Από τον ρόλο ενός αμετανόητου αντιήρωα στη σειρά «The Death Of Bunny Munro» μέχρι τις οκτώ συναυλίες της επανασύνδεσης των Oasis που παρακολούθησε, ο Βρετανός ηθοποιός Matt Smith είναι ένας γνήσιος rock star της διπλανής πόρτας.
Χρειάστηκαν δεκαέξι ολόκληρα χρόνια για να βρει κάποιος το θάρρος να μεταφέρει στη μικρή οθόνη το σκοτεινό, αμαρτωλό και βαθιά ανθρώπινο μυθιστόρημα του Nick Cave, «The Death Of Bunny Munro». Και φαίνεται πως ο ίδιος ο γοτθικός, post-punk θρύλος είναι κάτι παραπάνω από ικανοποιημένος. Όταν ο Cave συνάντησε τον πρωταγωνιστή Matt Smith, τον συνεχάρη με εκείνη την αμίμητη, βραχνή αυστραλιανή προφορά του, ψιθυρίζοντας: «Επιτέλους, κάποιος είχε τα κότσια να πει αυτή την ανίερη ιστορία…».
Η ιστορία, τοποθετημένη στο παραθαλάσσιο Μπράιτον, το σπίτι του ίδιου του Cave, ακολουθεί τον ομώνυμο αντιήρωα, έναν άνθρωπο εθισμένο στο σεξ, το αλκοόλ και, γενικά, στο να είναι ένας δυσάρεστος τύπος.
Τα αμέτρητα ελαττώματα του Bunny περιλαμβάνουν την απιστία προς την ψυχικά ασταθή σύζυγό του, Libby, και την πλήρη αδιαφορία για τον γλυκό, μικρό τους γιο, Bunny Jr. Όταν η Libby δεν αντέχει άλλο και αυτοκτονεί, οι μέρες του Bunny ως ενός φτηνού γυναικά φαίνονται μετρημένες. Θα μπορέσει άραγε να γυρίσει σελίδα και να γίνει ο στοργικός πατέρας που ποτέ δεν είχε;
Η μίνι σειρά των έξι επεισοδίων, ωστόσο, αξίζει την προσοχή μας έστω και μόνο για το soundtrack της, μία βουτιά στην μουσική των ‘90s, που συμπληρώνεται από την πρωτότυπη, μελαγχολική μουσική των Nick Cave και Warren Ellis.
Ο ίδιος ο Smith δεν μπόρεσε να αντισταθεί και συμμετείχε ενεργά, προτείνοντας τραγούδια από τη δική του, μουσικά εμμονική, βιβλιοθήκη.
Σε μία πρόσφατη συνέντευξή του στο NME, ο Matt Smith μίλησε για την εμπειρία του, αποκαλύπτοντας πτυχές της σχέσης του με τη μουσική, από την εφηβεία του στο Νορθάμπτον μέχρι σήμερα.
Όταν ρωτήθηκε για την πρώτη του επαφή με τον Nick Cave, ο Smith παραδέχτηκε ότι δεν θυμάται ακριβώς, καθώς στη Βρετανία ο σπουδαίος καλλιτέχνης είναι «σαν να είναι υφασμένος στο ίδιο το ύφασμα των πραγμάτων», μία μορφή ενσωματωμένη στη συλλογική συνείδηση.
Η σχέση του μαζί του ξεκίνησε από νεαρή ηλικία, όπως αποκάλυψε με χιούμορ για τα 43 του χρόνια. Η πρόταση για τον ρόλο ήρθε μέσω ενός email με τον τίτλο «Death Of Bunny Munro: Nick Cave», που του κέντρισε αμέσως το ενδιαφέρον, ειδικά αφού είχε μόλις δει το ντοκιμαντέρ «20,000 Days On Earth», το οποίο χαρακτήρισε «απλά γαμάτο».
Η συνάντησή του με τον Cave ήταν μία σουρεαλιστική εμπειρία. «Πήγαμε για πρωινό», θυμάται. «Είναι μία πολύ ζωντανή εικόνα. Πολύ ψηλός, πολύ γωνιώδης και άψογα ντυμένος. Σχεδόν εκφοβιστικός – και εγώ καθόμουν εκεί τρώγοντας πρωινό μαζί του, και αυτός έτρωγε ένα βραστό αυγό με ψωμάκια!».
