Σε μία αποκαλυπτική συζήτηση για τη σχέση των Rolling Stones, ο Mick Jagger αναλύει τον ρόλο του frontman, ο οποίος επικεντρώνεται στην προσφορά μιας δίωρης απόδρασης από τα προβλήματα της καθημερινότητας, αφήνοντας στην άκρη τα πολιτικά κηρύγματα προς το κοινό, την ίδια στιγμή που το νέο άλμπουμ τους «Foreign Tongues», ενσωματώνει έμμεσα κοινωνικά μηνύματα και σπουδαίες συνεργασίες.
Η σχέση ενός ζωντανού θρύλου της rock σκηνής με το κοινό του δοκιμάζεται και επαναπροσδιορίζεται εδώ και πάνω από έξι δεκαετίες. Ο Mick Jagger, ο εμβληματικός frontman των Rolling Stones, ξεκαθάρισε πρόσφατα τη θέση του σχετικά με την παρουσία της πολιτικής στις συναυλίες του συγκροτήματος. Ο ίδιος αντιλαμβάνεται τη σκηνή ως έναν χώρο απόλυτης εκτόνωσης και ελευθερίας, μακριά από τον πολιτικό ακτιβισμό ή τις κοινωνικές ομιλίες.
Μιλώντας στο podcast «The Interview» των New York Times, ο Jagger μοιράστηκε τις σκέψεις του για τη δυναμική που αναπτύσσεται ανάμεσα στο συγκρότημα και τους θαυμαστές κατά τη διάρκεια μιας ζωντανής εμφάνισης. Η εμπειρία του από τις περιοδείες σε στάδια και φεστιβάλ ολόκληρου του κόσμου τον έχει οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι κάθε κοινό απαιτεί μία διαφορετική προσέγγιση.
«Πρώτα απ’ όλα, εξαρτάται από το πού βρίσκεσαι και τι είδους εκδήλωση είναι», ανέφερε ο Mick Jagger.
Με αυτόν τον τρόπο εξήγησε ότι οι εμφανίσεις σε φεστιβάλ διαφέρουν σημαντικά από τις δικές τους αυτόνομες συναυλίες. Στα φεστιβάλ, όπως τόνισε, η σύνθεση του κοινού είναι πιο ανομοιογενής και οι απαιτήσεις αλλάζουν.
«Δεν έρχονται απαραίτητα για να δουν εσένα – δεν είναι απαραίτητα οι μεγαλύτεροι θαυμαστές σου», συμπλήρωσε ο ίδιος, αναλύοντας την ψυχολογία του πλήθους.
«Δεν λέω ότι σε μισούν, αλλιώς μάλλον δεν θα ήταν εκεί… Αλλά υπάρχουν διαφορετικά επίπεδα σε αυτούς τους ανθρώπους, και πρέπει να τους συμπεριφερθείς με ελαφρώς διαφορετικό τρόπο», κατέληξε ο Mick Jagger.
Παρά τις διαφορές αυτές, ο Jagger πιστεύει ότι υπάρχει ένας κοινός παρονομαστής που ενώνει κάθε ακροατήριο. Αυτός είναι η ανάγκη για φυγή από τις πιέσεις της πραγματικότητας. Ο ρόλος του καλλιτέχνη στη σκηνή είναι να διευκολύνει αυτή τη μετάβαση, αφήνοντας έξω από τον χώρο της συναυλίας τις οικονομικές και κοινωνικές ανησυχίες.
«Η ουσία είναι ότι η δουλειά μου στον κόσμο της ζωντανής μουσικής είναι να διασφαλίσω ότι οι άνθρωποι που έρχονται θα περάσουν όσο το δυνατόν καλύτερα και για δύο ώρες θα ξεχάσουν όλα τα προβλήματά τους και τα προβλήματα του κόσμου. Τα στεγαστικά τους δάνεια και οτιδήποτε άλλο. Απλώς για να μπορέσουν να περάσουν όσο καλύτερα γίνεται», εξήγησε ο Mick Jagger με ειλικρίνεια.
