Η Nancy Sinatra αποκαλύπτει πως ο θρυλικός πατέρας της «σιχαινόταν» τον Donald Trump, φέρνοντας στο φως ένα άγνωστο παρασκήνιο και πυροδοτώντας μία συζήτηση για την πολιτική κληρονομιά του και τις αντιδράσεις του καλλιτεχνικού κόσμου.
Ορισμένα ονόματα μοιάζουν να ανήκουν σε μία άλλη, σχεδόν μυθική εποχή, και όμως η σκιά τους πέφτει βαριά πάνω στο παρόν, αποκαλύπτοντας απρόσμενες συνδέσεις και ξεχασμένες ιστορίες. Μια τέτοια ιστορία έφερε στο φως η Nancy Sinatra, κόρη του θρυλικού Frank Sinatra, όταν με μία λιτή αλλά καταλυτική δήλωση αποκάλυψε πως ο πατέρας της «σιχαινόταν» τον Donald Trump.
Μια φράση που λειτούργησε σαν σπίθα, φωτίζοντας μία άγνωστη πτυχή της ζωής του εμβληματικού καλλιτέχνη και συνδέοντάς τον με τις πιο έντονες πολιτικές αντιπαραθέσεις της σύγχρονης Αμερικής.
Η αφορμή δόθηκε μέσα από μία σειρά αναρτήσεων της Nancy Sinatra στην πλατφόρμα X (πρώην Twitter), όπου καταδίκαζε την κυβέρνηση του τότε προέδρου των ΗΠΑ και τις συνεχιζόμενες εφόδους της Υπηρεσίας Μετανάστευσης και Τελωνείων (ICE) σε ολόκληρη τη χώρα.
«Αυτή δεν είναι η Αμερική του πατέρα μου. Θα ήταν συντετριμμένος. Ο Trump κάνει λάθος με τόσους πολλούς τρόπους», έγραψε, παραθέτοντας ένα βίντεο από μία φερόμενη επιδρομή της ICE.
Η αντίδραση δεν άργησε να έρθει. Ένας άλλος χρήστης της απάντησε με βεβαιότητα: «Ο πατέρας σου θα λάτρευε τον Trump». Η απάντηση της Nancy ήταν άμεση και αφοπλιστική: «Κάνε λίγη έρευνα πριν γίνεις ρεζίλι. Ο πατέρας μου ΣΙΧΑΙΝΟΤΑΝ τον Trump».
Η ιστορία, ωστόσο, έχει και παρασκήνιο, το οποίο δεν βασίζεται απλώς σε μία οικογενειακή μαρτυρία. Το 2017, ο πρώην μάνατζερ του Sinatra, Eliot Weisman, στην αυτοβιογραφία του με τίτλο «The Way It Was: My Life With Frank Sinatra», αφηγήθηκε ένα περιστατικό που επιβεβαιώνει την απέχθεια του τραγουδιστή προς τον επιχειρηματία.
Σύμφωνα με τον Weisman, το 1990 είχε κλείσει μία συμφωνία για μία σειρά εμφανίσεων του Sinatra στο καζίνο Taj Mahal του Trump στο Ατλάντικ Σίτι του Νιου Τζέρσεϊ. Η συμφωνία είχε γίνει με έναν υπάλληλο του Trump, τον Mark Grossinger Etess, ο οποίος όμως απεβίωσε.
Τότε, ο ίδιος ο Trump παρενέβη, προσπαθώντας, σύμφωνα με τον Weisman, να «ρίξει» την αμοιβή του Sinatra. Η αντίδραση του θρύλου της μουσικής ήταν οργισμένη και απόλυτη. Είπε στον Trump «να πάει να γ***» και, αντί για το Taj Mahal, πραγματοποίησε τις εμφανίσεις του στο καζίνο Sands του Λας Βέγκας.
Για να κατανοήσει κανείς πλήρως το βάρος αυτής της δήλωσης, πρέπει να ανατρέξει στην περίπλοκη πολιτική διαδρομή του Frank Sinatra. Δεν ήταν ποτέ ένας μονοδιάστατος υποστηρικτής ενός μόνο κόμματος.
Υπήρξε ενεργός στις προεκλογικές εκστρατείες Δημοκρατικών υποψηφίων, όπως ο Franklin D. Roosevelt και ο Harry Truman, ενώ διατηρούσε στενές σχέσεις με τον John F. Kennedy πριν την εκλογή του, όντας παράλληλα αφοσιωμένος υπέρμαχος των πολιτικών δικαιωμάτων. Ωστόσο, το 1972 άλλαξε επίσημα στρατόπεδο, υποστηρίζοντας τον Ρεπουμπλικανό Richard Nixon.
Η σχέση του με το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα κορυφώθηκε το 1985, όταν ο Ronald Reagan του απένειμε το Προεδρικό Μετάλλιο της Ελευθερίας, δηλώνοντας πως «η αγάπη του για την πατρίδα, η γενναιοδωρία του για τους λιγότερο τυχερούς… τον καθιστούν έναν από τους πιο αξιόλογους και διακεκριμένους Αμερικανούς μας».