Η συμβουλή που του έδωσε ο Cave ήταν απλή: «Νομίζω ότι πρέπει να διαβάσεις το βιβλίο, φίλε». Και ο Smith το έκανε, ακούγοντας παράλληλα και το audiobook που αφηγούνταν ο ίδιος ο Cave, για να μπει πλήρως στο πνεύμα.
Η μουσική της σειράς, και ειδικά τα κομμάτια από τη δεκαετία του 1990, είχαν ιδιαίτερη σημασία για τον ηθοποιό. Ξεχώρισε το «A Forest» των The Cure και μία πινελιά από Kylie Minogue, αναπολώντας μία εποχή που αναρωτιέται: «Πού είναι αυτές οι γ*** μπάντες, φίλε;!».
Η συζήτηση γύρισε αναπόφευκτα στην εφηβεία του, όπου ο Matt Smith περιέγραψε τον εαυτό του ως έναν έφηβο που λάτρευε τις φίρμες —Moschino, Ralph Lauren, τζιν Armani και Patrick Cox παπούτσια—, αλλά με μία σταθερή αξία: τα Reebok Classics, τα οποία φοράει ακόμα και σήμερα.
Και φυσικά, δεν θα μπορούσε να λείπει η αναφορά στη μεγάλη του αγάπη, τους Oasis. Ο Smith αποκάλυψε ότι παρακολούθησε οκτώ από τις πρόσφατες συναυλίες της επανασύνδεσής τους!
«Πήγα Κάρντιφ, Wembley, Wembley, Wembley, Wembley, Wembley… Αγαπώ τους Oasis. Ήταν εξαιρετικά εντυπωσιακό, σου έπαιρνε τα μυαλά», είπε με ενθουσιασμό, σχολιάζοντας πόσο απίστευτο είναι το ότι αφήνουν εκτός setlist τραγούδια – ύμνους όπως το «Columbia» και το «She’s Electric».
«Πολιτισμικά, ως χώρα, το χρειαζόμασταν», δήλωσε. «Πότε ήταν η τελευταία φορά που μαζευτήκαμε όλοι μαζί και φωνάξαμε “άντε γ***” διαπερνώντας τις γενιές;».
Η μουσική του παλέτα, όμως, δεν περιοριζόταν εκεί. Ως έφηβος άκουγε πολύ rap, με το «Illmatic» του Nas και τα δύο πρώτα άλμπουμ του The Notorious B.I.G. να κατέχουν ξεχωριστή θέση στην καρδιά του. Παράλληλα, είχε και μία σύντομη καριέρα ως trance DJ, την εποχή που ήταν πρόεδρος του μαθητικού συμβουλίου.
Όταν ο καθηγητής πρότεινε να φτιάξουν μία επετηρίδα, ο Smith είχε άλλη ιδέα: «Συγγνώμη που σε διακόπτω. Θα κάνουμε ένα τεράστιο πάρτι και, παρεμπιπτόντως, θα παίζω εγώ μουσική!». Η playlist του περιλάμβανε κομμάτια όπως το «For An Angel» του Paul Van Dyk, και το μότο του ήταν ένα: «Όχι παραγγελίες».
Μέσα από τις εξομολογήσεις του Matt Smith, ξεδιπλώνεται το πορτρέτο ενός καλλιτέχνη που δεν φοβάται να βουτήξει στα βαθιά, είτε πρόκειται για τον βασανισμένο ψυχισμό ενός ήρωα του Nick Cave είτε για το εκστατικό πλήθος μιας συναυλίας των Oasis.
Η σχέση του με τη μουσική δεν είναι απλώς ένα χόμπι, αλλά ένας ζωτικός χώρος, μία πυξίδα που τον καθοδηγεί και τον εμπνέει. Είναι η απόδειξη ότι πίσω από τον καταξιωμένο ηθοποιό, κρύβεται ακόμα εκείνος ο έφηβος που αναζητούσε ταυτότητα μέσα από τα ρούχα, τους στίχους και τους ήχους μιας ολόκληρης γενιάς.
