Ο Nick Jonas μιλά για τη μετάβασή του από teen idol σε ώριμο καλλιτέχνη, τη συνεργασία του με τον Paul Rudd στη νέα κινηματογραφική ταινία «Power Ballad» και πώς η πατρότητα επαναπροσδιορίζει τη μουσική ταυτότητά του.
Η διαδρομή από παιδί-θαύμα σε ενήλικα καλλιτέχνη είναι γεμάτη με πρόωρα χαμένα ταλέντα που δεν άντεξαν το βάρος της δημοσιότητας. Ο Nick Jonas, ωστόσο, αποτελεί την πιο λαμπρή εξαίρεση σε αυτόν τον άγραφο κανόνα της βιομηχανίας του θεάματος.
Βρέθηκε στη σκηνή του Broadway μόλις στα επτά του χρόνια, άρχισε να γράφει τραγούδια στα οκτώ, ενώ κυκλοφόρησε το πρώτο του single με τίτλο «Joy To The World (A Christmas Prayer)» στην ηλικία των δέκα ετών. Μαζί με τα μεγαλύτερα αδέλφια του, τον Kevin και τον Joe, δημιούργησαν τους Jonas Brothers και κυριάρχησαν απόλυτα στην teen pop αγορά, με τη δημοτικότητά τους να εκτοξεύεται μέσα από τις εμφανίσεις τους στο Disney Channel.
Έχοντας πλέον στο ενεργητικό τους πωλήσεις που ξεπερνούν τα είκοσι εκατομμύρια άλμπουμ, δύο υποψηφιότητες για βραβεία Grammy και 26 επιτυχίες που έκαναν είσοδο το Billboard Hot 100, τα αδέλφια συνεχίζουν να εξαργυρώνουν την τεράστια επιτυχία που ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του 2000.
«Όταν ξεκινήσαμε, ριχτήκαμε στα βαθιά χωρίς να έχουμε κάποιο εγχειρίδιο οδηγιών για το τι πρέπει να κάνουμε, ούτε καν κάποια τυπική εκπαίδευση για να ξέρουμε τι να περιμένουμε», αναφέρει ο Jonas στη συνάντησή του με το NME, φορώντας ένα κομψό μπορντό κοστούμι και έχοντας τα μαλλιά του κουρεμένα πολύ κοντά.
«Ο πατέρας μας ήταν ένας από τους μάνατζέρ μας, μαζί με έναν άνθρωπο που ονομάζεται Phil McIntyre, ο οποίος παραμένει μάνατζέρ μας μέχρι σήμερα. Όλοι μαζί μάθαμε στην πράξη. Και νομίζω ότι μερικές φορές είναι καλύτερο να σε ρίχνουν κατευθείαν στα βαθιά, γιατί έτσι αναγκάζεσαι να ανοίξεις τα φτερά σου και να βρεις τον δρόμο σου».
Και ο ίδιος βρήκε τον δρόμο του με τον πλέον εντυπωσιακό τρόπο. Στα 33 του χρόνια, ο Jonas λειτουργεί σαν μία αυτόνομη επιχείρηση στον χώρο του θεάματος, συνδυάζοντας τη σόλο μουσική του πορεία, τις επιχειρηματικές του δραστηριότητες στα είδη ένδυσης, τα αρώματα και την παραγωγή τεκίλας, και, πάνω από όλα, την υποκριτική.
Η συμμετοχή του στο επιτυχημένο franchise «Jumanji», όπου υποδύεται έναν έφηβο παγιδευμένο μέσα σε ένα βιντεοπαιχνίδι ζούγκλας, έχει φέρει τεράστια έσοδα στα ταμεία. Όμως τα ενδιαφέροντά του δεν σταματούν εκεί, καθώς πέρυσι επέστρεψε στο Broadway με το θεατρικό έργο «The Last Five Years» του Jason Robert Brown, λίγο πριν οι Jonas Brothers κυκλοφορήσουν το έβδομο άλμπουμ τους με τίτλο «Greetings From Your Hometown».
«Στην ταινία “Power Ballad” υποδύομαι μία εκδοχή του εαυτού μου: έναν pop star που προσπαθεί να κάνει τη μετάβαση από ένα συγκρότημα στη σόλο καριέρα», εξηγεί ο Jonas.
«Μου αρέσει πραγματικά να τα κάνω όλα», παραδέχεται με ειλικρίνεια. «Το να μπορώ να μοιράζω τον χρόνο μου ανάμεσα στην υποκριτική, τις ζωντανές εμφανίσεις και τη συγγραφή. Ο κύριος στόχος μου είναι να παραμένω όσο το δυνατόν πιο απασχολημένος, αλλά ταυτόχρονα δημιουργικός και γεμάτος έμπνευση», συνεχίζει.
