Με το δεύτερο άλμπουμ της, η Olivia Dean επιστρέφει με ωριμότητα, ειλικρίνεια και βάθος, αποδεικνύοντας ότι η αγάπη είναι —πάντα— ένα έργο σε εξέλιξη.
Η αγάπη είναι ένα θέμα εξαντλημένο. Τραγουδήθηκε από χείλη θεατρικά ή μεθυσμένα, γράφτηκε στα ημερολόγια ποιητών και στους τοίχους των πόλεων, φώτισε κινηματογραφικά κάδρα και σκοτείνιασε μοναχικά βράδια. Οι ιστορίες της επαναλαμβάνονται με δεκάδες μάσκες, διατηρώντας τη λαμπρότητα και την αβεβαιότητά τους. Η Olivia Dean, στο δεύτερο άλμπουμ της, «The Art Of Loving», δεν ανακαλύπτει καινούρια συναισθήματα, αλλά σκύβει με προσοχή και απέριττη σοφία πάνω στο πώς αυτά λέγονται.
Αυτό που απομένει είναι μία συλλογή τραγουδιών που αναπνέουν, είναι κοντά στον άνθρωπο — κι ίσως, κάποιες φορές, να ξέρουν πώς να ακούσουν.
Η Olivia Dean γίνεται μάρτυρας αλλά και ερμηνεύτρια της αγάπης μέσα από όλες τις μορφές της: στη σχέση των γονιών της, στα νεανικά «μαζί» που γλιστρούν απρόσεκτα προς το «μόνοι», στους ηλικιωμένους που παλεύουν να κρατήσουν αναμνήσεις που ξεθωριάζουν.
Στο κλείσιμο του δίσκου, στο «I’ve Seen It», η φωνή της κυλάει ανάμεσα σε μελωδίες και ήχους από πουλιά που κελαηδούν. Υπάρχει μία τρυφερότητα, μία συνέπεια στο βλέμμα της. «Όσο περισσότερο κοιτάς, τόσα περισσότερα βρίσκεις», τραγουδά, παραδίδοντας όχι ένα μάθημα, αλλά μία διαπίστωση. «Είναι γύρω σου, ανά πάσα στιγμή».
Κανείς δεν περιμένει από την ίδια να δώσει οδηγίες για το τι σημαίνει αγάπη· -πολύ περισσότερο η ίδια. Σε ηλικία 26 ετών, δεν επιδιώκει ως αυθεντία να λύσει όλους τους κόμπους των σχέσεων. Αντιθέτως, αγκαλιάζει την αβεβαιότητα, ακόμα και τα λάθη. Σε κάθε ανακάλυψη υπάρχει κάτι ασαφές. Και εκεί φαίνεται να είναι το σημείο όπου ανθίζει περισσότερο: όχι στην κάθαρση, αλλά στη διαρκή διερώτηση.
Στο «Nice to Each Other», οι φωνές της στρώνονται πάνω σε αρμονίες που χτίζουν έναν ήρεμο κόσμο. Μιλά για σχέσεις ήσυχες, πέρα από εντάσεις και επιδόσεις.
«Έχω δοκιμάσει όλα τα κλασικά πράγματα και ποτέ δεν λειτούργησαν, το ξέρεις», παραδέχεται. Κι αργότερα, ειλικρινώς, σημειώνει: «Δεν θέλω αγόρι». Ο ρυθμός, σταθερός αλλά με στιγμιαίες παρεμβολές, καθρεφτίζει την ίδια προσωρινότητα των περιπετειών που εμπνέει.
Η παιχνιδιάρικη στάση επιστρέφει και στο «So Easy to Fall in Love»: «Είμαι ο τέλειος συνδυασμός Σαββατόβραδου και της υπόλοιπης ζωής σου». Ένα ηχητικό χαμόγελο, μία υπόσχεση χωρίς δέσμευση. Υπάρχει κάτι από την αυθάδεια και λάμψη της Diana Ross ή κάποια σκιερή λάμψη από βινύλια της Motown που περιστρέφονταν παλαιότερα αντί για streaming.
Στο «Man I Need», η φωνή της Olivia Dean αποκτά ατσάλινη σιγουριά. «Μου αρέσει κάπως όταν με αποκαλείς υπέροχη». Ο τόνος καθιστά παρόν το συναίσθημα, δίνοντάς του χώρο χωρίς να το εξιδανικεύει. Δεν είναι ανάγκη να είναι όλα τέλεια ή ρομαντικά με τον συμβατικό τρόπο.
