Ο Myles Smith παίρνει θέση στην κρίσιμη συζήτηση για τις τοξικές πτυχές της φήμης, τονίζοντας πως η οριοθέτηση δεν είναι αγνωμοσύνη, αλλά ανθρώπινη ανάγκη.
Στον λαμπερό, αλλά συχνά αμείλικτο, κόσμο της μουσικής βιομηχανίας, όπου η σύνδεση μεταξύ καλλιτέχνη και θαυμαστή μοιάζει πιο άμεση από ποτέ, μία νέα και απολύτως αναγκαία συζήτηση έχει ανοίξει: πού χαράσσονται τα όρια; Ο Myles Smith, ο Βρετανός καλλιτέχνης πίσω από την παγκόσμια επιτυχία «Stargazing», έρχεται να προσθέσει τη δική του ψύχραιμη αλλά στιβαρή φωνή, στηρίζοντας ανοιχτά τη συνάδελφό του Chappell Roan και την πρόσφατη, ωμή εξομολόγησή της για την πίεση που ασκεί η διασημότητα.
Όλα ξεκίνησαν όταν η Chappell Roan, σε μία αποκαλυπτική συνέντευξή της στο περιοδικό «The Face», τόλμησε να μιλήσει για μία αλήθεια που πολλοί βιώνουν αλλά λίγοι ομολογούν.
Συγκεκριμένα, εξέφρασε την άποψη ότι οι μουσικοί θα έπρεπε να μπορούν να μιλούν ελεύθερα για την ανάγκη θέσπισης ορίων με τους θαυμαστές, χωρίς αυτόματα να χαρακτηρίζονται «κακοί ή αχάριστοι». Η ίδια δεν δίστασε να χρησιμοποιήσει σκληρές λέξεις για να περιγράψει τη δική της εμπειρία με τη φήμη.
«Νιώθω ότι η δόξα είναι απλώς κακοποιητική», δήλωσε με αφοπλιστική ειλικρίνεια.
«Η ατμόσφαιρα όλου αυτού – το stalking, το να γράφουν κακίες στο διαδίκτυο, [άνθρωποι που] δεν σε αφήνουν ήσυχο, το να σου φωνάζουν δημόσια – έχει την αύρα ενός κακοποιητικού πρώην συζύγου. Αυτό νιώθω. Δεν ήξερα ότι θα ένιωθα τόσο άσχημα», είπε.
Αυτή η ισχυρή και σχεδόν σοκαριστική παρομοίωση βρήκε σύμμαχο στο πρόσωπο του Myles Smith. Μιλώντας στη βρετανική έκδοση του Rolling Stone, ο Smith συμφώνησε απόλυτα ότι χρειάζεται να υπάρχει «ένας συγκεκριμένος βαθμός οριοθέτησης», είτε κάποιος είναι δημόσιο πρόσωπο είτε όχι.
Προχωρώντας την ανάλυσή του, έδωσε ένα απτό και ανησυχητικό παράδειγμα για το πού ακριβώς θολώνει η γραμμή μεταξύ θαυμασμού και παραβίασης.
«Οποιοσδήποτε καταλαβαίνει τον κόσμο ξέρει ότι θα έπρεπε να υπάρχει ένα φυσικό όριο ανάμεσα στο να πεις “γεια” ή να βγάλεις μία φωτογραφία και το να βρεις, με κάποιον τρόπο, πληροφορίες πτήσεων και να αγοράσεις εισιτήρια για να περάσεις από τον έλεγχο ασφαλείας και να ακολουθήσεις κάποιον μέχρι το αεροπλάνο», εξήγησε.
«Υπάρχει απλώς ένα επίπεδο όπου λες: “Αυτό είναι παράξενο”», σημείωσε.
Ο Myles Smith, θέλοντας να είναι προσεκτικός στη διατύπωσή του, διευκρίνισε: «Σε καμία περίπτωση δεν έχω υπάρξει θύμα stalking, αλλά φαντάζομαι ότι υπάρχουν ομοιότητες σε αυτό. Μπορεί να γνωρίζουμε κάποιον και να είμαστε κοντά του, αλλά υπάρχει επίσης ένα όριο στις καθημερινές ανθρώπινες σχέσεις… Θα έπρεπε να υπάρχει ένας βαθμός οριοθέτησης σε κάθε σχέση, είτε πρόκειται για κάποιον που βρίσκεται στο επίκεντρο της δημοσιότητας είτε για κάποιον που απλώς ζει τη ζωή του».
Η παρέμβαση του Smith δεν είναι απλώς μία δήλωση υποστήριξης. Είναι μία αντανάκλαση μιας βαθύτερης αλήθειας που διαπερνά τη σύγχρονη κουλτούρα της διασημότητας.
Στην εποχή των social media, η ψευδαίσθηση της πρόσβασης και της οικειότητας έχει δημιουργήσει μία ανισόρροπη σχέση, όπου ο θαυμαστής συχνά αισθάνεται ότι έχει δικαιώματα πάνω στη ζωή, τον χρόνο και τον προσωπικό χώρο του καλλιτέχνη. Η πίεση για διαρκή διαθεσιμότητα, για ατελείωτη «ευγνωμοσύνη» απέναντι στο κοινό, μπορεί να γίνει ψυχικά εξουθενωτική.
Οι δηλώσεις των Chappell Roan και Myles Smith έρχονται να αμφισβητήσουν αυτό το άγραφο συμβόλαιο. Υπενθυμίζουν στο κοινό ότι πίσω από τα εκατομμύρια streams, τις sold-out αρένες και τις λαμπερές φωτογραφίες, υπάρχουν ανθρώπινα όντα με τις ίδιες ανάγκες για ασφάλεια, ιδιωτικότητα και ψυχική ηρεμία.
Σε τελική ανάλυση, η συζήτηση που άνοιξαν οι δύο καλλιτέχνες δεν αφορά την απόρριψη της αγάπης των θαυμαστών, αλλά τον επαναπροσδιορισμό της σχέσης τους σε μία πιο υγιή και βιώσιμη βάση. Είναι μία έκκληση για ενσυναίσθηση και σεβασμό, μία υπενθύμιση ότι η τέχνη μπορεί να είναι δημόσια, αλλά ο καλλιτέχνης, ως άνθρωπος, έχει το δικαίωμα να διατηρεί ένα κομμάτι του εαυτού του αυστηρά ιδιωτικό.
Η επιβολή ορίων δεν είναι ένδειξη αλαζονείας, αλλά μία κίνηση αυτοπροστασίας, απαραίτητη για να μπορεί η δημιουργικότητα να συνεχίσει να ανθίζει, αντί να συνθλίβεται κάτω από το βάρος της ίδιας της της επιτυχίας.