«Το θεατρικό σανίδι είναι ένας από τους χώρους που μου επιτρέπουν να το πετύχω αυτό στο έπακρο, καθώς στο Broadway συνδυάζω την υποκριτική, το τραγούδι και την παρουσία στη σκηνή. Είναι μία τεράστια πρόκληση, κυρίως λόγω του εξαιρετικά απαιτητικού προγράμματος με πολλές παραστάσεις την ημέρα, έξι φορές την εβδομάδα», προσθέτει.
Αν και το θέατρο και οι συναυλίες προσφέρουν στον Jonas την άμεση επαφή με τους θαυμαστές του, ο ίδιος δηλώνει εξίσου παθιασμένος με τη δημιουργία ταινιών. Ήδη από το 2019 ίδρυσε τη δική του εταιρεία παραγωγής με την ονομασία Image 32, κάνοντας το ντεμπούτο της με τη χριστουγεννιάτικη κομεντί «Dash & Lily» του Netflix.
Ωστόσο, η απογοήτευση είναι εμφανής στον τόνο της φωνής του όταν αναφέρεται στις δυσκολίες της παραγωγής. «Ο κόσμος της ανάπτυξης μιας ιδέας είναι μία τόσο μακρά και κουραστική διαδικασία, που ώρες-ώρες σε αποθαρρύνει», εξομολογείται με έναν αναστεναγμό. «Αναρωτιέσαι συνεχώς αν θα καταφέρει τελικά να υλοποιηθεί και να γυριστεί κάποιο από αυτά τα project».
Αυτόν τον μήνα, ο Jonas επιστρέφει στις κινηματογραφικές αίθουσες με την ταινία «Power Ballad», μία απολαυστική κωμωδία που αποτυπώνει με ακρίβεια τον αγώνα ενός μουσικού να κερδίσει τον σεβασμό της βιομηχανίας κατά τη μετάβασή του από teen idol σε ώριμο καλλιτέχνη.
«Με πολλούς τρόπους», σημειώνει, «υποδύομαι μία εκδοχή του εαυτού μου, έναν pop star που αφήνει πίσω του το συγκρότημα για να ακολουθήσει σόλο πορεία, αντιμετωπίζοντας όμως καταστάσεις που πιστεύω ότι βιώνει κάθε άνθρωπος καθώς μεγαλώνει και ωριμάζει».
Ο χαρακτήρας που υποδύεται, ο Danny Wilson, είναι ένα πρώην μέλος ενός επιτυχημένου boy band του οποίου η καριέρα φθίνει, μέχρι που η συνάντησή του με τον Rick Power τού δίνει νέα πνοή. Ο Rick Power, τον οποίο υποδύεται ο Paul Rudd, είναι ένας παντρεμένος, μεσήλικας Αμερικανός που ζει στην Ιρλανδία και είναι ο τραγουδιστής μιας μπάντας που διασκευάζει τραγούδια σε γάμους.
Μετά τη γνωριμία τους στον γάμο ενός κοινού φίλου, οι δύο άνδρες περνούν μία νύχτα γεμάτη αλκοόλ και δημιουργικότητα, γράφοντας μαζί ένα τραγούδι που πρόκειται να αναζωογονήσει την καριέρα του Wilson. Το πρόβλημα ξεκινά όταν ο τελευταίος ξεχνά να αναγνωρίσει τα πνευματικά δικαιώματα του τραγουδιού στον Power.
Η συγγραφή τραγουδιών αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής του Jonas εδώ και δεκαετίες. «Άρχισα να γράφω τραγούδια όταν ήμουν περίπου οκτώ ετών μαζί με τον πατέρα μου», εξηγεί.
«Ταξιδεύαμε συχνά με το αυτοκίνητο προς τη Νέα Υόρκη για τις ανάγκες των παραστάσεων στο Broadway. Μέναμε στο Νιου Τζέρσεϊ και η διαδρομή διαρκούσε περίπου 45 λεπτά. Αυτόν τον χρόνο τον αξιοποιούσαμε είτε ακούγοντας μουσική για να μάθω τους σπουδαίους δημιουργούς, όπως ο James Taylor, ο Stevie Wonder, η Carole King, οι Bee Gees και οι The Beatles, είτε προσπαθώντας να γράψω τα δικά μου τραγούδια», περιγράφει.
Έχοντας αυτή την κληρονομιά, δεν είναι περίεργο που ο Jonas αγάπησε αμέσως το σενάριο της ταινίας «Power Ballad», το οποίο συνυπογράφει ο Ιρλανδός σκηνοθέτης John Carney.
Ο Carney θεωρείται ειδικός στις μουσικές ταινίες, έχοντας υπογράψει την οσκαρική επιτυχία «Once» του 2007 και την υπέροχη κωμωδία «Sing Street» του 2016, η οποία παρακολουθεί μία παρέα εφήβων που φτιάχνουν μία μπάντα στο Δουβλίνο.