Η μουσική της δεν κυνηγάει την κορύφωση, παρά μόνο όταν αυτή προκύπτει αβίαστα. Το ίδιο το άλμπουμ ανασάινει με την μπάντα της, δημιουργώντας έναν ηχητικό μηχανισμό ακριβείας, με λαμπερά πνευστά, τρομπόνια, σαξόφωνα – όλα έρχονται και φεύγουν με μία εσωτερική ισορροπία που ποτέ δεν προδίδει την αίσθηση.
Το «Close Up» παίρνει την πορεία ενός σύγχρονου μπλουζ, ψιθυρίζοντας για μικτά μηνύματα και παρεξηγήσεις. Το «Baby Steps» αναφέρεται μάλλον στο πώς σπάμε το παγιωμένο μας βήμα, ενώ στο «A Couple Minutes» αιωρείται η ιδέα ενός ανέφικτου ντουέτου – δύο φωνές που τελικά μιλούν η μία στην άλλη μόνο στο μυαλό.
Οι στίχοι της Dean φανερώνουν τις αποφάσεις που παίρνουμε μακριά από τις μεγάλες χειρονομίες. Από τη μέθη επιστρέφουμε στους τοίχους μας, στους περιορισμούς που οι ίδιοι χτίσαμε. Αν και αντέχει το ξεκίνημα μίας αγάπης, θα φτάσει ξανά ως εκεί μόνο όταν αισθανθεί πως όσα φοβάται, μπορούν να καταλάβουν πώς αγαπιούνται.
Η κορύφωση του δίσκου είναι οριακά υποσυνείδητη. Δεν κρύβεται σε ψηλές νότες ή δραματικότητα αλλά στη μελαγχολία της σταθερότητας. Στο «Loud», τα έγχορδα ξεχειλίζουν μελαγχολία, στο χαρακτηριστικά δυνατό «Let Alone the One You Love», η Olivia Dean αγγίζει τη γραμμή που ενώνει τη συνθετική δύναμη της Amy Winehouse, τη φωνητική αλήθεια της Adele και το πρώιμο R&B αίσθημα της Beyoncé. Το τραγούδι ζει σ’ εκείνη την ανάμεσα εποχή που κάποτε ονόμαζαν καρδιοχτύπι.
Με το προηγούμενο άλμπουμ της, «Messy», κέρδισε τις εντυπώσεις. Με τραγούδια όπως τα «Dive», «The Hardest Part» και το ευαίσθητο «What Am I Gonna Do on Sundays?», έγινε ξεκάθαρο πως η Olivia Dean ήρθε για να μείνει. Ωστόσο, το «The Art Of Loving» μοιάζει σχεδόν αποφασισμένο να την τοποθετήσει σε άλλη κατηγορία.
Στο «Something in InBetween», διερωτάται αν είναι υπερβολή να μη θέλει τη λύπη. «Δεν είμαι δική του, δεν είμαι δική της, δεν είμαι το παν για κανέναν σας». Μια απελευθέρωση – όχι από τον έρωτα, αλλά από τους ρόλους του.
Ίσως εκεί αντικατοπτρίζεται και η δύναμή της: στο ότι αφήνει την αγάπη να αναπνέει, να μην περιορίζεται, να μην θυσιάζει τη σύνθετη φύση της. Το «Lady Lady», με τις μεταβαλλόμενες μελωδικές διαδρομές και το τζαζ φινάλε, επιλέγει να εμπιστευτεί την πολυπλοκότητα της συναισθηματικής έκφρασης.
Το ομότιτλο κομμάτι «The Art Of Loving» θα μπορούσε να θεωρηθεί η δήλωση προθέσεων του άλμπουμ. «Κάτι χάνεται και κάτι κερδίζεται στην τέχνη της αγάπης». Ούτε θρίαμβος ούτε ήττα, αλλά ζωή. Δεν χρειάζεται η Olivia Dean να πει κάτι που κανείς δεν έχει ξαναπεί για την αγάπη. Το κάνει, όμως, με τρόπο δικό της. Κι αυτό είναι αρκετό για να την πιστέψεις.
Το «The Art Of Loving» είναι μία συνομιλία, μία πρόσκληση στο να αισθανθούμε, να θυμηθούμε, να δοκιμάσουμε – και να αποδεχτούμε ότι ίσως η αγάπη είναι πράγματι μία τέχνη που δεν τελειοποιείται ποτέ. Η Olivia Dean αποδεικνύει πως όταν η μουσική ξεκινά από κάπου αυθεντικό, δεν χρειάζεται να φωνάξει για να ακουστεί. Χρειάζεται μόνο να παραμείνει αληθινή. Κι αυτό το ξέρει καλά.
