Ο Johnny Marr για το νέο του άλμπουμ «The Age Of Everything», τη συνεργασία με τον Damon Albarn, την αγάπη του για τους Fontaines D.C. και την κατάρριψη των παλιών μουσικών μύθων.
Ήταν μιάμιση μετά τα μεσάνυχτα όταν ο Johnny Marr περπατούσε μόνος στον δρόμο, έχοντας μόλις ολοκληρώσει το mastering του νέου του δίσκου στα στούντιο του Abbey Road. Για τον πρώην κιθαρίστα των The Smiths, αυτή η μοναχική επιστροφή στο σπίτι σήμαινε ότι το πέμπτο σόλο άλμπουμ του, με τίτλο «The Age Of Everything», ήταν επιτέλους έτοιμο να παραδοθεί στο κοινό.
Η έμπνευση για τον δίσκο γεννήθηκε παρατηρώντας τους περαστικούς στους δρόμους του Λονδίνου, πριν τα τραγούδια πάρουν την τελική τους μορφή στο στούντιο του στο Μάντσεστερ. Μέσα από δέκα κομμάτια γεμάτα ρυθμό, δυναμικές κιθάρες και pop επιρροές, ο Marr αναδεικνύει το προσωπικό του στιλ και εστιάζει στην ανθρώπινη πλευρά των σύγχρονων κοινωνικών προβλημάτων.
«Υπήρχε μία αίσθηση: “Αν έχεις τον δικό σου ήχο, παίξ’ τον και παίξ’ τον δυνατά”», δήλωσε ο ίδιος στο NME κατά τη συνάντησή τους στο Κάμντεν. «Υπάρχει σίγουρα η κατάλληλη στιγμή για κάτι τέτοιο, ειδικά όταν μπαίνεις σε μία καινούργια φάση».
Ο Marr επέλεξε έναν ασυνήθιστο τρόπο προετοιμασίας, δοκιμάζοντας τα οκτώ από τα δέκα τραγούδια ζωντανά στις περιοδείες του πριν καν μπει στο στούντιο για να τα ηχογραφήσει. «Όταν μου κολλήσει μία ιδέα που θεωρώ καλή, γίνομαι σαν σκύλος που δεν αφήνει το κόκαλο», παραδέχθηκε γελώντας.
«Θυμάμαι ότι ο Brian Eno λειτουργεί με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Δεν είμαι παρορμητικός, αλλά είμαι αποφασιστικός, και αν δεν βρεθεί κάτι να με βγάλει από την πορεία μου, θα το φτάσω μέχρι τέλους», συμπλήρωσε, αναφέροντας πως την ίδια ακλόνητη προσήλωση συναντά κανείς και στον Damon Albarn.
Η πρόσφατη συνεργασία του με τον Albarn για το άλμπουμ «The Mountain» των Gorillaz αποδείχθηκε εξαιρετικά χρήσιμη για τη δική του δημιουργική διάθεση. Παράλληλα με τις παλιές ambient αναφορές, τους Boards Of Canada και τους Fontaines D.C., ο κιθαρίστας άντλησε πολύτιμα μαθήματα από τον τρόπο δουλειάς του τραγουδιστή των Blur.
«Έμαθα να έχω ανοιχτό μυαλό, να αφήνω ορισμένα πράγματα να συμβαίνουν φυσικά και να διατηρώ την εργασιακή μου πειθαρχία χωρίς να περιμένω άπραγος. Δεν πρέπει να πιέζεις τίποτα, απλώς να χαλαρώνεις», εξήγησε ο κιθαρίστας.
Η συζήτηση στο Κάμντεν ξύπνησε αναμνήσεις από το 1984, όταν μετακόμισε για πρώτη φορά στην περιοχή και ανακάλυψε το ιστορικό βιβλιοπωλείο Compendium Books. Σε αντίθεση με τους περισσότερους συνομηλίκους του, ο Marr δεν ταυτίστηκε ποτέ με τη μυθολογία των παμπ όπως το The Good Mixer ή το The Monarch.
«Εγώ και ο Bernard Sumner ψάχναμε τη χαμένη συγχορδία και το χαμένο sample των Kraftwerk σε ένα υπόγειο στούντιο στο Μάντσεστερ για τους Electronic», θυμάται ο ίδιος με νόημα. Αυτή η απόσταση από τη μόδα της εποχής του επέτρεψε να διατηρήσει μία πιο καθαρή ματιά για την αυθεντικότητα της σκηνής.
Αναπολώντας το παρελθόν, στάθηκε στην τεράστια επιτυχία των The Prodigy, όταν το «Firestarter» κατάφερε να κατακτήσει το No. 1 των charts. «Αυτό είναι εντελώς αδιανόητο σήμερα για κάτι τόσο ριζοσπαστικό και μη κατασκευασμένο», σχολίασε, τονίζοντας ότι η πραγματική κουλτούρα του δρόμου σπάνια συναντά πια τέτοια μαζική αποδοχή.
Την ίδια αυθεντική σπίθα ένιωσε από την πρώτη στιγμή που είδε ζωντανά τους Fontaines D.C., αναγνωρίζοντας αμέσως τη δυναμική ενός συγκροτήματος που γεννήθηκε μέσα σε χώρους προβών. «Εκεί μέσα φαντάζομαι ότι ζει και αναπνέει η indie μουσική», τόνισε, αποκαλύπτοντας πως η σύζυγός του, Angie, τον πειράζει συχνά επειδή ρωτάει διαρκώς τα νέα συγκροτήματα πού κάνουν πρόβες.