«Ο John είναι απίστευτος», δηλώνει ο Jonas. «Είμαι θαυμαστής του εδώ και πολύ καιρό. Προφανώς λάτρεψα την ταινία “Once” και η θεατρική της μεταφορά ήταν απλώς φανταστική. Όσο για το “Sing Street”, βρίσκεται σίγουρα μέσα στις δέκα αγαπημένες μου ταινίες όλων των εποχών».
Η χαρά του ήταν τεράστια όταν έλαβε το σενάριο, τη μουσική επένδυση και τα τραγούδια του οποίου υπέγραψαν ξανά ο Carney με τον Gary Clark, το δημιουργικό δίδυμο πίσω από το «Sing Street».
«Ήμουν ενθουσιασμένος που θα συζητούσα μαζί του για το όραμά του αλλά και για το μουσικό κομμάτι της ταινίας», λέει ο Jonas, «καθώς, τουλάχιστον στο χαρτί, υπήρχε χώρος για μερικά πραγματικά σπουδαία τραγούδια. Μου έπαιξε μάλιστα μερικά από τα κομμάτια που ακούγονται στην ταινία. Έχει ένα πολύ ιδιαίτερο στυλ γραφής, τόσο στο σενάριο όσο και στη μουσική, και θεωρώ ότι αυτά τα δύο στοιχεία συνδέονται άρρηκτα».
Η χημεία ανάμεσα στον αυθόρμητο Rudd και τον σοβαρό Jonas λειτουργεί εξαιρετικά στη μεγάλη οθόνη. Η συνεργασία με τον Rudd ήταν «ένα όνειρο που έγινε πραγματικότητα», όπως τονίζει ο Jonas.
«Είχα πολύ μεγάλες προσδοκίες, αλλά εκείνος τις ξεπέρασε όλες και με εξέπληξε τόσο ως άνθρωπος όσο και ως συμπρωταγωνιστής». Αν και ο Rudd είναι γνωστός για το κωμικό του ταλέντο, ο Jonas εντυπωσιάστηκε από ένα άλλο χάρισμά του.
«Αυτό που με εξέπληξε περισσότερο ήταν η μουσικότητα του Paul και η φωνή του. Το κοινό θα το διαπιστώσει όταν δει την ταινία, αλλά εκτός από εξαιρετικός ηθοποιός είναι και ένας πραγματικά ταλαντούχος μουσικός», προσθέτει.
Τα γυρίσματα πραγματοποιήθηκαν μέσα και γύρω από το Δουβλίνο. Μέχρι πρότινος, ο Jonas είχε επισκεφθεί την ιρλανδική πρωτεύουσα μόνο για ελάχιστα εικοσιτετράωρα, στο πλαίσιο των περιοδειών των Jonas Brothers. Αυτή τη φορά, είχε την ευκαιρία να ανακαλύψει την πόλη με τον δικό του ρυθμό.
«Είμαι μανιώδης παίκτης του γκολφ, οπότε είχα την ευκαιρία να παίξω πολύ γκολφ εκεί», αναφέρει, εκθειάζοντας το γήπεδο στο Πορτμάρνοκ της κομητείας του Δουβλίνου, καθώς και τις γαστρονομικές επιλογές της πόλης, ξεχωρίζοντας ένα ινδικό εστιατόριο με το όνομα Pickle και ένα μπιστρό με το όνομα Note.
Η βασική διαφορά ανάμεσα στον ίδιο και τον χαρακτήρα που υποδύεται εντοπίζεται στον τρόπο με τον οποίο ο Jonas έχει εξελίξει τη δημιουργική του γραφή με το πέρασμα των χρόνων.
«Κοιτάζοντας πίσω τα τόσα χρόνια που γράφω τραγούδια, νιώθω ότι πλέον έχω μία πολύ πιο βαθιά οπτική λόγω της φάσης στην οποία βρίσκομαι στην προσωπική μου ζωή», εξηγεί.
«Πολλά από αυτά που γράφω πηγάζουν από τις προσωπικές μου εμπειρίες, τις σχέσεις μου και την αγάπη. Όχι μόνο τη ρομαντική αγάπη, αλλά και αυτή που νιώθω για την πανέμορφη κόρη μας, και το πώς είναι να γράφεις πλέον από την οπτική γωνία του πατέρα», συνεχίζει.
Αναφέρεται, φυσικά, στην τετραχρονών κόρη του, Malti Marie, την οποία απέκτησε με τη σύζυγό του, την Ινδή σταρ του κινηματογράφου και πρώην Μις Κόσμος Priyanka Chopra, μέσω παρένθετης μητρότητας.
