Καλεσμένος στο podcast της Paloma Faith, ο Olly Alexander μιλάει ανοιχτά για τις καταχρήσεις, την ψευδαίσθηση της αγάπης του κοινού και την ανάγκη για ουσιαστικό ακτιβισμό.
Στο τελευταίο επεισόδιο του podcast «Mad, Sad + Bad» της Paloma Faith, ο Olly Alexander δεν εμφανίστηκε απλώς ως ένας επιτυχημένος αστέρας της μουσικής βιομηχανίας που προωθεί την επόμενη δουλειά του. Αντιθέτως, επέλεξε να κοιτάξει κατάματα τις σκιές που συνοδεύουν τα φώτα της δημοσιότητας, ανατέμνοντας την πορεία του από την απότομη αναγνωρισιμότητα του 2015 μέχρι τη σημερινή του ωριμότητα.
Μέσα από μία συζήτηση που θύμισε περισσότερο ψυχοθεραπευτική συνεδρία παρά τυπική συνέντευξη, ο χαρισματικός τραγουδιστής και ηθοποιός μοιράστηκε σκέψεις για τα υψηλά και τα χαμηλά μιας καριέρας που συχνά ακροβατεί ανάμεσα στην αποθέωση και το κενό.
Μιλώντας με αφοπλιστική ειλικρίνεια για τις πρώιμες επιθυμίες του να κατακτήσει τη δόξα, ο Alexander παραδέχεται πως η νεανική του αφέλεια είχε εξιδανικεύσει την έννοια της φήμης. «Πίστευα όταν ήμουν νεότερος ότι το να είσαι διάσημος σήμαινε απλώς ότι όλοι σε αγαπούσαν, και το ήθελα αυτό, ήθελα οι άνθρωποι να με αγαπούν!», εξομολογείται.
Η πραγματικότητα, ωστόσο, αποδείχθηκε πολύ πιο σύνθετη και ψυχοφθόρα. Ο καλλιτέχνης περιγράφει έναν ασταθή συναισθηματικό κύκλο, όπου η ευφορία της σκηνής διαδέχεται απότομα τη μοναξιά.
«Φουσκώνεις τόσο πολύ, σε βάζουν σε αυτό το βάθρο παίζοντας μεγάλες συναυλίες, και μετά αυτό το φούσκωμα μπορεί να τρυπηθεί τόσο γρήγορα και να νιώσεις άχρηστος», εξηγεί, σκιαγραφώντας τη σκληρή πραγματικότητα που βιώνουν πολλοί καλλιτέχνες όταν σβήνουν οι προβολείς.
Ο Olly Alexander χαρακτηρίζει αυτή τη διαρκή αναζήτηση για εξωτερική επιβεβαίωση ως ένα «παράδοξο» που ποτέ δεν προσφέρει την πληρότητα που υπόσχεται. «Αν προσπαθήσεις να αναζητήσεις επιβεβαίωση, μόλις πάρεις λίγη συνειδητοποιείς ότι δεν είναι αρκετή και θες περισσότερη», αναλύει με οξυδέρκεια. «Πάντα, μα πάντα σε σπρώχνει να βρεις περισσότερη, αλλά ποτέ δεν είναι αρκετή».
Αυτή η πάλη με το εγώ και την εικόνα έρχεται σε ευθεία αντιπαράθεση με τα «διαμορφωτικά» του χρόνια στην queer σκηνή του Ανατολικού Λονδίνου. Αναπολώντας εκείνη την περίοδο, ο Olly Alexander δεν διστάζει να μιλήσει για τις υπερβολές και την έντονη νυχτερινή ζωή.
«Σίγουρα κακοποίησα το σώμα μου με τρόπους για τους οποίους δεν είμαι σίγουρος ότι είμαι υπερήφανος», αναφέρει, ανακαλώντας στη μνήμη του Σαββατοκύριακα που κατέληγαν στο «East Bloc, στις 6 το πρωί», προτού συνεχίσει σε ατελείωτα after-parties.
Η συζήτηση αποκτά ακόμη μεγαλύτερο βάθος με την παρουσία του drag ειδώλου Jonny Woo, ο οποίος μοιράζεται τη δική του συγκλονιστική εμπειρία. Ο Woo περιγράφει την περιπέτειά του όταν έπεσε σε κώμα μετά από μία περίοδο ακραίου ηδονισμού, προσθέτοντας μία δραματική διάσταση στον διάλογο περί ορίων και αυτοκαταστροφής. Οι τρεις τους υφαίνουν μία συζήτηση γύρω από θέματα απώλειας και ανάκαμψης, με τον frontman των Years & Years να αγγίζει την εμπειρία της απώλειας της γιαγιάς του, την οποία χαρακτηρίζει ως μία διαδικασία που «επιβεβαιώνει τη ζωή».
Πέρα από τις προσωπικές αναζητήσεις, ένα σημαντικό μέρος της συζήτησης εστιάζει στον ακούραστο ακτιβισμό του Olly Alexander για τη ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητα. Ο ίδιος εκφράζει την έντονη ανησυχία του για το κλίμα που επικρατεί, σημειώνοντας πως «οι τρανς άνθρωποι γίνονται συχνά αποδιοπομπαίοι τράγοι και δαιμονοποιούνται». Παρά τη δυσμενή αυτή συνθήκη, παραμένει αισιόδοξος βλέποντας τη στήριξη που υπάρχει εντός της δημιουργικής βιομηχανίας.
Αναφερόμενος σε μία επιστολή που βοήθησε να οργανωθεί για την υποστήριξη της κοινότητας, τονίζει τη συμμετοχή σημαντικών ονομάτων: «Πολλοί άνθρωποι την υπέγραψαν, η Dua Lipa, ο Tom Grennan, η Charli XCX, οι Wolf Alice — ο κόσμος είναι εκεί και θέλει να στηρίξει!».
Αυτό το πνεύμα υπεράσπισης και αλληλεγγύης κορυφώνεται με την εκδήλωση που επιμελείται ο ίδιος, το «Trans Mission», το οποίο θα λάβει χώρα στο OVO Wembley Arena του Λονδίνου στις 11 Μαρτίου. Ο Alexander περιγράφει τον έρανο ως «μια χαρούμενη εκδήλωση ενότητας» που στοχεύει να είναι «πολύ θετική» στην υποστήριξή της προς τις τρανς φιλανθρωπικές οργανώσεις.
Σε τελική ανάλυση, ο Olly Alexander βλέπει το ταξίδι του ως ένα συνεχές μάθημα ισορροπίας. Έχοντας απομακρυνθεί από την «άρνηση» που χαρακτήριζε τα πρώτα χρόνια της φήμης του, οδεύει πλέον προς μία ζωή πιο γειωμένη, όπου η ύπαρξη δεν ορίζεται από το χειροκρότημα, αλλά από τον σκοπό και την ουσία, έχοντας μάθει να επιβιώνει μέσα στη λάμψη, βρίσκοντας το φως μέσα του.
