Στη μεγαλύτερη σόλο εμφάνιση της καριέρας του, ο Johnny Marr επέστρεψε στην πόλη που τον γέννησε, παρουσιάζοντας μία συναυλία που ένωσε το ένδοξο παρελθόν του με το μέλλον του. Λίγο πριν την κυκλοφορία του νέου του δίσκου «The Age Of Everything», ο Βρετανός μουσικός απέδειξε γιατί παραμένει ένας από τους πιο επιδραστικούς κιθαρίστες της γενιάς του.
Υπάρχουν ελάχιστοι μουσικοί που το όνομά τους είναι τόσο ταυτισμένο με τον ήχο και την αισθητική μιας ολόκληρης πόλης όσο ο Johnny Marr με το Μάντσεστερ.
Η επιστροφή του στο Castlefield Bowl για μία sold-out συναυλία δεν ήταν απλώς άλλη μία στάση, αλλά μία πραγματική γιορτή για την πόλη. Η εμφάνιση αυτή αποτελεί τον κεντρικό πυλώνα για μία χρονιά – σταθμό στην πορεία του, η οποία περιλαμβάνει μία μεγάλη συναυλία στο Wembley Arena, μία εκτενή παγκόσμια περιοδεία και την κυκλοφορία του πέμπτου προσωπικού του άλμπουμ με τίτλο «The Age Of Everything» στις 2 Οκτωβρίου.
Η υποδοχή που επιφύλαξε το κοινό στον Johnny Marr και την μπάντα του —την οποία αποτελούν ο κιθαρίστας James Doviak, ο μπασίστας Iwan Gronow και ο ντράμερ Jack Mitchell— ήταν αντάξια ενός ήρωα της τοπικής σκηνής. Κρατώντας την αγαπημένη του κιθάρα Fender Jaguar, ο Marr ανέβηκε στη σκηνή μέσα σε αποθέωση, έτοιμος να παρουσιάσει ένα πρόγραμμα που ισορροπούσε ανάμεσα στα κλασικά τραγούδια που καθόρισαν την indie rock σκηνή και σε μία πρώτη παρουσίαση του ακυκλοφόρητου υλικού του.
Η βραδιά είχε έντονο το στοιχείο της αποκλειστικότητας, καθώς ο Marr επέλεξε τη συγκεκριμένη εμφάνιση για να παρουσιάσει ζωντανά για πρώτη φορά τα νέα τραγούδια «It’s Time» και «All In A Life», μαζί με το τρέχον ραδιοφωνικό του single «Spin».
Τα νέα αυτά τραγούδια, τα οποία γράφτηκαν στο Λονδίνο, δοκιμάστηκαν κατά τη διάρκεια των συναυλιών του στη Βόρεια Αμερική και ηχογραφήθηκαν στο Μάντσεστερ, έδειξαν να έχουν μία δυναμική που ταιριάζει απόλυτα με το κλασικό του ρεπερτόριο.
Η ατμόσφαιρα στο Castlefield Bowl, με τα κανάλια που περιβάλλουν τον χώρο να αντηχούν από τις φωνές του κόσμου, ήταν ηλεκτρισμένη. Οι θεατές συμμετείχαν ενεργά, τραγουδώντας ρυθμικά το όνομα του καλλιτέχνη ανάμεσα στα κομμάτια. Μια ιδιαίτερα συγκινητική στιγμή της βραδιάς ήταν όταν ο Marr παρουσίασε το «New Town Velocity» από το πρώτο του προσωπικό άλμπουμ «The Messenger», κάνοντας μία σύντομη αναφορά στα νεανικά του χρόνια στους δρόμους του Μάντσεστερ.
Η ένταση ανέβηκε κατακόρυφα όταν ξεκίνησαν οι πρώτες νότες από τις μεγάλες επιτυχίες του παρελθόντος. Το «This Charming Man» προκάλεσε πανδαιμόνιο, ενώ η ηλεκτρονική pop αισθητική του «Getting Away With It» —του τραγουδιού που είχε κυκλοφορήσει με το supergroup των Electronic— συνοδεύτηκε από το φως μιας τεράστιας ντισκομπάλας που φώτισε όλο τον χώρο.
Η κορυφαία, όμως, στιγμή του κυρίως προγράμματος ήταν η συγκλονιστική εκτέλεση του «How Soon Is Now?», με τον χαρακτηριστικό κιθαριστικό ήχο του Marr να γεμίζει το Castlefield Bowl.
Αφού ευχαρίστησε το κοινό για τη θερμή υποδοχή των νέων του τραγουδιών, ο Marr επέστρεψε στη σκηνή για ένα εκρηκτικό encore τριών κομματιών.
Το τελευταίο μέρος της συναυλίας ξεκίνησε με το «Panic» των The Smiths, συνεχίστηκε με μία γεμάτη ενέργεια διασκευή στο «The Passenger» του Iggy Pop, και έκλεισε με το «There Is A Light That Never Goes Out». Ο Marr αφιέρωσε το τελευταίο αυτό τραγούδι αποκλειστικά στις χιλιάδες των παρευρισκόμενων, δημιουργώντας μία στιγμή απόλυτης συναισθηματικής ταύτισης μεταξύ καλλιτέχνη και κοινού.
Τη βραδιά άνοιξαν με εξαιρετικές εμφανίσεις οι Everything Everything και οι The ClockWorks, προετοιμάζοντας κατάλληλα το έδαφος για τον μεγάλο πρωταγωνιστή. Για τον Johnny Marr, αυτή η εμφάνιση ήταν ένας κύκλος που έκλεισε με τον καλύτερο τρόπο, επιβεβαιώνοντας ότι η σχέση του με την πόλη του παραμένει ζωντανή και παραγωγική.
Η επιτυχία της συναυλίας του Johnny Marr στο Μάντσεστερ δείχνει ότι η αξία ενός καλλιτέχνη δεν κρίνεται μόνο από το ένδοξο παρελθόν του, αλλά και από τη διάθεσή του να εξελίσσεται και να παρουσιάζει νέες ιδέες.
Σε μία εποχή που πολλοί σύγχρονοί του επιλέγουν την εύκολη οδό της αναπαραγωγής των παλιών επιτυχιών, ο ίδιος συνεχίζει να δημιουργεί με την ίδια ορμή που είχε όταν ξεκινούσε. Η εμφάνισή του στο Castlefield Bowl ήταν η καλύτερη απόδειξη ότι η rock μουσική, όταν υπηρετείται με ειλικρίνεια και πάθος, δεν χάνει ποτέ τη δύναμή της να συγκινεί και να ενώνει τους ανθρώπους.