Έχουν αλλάξει οι μουσικές του προτιμήσεις από τότε που έγινε πατέρας; «Ακούω πολύ περισσότερο “Bluey” και “Moana” τον τελευταίο καιρό, οπότε έχω αρχίσει να εξειδικεύομαι στην παιδική μουσική», παραδέχεται γελώντας. Στην πραγματικότητα, η ζωή τού προσφέρει πλέον αμέτρητα δημιουργικά ερεθίσματα, κάτι που οφείλει σε μεγάλο βαθμό στη σχέση του με την Chopra.
Το ζευγάρι γνωρίστηκε το 2017 σε ένα πάρτι για τα βραβεία Όσκαρ και παντρεύτηκε ενάμιση χρόνο αργότερα, με τον Jonas να δηλώνει από την πρώτη στιγμή σίγουρος ότι είχε βρει τη γυναίκα της ζωής του.
«Πιστεύω ότι κάθε φορά που η αγάπη και η σχέση σου βαθαίνουν και εξελίσσονται, η δημιουργική σου ζωή επεκτείνεται ανάλογα. Αυτό επηρεάζει τόσο τη μουσική μου όσο και τις επιλογές μου μπροστά και πίσω από τις κάμερες. Η έμπνευσή μου συνδέεται άμεσα με το πόσο σημαντικές είναι αυτές οι σχέσεις για μένα».
Παράλληλα, ο Nick Jonas και τα αδέλφια του συνεχίζουν να δημιουργούν μαζί μουσική. Το συγκρότημα είχε διαλυθεί το 2013, τρία χρόνια πριν ο Jonas κάνει το ντεμπούτο του στον ανεξάρτητο κινηματογράφο με το σκληρό πανεπιστημιακό δράμα «Goat», αλλά ενώθηκε ξανά έξι χρόνια αργότερα με το επιτυχημένο single «Sucker».
Αυτό το διάλειμμα φαίνεται πως λειτούργησε ευεργετικά για όλους. «Υπάρχει μία έντονη αίσθηση νοσταλγίας σε οτιδήποτε περιβάλλει εμένα και τη δουλειά με τα αδέλφια μου», αναφέρει ο Jonas, ο οποίος παρατηρεί πλέον ότι οι γονείς που ήταν θαυμαστές τους στο παρελθόν, μυούν τώρα τα δικά τους παιδιά στη μουσική τους.
«Υπάρχουν πράγματα που συγκινούν τους νέους θαυμαστές μας σήμερα, στην εφηβεία τους, τα οποία συγκινούσαν και εμένα στην ίδια ηλικία», εξηγεί. «Αυτή η σύνδεση μεταξύ των γενεών είναι το μεγαλύτερο όνειρο για κάθε καλλιτέχνη».
Οι πλατφόρμες streaming έχουν βοηθήσει σημαντικά στη διάδοση της μουσικής τους. «Βιώνουμε μία υπέροχη αναγέννηση, όπου οι άνθρωποι ανακαλύπτουν μόνοι τους τη μουσική μας, με τον ίδιο τρόπο που έκανα κι εγώ όταν πήγαινα με τον πατέρα μου σε κάποιο δισκοπωλείο και έψαχνα κασέτες ή CD για να βρω κάτι που για μένα ήταν καινούριο, αλλά για εκείνον ήταν κάτι που αγαπούσε όταν ήταν στην ηλικία μου», σχολιάζει.
Υπάρχουν τραγούδια από το παρελθόν που θα ήθελε να εκτιμηθούν ξανά από το κοινό; Ο ίδιος γνέφει καταφατικά.
«Υπάρχουν τραγούδια όπως το “I Believe”, το οποίο συμπεριλαμβανόταν στο άλμπουμ μας “Happiness Begins” και είναι ένα από τα αγαπημένα μου από όσα έχω γράψει ποτέ. Εκείνη την εποχή επισκιάστηκε από το “Sucker” και άλλα singles του δίσκου», λέει.
Ενώ η μουσική του κερδίζει νέο κοινό, το ίδιο συμβαίνει και με την κινηματογραφική του πορεία. Μόλις ολοκλήρωσε τα γυρίσματα για το «Jumanji: Open World», την τρίτη ταινία της σειράς, ενώ αυτή την περίοδο πρωταγωνιστεί στα γυρίσματα της ταινίας τρόμου «White Elephant» με εορταστικό θέμα, στο πλευρό της Kathryn Newton.
Όπως είναι φυσικό, ο Nick Jonas επιθυμεί να συνεχίσει να εκπλήσσει το κοινό με τις επιλογές του. «Θέλω να συνεχίσω να αναζητώ projects για τα οποία ίσως κανείς δεν θα με θεωρούσε ιδανικό ή στα οποία ο κόσμος δεν έχει συνηθίσει να με βλέπει», καταλήγει. «Με αυτόν τον τρόπο θα μπορέσω να συνεχίσω να εξελίσσομαι και να γίνομαι όλο και καλύτερος».