Η κυκλοφορία της συλλογής των επιτυχιών του, το βιβλίο για τις κιθάρες του και η δημοπρασία στον οίκο Christie’s λειτούργησαν ως ένα καθάρισμα του τοπίου μετά το άλμπουμ «Fever Dreams Pts 1-4». Αντί όμως να επιδιώξει μία ριζική αλλαγή ύφους, ο Marr προτίμησε να τελειοποιήσει τον ήχο που έχει χτίσει με τη μπάντα του από την εποχή του «The Messenger».
Στον νέο δίσκο, τα τραγούδια είναι γραμμένα έτσι ώστε να μπορεί να τα τραγουδήσει εύκολα ο κόσμος στις συναυλίες. Το «It’s Time» αποτελεί το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα, καθώς από τις πρώτες ζωντανές δοκιμές το κοινό άρχισε να τραγουδάει αμέσως μαζί του τη μελωδία. «Είναι σχεδόν υπερβολικά εύκολο να γράφεις εσωστρεφή, θλιμμένα τραγούδια, ενώ αποτελεί πραγματική πρόκληση να φτιάξεις κάτι ανεβαστικό», υποστήριξε ο Marr.
Παράλληλα, οι σκοτεινές επιρροές παραμένουν παρούσες, με το «Fire With Fire» να φέρνει στον νου την ατμόσφαιρα των The Cure και το «All In A Life» να κλείνει το μάτι στους Depeche Mode. Ο ίδιος δηλώνει ευτυχής που διαλύει την παλιά, κατασκευασμένη αντιπαλότητα ανάμεσα στους θαυμαστές των The Smiths και εκείνους του Robert Smith.
«Όταν εμφανίστηκαν οι The Cure, θεωρούσα τον Robert Smith εξαιρετικό κιθαρίστα και αυτό που έκανε στο “Seventeen Seconds” ήταν πραγματικά ξεχωριστό», ανέφερε. Θυμήθηκε μάλιστα ότι όταν παρουσίασε τον δίσκο σε κοντινούς του ανθρώπους, εκείνοι χαρακτήρισαν τον ήχο cold wave, κάτι που ο ίδιος εξέλαβε ως σπουδαίο κομπλιμέντο.
Στο στιχουργικό κομμάτι, ο Marr απέφυγε τα προφανή συνθήματα για τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ή την πολιτική πόλωση, επιλέγοντας μία βαθύτερη κριτική. Μέσα από το «It’s Time», βάζει στο στόχαστρο τον ανεξέλεγκτο καπιταλισμό, την απληστία και τον φόβο, αναγνωρίζοντας ωστόσο ότι όλοι αποτελούμε μέρος του ίδιου προβλήματος.
«Όλοι απολαμβάνουμε τα οφέλη της τεχνολογίας, την άνεση και την πολυτέλεια, και οι συνέπειες αυτών γεννούν συχνά επικίνδυνες απόψεις», εξήγησε με ειλικρίνεια. «Παραπονιόμαστε όλοι για τα social media, αλλά κανείς μας δεν διστάζει να δημοσιεύει ανοησίες».
Ακόμη και ο τίτλος «The Age Of Everything» δεν αποτελεί για εκείνον μία απλή αναφορά στην υπερφόρτωση πληροφοριών, αλλά συνδέεται με μία ευρύτερη φιλοσοφική και βουδιστική θεώρηση. Παρά τις δυσκολίες του παρόντος, ο κιθαρίστας δηλώνει απόλυτα αισιόδοξος χάρη στη στάση της νέας γενιάς.
«Θαυμάζω ειλικρινά το στιλ τους και την πολιτική τους σκέψη. Οι νέοι σήμερα είναι απίστευτα συνειδητοποιημένοι στη μουσική, στις ιδέες και στις επιλογές τους», τόνισε, παραλληλίζοντας την πίστη του αυτή με τις απόψεις μορφών όπως ο David Hockney, ο Aldous Huxley, η Joan Didion και η Susan Sontag.
Όσο για τον Βρετανό πρωθυπουργό Andy Burnham, τον πρώην δήμαρχο του Μάντσεστερ που συνηθίζει να παίζει τραγούδια του στην κιθάρα, ο Marr κρατά μία ρεαλιστική στάση. «Πρέπει να του δώσουμε μία ευκαιρία, αν και η διακυβέρνηση μιας χώρας απαιτεί πολύ περισσότερα από την κατανόηση ενός αλγορίθμου», σημείωσε, ξεκαθαρίζοντας χαμογελώντας ότι σε αντίθεση με τον David Cameron, ο Burnham έχει το ελεύθερο να ακούει The Smiths.
Μέσα από το «The Age Of Everything», ο Johnny Marr αποδεικνύει ότι η δημιουργική του φλόγα παραμένει άρρηκτα δεμένη με τους δρόμους, τις κιθάρες και τους ανθρώπους γύρω του. Αντί να αναπολεί το παρελθόν, επιλέγει να κοιτάζει μπροστά, αντλώντας έμπνευση από τη νέα γενιά και διατηρώντας ακέραιη την πίστη του στην καθαρή δύναμη της μουσικής.