Η στάση της Nancy, βέβαια, δεν αποτελεί έκπληξη. Έχει ασκήσει συχνά σκληρή κριτική στον Trump και το 2021, σε συνέντευξή της στον Guardian, είχε δηλώσει πως αν εκείνος κέρδιζε τον Joe Biden στις προηγούμενες εκλογές, θα σκεφτόταν σοβαρά να μετακομίσει σε άλλη χώρα.
«Δεν θα συγχωρήσω ποτέ τους ανθρώπους που τον ψήφισαν, ποτέ», πρόσθεσε με ένταση. «Έχω μέσα μου έναν θυμό τώρα. Ελπίζω να μη με σκοτώσει».
Οι αντιδράσεις, όμως, δεν περιορίστηκαν στην οικογένεια Sinatra. Η κυβέρνηση Trump και οι πρακτικές της ICE προέχουν προκαλέσει την οργή πολλών επιφανών καλλιτεχνών.
Η Sabrina Carpenter είδε τον Λευκό Οίκο να χρησιμοποιεί το single της «Juno» σε ένα βίντεο που προωθούσε τις δραστηριότητες της ICE. Η αντίδρασή της ήταν αιχμηρή, χαρακτηρίζοντας το βίντεο «διαβολικό και αηδιαστικό». «Μην εμπλέκετε ποτέ εμένα ή τη μουσική μου για να ωφελήσετε την απάνθρωπη ατζέντα σας», συμπλήρωσε.
Ο Λευκός Οίκος διέγραψε το βίντεο, αλλά όχι πριν η εκπρόσωπος Τύπου Abigail Jackson εκδώσει μία δήλωση με σαρκαστικό ύφος: «Ένα “Short n’ Sweet” μήνυμα για τη Sabrina Carpenter: Δεν θα απολογηθούμε που απελαύνουμε επικίνδυνους εγκληματίες, παράνομους δολοφόνους, βιαστές και παιδόφιλους από τη χώρα μας».
Λίγες ημέρες αργότερα, ο Λευκός Οίκος χρησιμοποίησε ένα απόσπασμα της Carpenter από την εκπομπή «Saturday Night Live» σε ένα νέο βίντεο για τις απελάσεις.
Η λίστα των μουσικών που τάχθηκαν εναντίον των επιδρομών της ICE είναι μακρά. Η Olivia Rodrigo συμμετείχε σε διαδηλώσεις τον Ιούνιο, δηλώνοντας «βαθιά αναστατωμένη» από τις «βίαιες απελάσεις των γειτόνων μου υπό την τρέχουσα διοίκηση» και ζήτησε να μη χρησιμοποιείται η μουσική της για «ρατσιστική, μισητή προπαγάνδα».
Βίντεο της ICE που χρησιμοποιούσαν μουσική των MGMT και The Cure αφαιρέθηκαν επίσης μετά από επίσημα αιτήματα. Η Addison Rae δήλωσε «απογοητευμένη και ενοχλημένη», προσθέτοντας πως «αυτή η χώρα δεν θα μπορούσε να υπάρξει χωρίς μετανάστες».
Η Shakira μίλησε για τον «συνεχή φόβο» που βίωνε ως μετανάστρια στις ΗΠΑ, ενώ ο Bad Bunny, μετά από μία επιδρομή που είδε από κοντά, ανακοίνωσε ότι η παγκόσμια περιοδεία του δεν θα περιλάμβανε τις Ηνωμένες Πολιτείες, καθώς φοβόταν ότι οι πράκτορες της ICE θα έκαναν έφοδο στις συναυλίες του.
Σε μία εποχή όπου οι θρύλοι του παρελθόντος γίνονται όπλα στο παρόν, η φωνή της Nancy Sinatra υπενθυμίζει ότι ο Frank Sinatra δεν ήταν απλώς μία φωνή από χρυσά μικρόφωνα και λαμπερές σκηνές, αλλά ένας άνθρωπος με βαθιά πολιτικά ένστικτα, ικανός να στρέφεται ενάντια σε ό,τι θεωρούσε εκβιασμό και υποκρισία –όπως εκείνη την άρνηση του Donald Trump να σεβαστεί μία συμφωνία.
Η «κόντρα» αυτή, που ξεπήδησε από τα βάθη του ’90 και φωτίστηκε ξανά, είναι καθρέφτης της αμερικανικής ψυχής, όπου η αριστερά αγκαλιά του Kennedy συνυπάρχει με τη δεξιά χειραψία του Reagan, αποκαλύπτοντας έναν Sinatra πολυδιάστατο, μακριά από κομματικές ετικέτες.
Και ενώ η ICE συνεχίζει τις εφόδους της, πυροδοτώντας την οργή μιας νέας γενιάς –από τη Sabrina Carpenter και την Olivia Rodrigo μέχρι τον Bad Bunny–, η ιστορία αυτή θέτει ένα ερώτημα: Μπορεί η μουσική, αυτή η γλώσσα που ενώνει, να γίνει ασπίδα απέναντι στην πολιτική διαίρεση;
Ή μήπως η «Αμερική του Sinatra» είναι πια παρελθοντικό όνειρο, συντετριμμένο από τις σκληρές πραγματικότητες του σήμερα; Όπως και να ’χει, η σπίθα της Nancy άναψε φωτιές, υπενθυμίζοντας ότι οι μεγάλοι δεν σωπαίνουν ποτέ –ούτε νεκροί.
