει την κριτική, είμαστε όλοι γρανάζια του ίδιου μηχανισμού.
Αν θέλουμε πραγματικά να αντιμετωπίσουμε τη βία των ανηλίκων, πρέπει να σταματήσουμε να κρυβόμαστε πίσω από εύκολους αφορισμούς. Πρέπει να σκύψουμε πάνω από τα παιδιά που νιώθουν την ανάγκη να ταυτιστούν με αυτούς τους στίχους και να ρωτήσουμε «γιατί;». Τι κενό καλύπτει αυτή η μουσική; Ποια οργή εκτονώνει;
Η δαιμονοποίηση της τέχνης –ακόμα και της «κακής» ή εμπορικής τέχνης– δεν έλυσε ποτέ κανένα κοινωνικό πρόβλημα. Αντίθετα, η απαγόρευση και η ηθικολογία κάνουν τον απαγορευμένο καρπό ακόμα πιο γλυκό.
Η ελληνική trap, με όλες τις παθογένειές της, είναι ένα φαινόμενο που αξίζει σοβαρής μελέτης, όχι χλευασμού. Είναι η κραυγή μιας γενιάς που νιώθει μόνη σε έναν κόσμο γεμάτο οθόνες και άδειο από νόημα. Αντί λοιπόν να σπάσουμε τον καθρέφτη επειδή δεν μας αρέσει το είδωλό μας, μήπως ήρθε η ώρα να φτιάξουμε το πρόσωπό μας;
Εσείς, πότε ήταν η τελευταία φορά που ακούσατε πραγματικά τι λένε οι στίχοι που ακούνε τα παιδιά σας, αντί απλώς να τους απαγορεύσετε να τους ακούνε;