Η παρομοίωση που χρησιμοποιεί ο έμπειρος τραγουδιστής για να περιγράψει αυτή την κατάσταση είναι άμεση και κατανοητή. Παρομοιάζει τη ζωντανή μουσική εμπειρία με ένα μεγάλο αθλητικό γεγονός, όπου η προσοχή όλων είναι στραμμένη αποκλειστικά στη δράση.
«Είναι παρόμοιο με το να πηγαίνεις σε ένα αθλητικό γεγονός, πραγματικά. Όλα τα άλλα μένουν απέξω. Απλώς παρακολουθείς για να δεις ποιος θα κερδίσει. Δεν ανησυχείς για τίποτα άλλο. Ξέρεις; Αυτά τα πράγματα φεύγουν από το μυαλό σου», δήλωσε ο ίδιος.
Αυτή η προσέγγιση εξηγεί και την άρνησή του να χρησιμοποιήσει τη σκηνή για να νουθετήσει το κοινό του. Η ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα μιας συναυλίας των Rolling Stones βασίζεται στην καθαρή ενέργεια και όχι στη θεωρητική ανάλυση των παγκόσμιων προβλημάτων.
«Δεν θέλεις να προσπαθείς να τους αναστατώσεις και να εκνευρίζεσαι που δεν είναι εκδηλωτικοί», συνέχισε ο Mick Jagger.
«Η δουλειά σου είναι να τους κάνεις να ξεσαλώσουν ακόμα περισσότερο… Δεν θέλεις να τους κάνεις κήρυγμα», πρόσθεσε, θέτοντας τα όρια της δικής του καλλιτεχνικής αποστολής.
Ωστόσο, η απόφαση να μείνει η πολιτική μακριά από τις ζωντανές εμφανίσεις δεν σημαίνει ότι οι Rolling Stones απέχουν από τον κοινωνικό σχολιασμό. Το άλμπουμ τους με τίτλο «Foreign Tongues», το οποίο κυκλοφόρησε στις 10 Ιουλίου, αποδεικνύει ότι τα πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα μπορούν να βρουν τη θέση τους στη δισκογραφία, αρκεί αυτό να γίνει με τον σωστό τρόπο.
Ο Jagger περιέγραψε τη μέθοδο που ακολουθεί όταν γράφει στίχους, αποκαλύπτοντας τον τρόπο με τον οποίο ενσωματώνει τις ανησυχίες του στα τραγούδια χωρίς να κουράζει τον ακροατή. Πρόκειται για μία στιχουργική τακτική που έχει αναπτύξει με τα χρόνια.
«Έχω αποκτήσει αυτή τη συνήθεια να γράφω τραγούδια που αφορούν προσωπικές σχέσεις και μετά να πετάω έναν στίχο για την πολιτική εκεί μέσα», εξήγησε ο Mick Jagger, περιγράφοντας αυτή τη διαδικασία ως ένα έξυπνο τέχνασμα.
Όπως συμπλήρωσε, αυτός είναι ο δικός του τρόπος να εκφράζει τις σκέψεις του, καθώς «κανείς δεν θέλει να ακούσει ένα ολόκληρο τραγούδι για την πολιτική ή για κοινωνικό σχολιασμό οποιουδήποτε είδους».
Αυτή η λεπτή ισορροπία φάνηκε έντονα και στις συζητήσεις γύρω από το τραγούδι «Mr Charm», όπου πολλοί έσπευσαν να συνδέσουν τους στίχους για έναν «τρελό μεγιστάνα» με τον Elon Musk, το όνομα του οποίου αναφέρεται ξεκάθαρα στο τραγούδι. Ο Jagger έσπευσε να ξεκαθαρίσει τις φήμες, τονίζοντας ότι οι ακροατές συχνά παρερμηνεύουν τους στίχους εστιάζοντας σε μεμονωμένες λέξεις.
«Ακούνε μία λέξη και δεν ακούνε πραγματικά τον στίχο, “ο Mick Jagger επιτίθεται στον Elon Musk”, δεν ακούς τον στίχο. Απλώς ακούς τη λέξη Musk. Αυτό είναι το μόνο που ακούς», δήλωσε ο τραγουδιστής, εκφράζοντας τον προβληματισμό του για την επιφανειακή ανάγνωση της μουσικής.
Την ίδια περίοδο, ο εμβληματικός κιθαρίστας του συγκροτήματος, Keith Richards, εξέφρασε και αυτός τις δικές του ανησυχίες για την κοινωνική και οικονομική κατάσταση στις Ηνωμένες Πολιτείες. Παρά το γεγονός ότι ζει εκεί για δεκαετίες, δεν έκρυψε τον προβληματισμό του.
Η Αμερική αποτελεί «μια μικρή απογοήτευση αυτή τη στιγμή», ανέφερε ο Keith Richards, αποτυπώνοντας το κλίμα ανησυχίας που επικρατεί ακόμα και στους πιο έμπειρους rock καλλιτέχνες της γενιάς του.
Αν και οι Rolling Stones επιλέγουν να μην είναι υπερβολικά προφανείς στις επικρίσεις τους μέσα από το νέο άλμπουμ, ο Mick Jagger δεν έχει διστάσει στο παρελθόν να μιλήσει ανοιχτά για πολιτικά πρόσωπα όπως ο Donald Trump και ο Boris Johnson. Τους είχε επικρίνει έντονα για τη στάση τους απέναντι στην κλιματική αλλαγή, κατηγορώντας τους παράλληλα ότι λένε ψέματα στο κοινό.
Το άλμπουμ «Foreign Tongues» έρχεται να επιβεβαιώσει ότι το συγκρότημα παραμένει δημιουργικά ενεργό και ικανό να συγκεντρώνει γύρω του σπουδαίες προσωπικότητες της μουσικής σκηνής. Στον δίσκο συμμετέχουν κορυφαία ονόματα, όπως ο Paul McCartney, ο Robert Smith των The Cure, ο Steve Winwood και ο Chad Smith, ο ντράμερ των Red Hot Chili Peppers.
Επιπλέον, η κυκλοφορία περιλαμβάνει και κάποιες τελευταίες, μεταθανάτιες ηχογραφήσεις του Charlie Watts, του επί σειρά ετών ντράμερ του συγκροτήματος, προσδίδοντας μία ιδιαίτερη συναισθηματική αξία στο τελικό αποτέλεσμα.
Κοιτάζοντας τη συνολική εικόνα, η στάση των Rolling Stones απέναντι στην πολιτική και τη ζωντανή ψυχαγωγία αναδεικνύει μία βαθιά κατανόηση της ανθρώπινης ανάγκης για αποφόρτιση. Ενώ η καθημερινότητα κατακλύζεται από πληροφορίες, εντάσεις και κοινωνικές διαιρέσεις, η απόφαση του Mick Jagger να κρατήσει τις συναυλίες καθαρές από πολιτικά κηρύγματα αποτελεί μία συνειδητή πράξη σεβασμού προς το κοινό, διαχωρίζοντας την καλλιτεχνική του ταυτότητα από την ανάγκη για πολιτική καθοδήγηση.
Η μουσική, ειδικά όταν παρουσιάζεται ζωντανά, διατηρεί τη μοναδική δύναμη να ενώνει ανθρώπους με διαφορετικές απόψεις κάτω από την ίδια σκηνή. Για δύο ώρες, η μόνη πραγματικότητα που έχει σημασία είναι ο ρυθμός, η ενέργεια και η κοινή εμπειρία της rock μουσικής, υπενθυμίζοντάς μας ότι μερικές φορές η μεγαλύτερη επανάσταση είναι απλώς το να επιτρέψουμε στον εαυτό μας να αφεθεί και να διασκεδάσει.
