Η Phoebe Bridgers κυκλοφόρησε το νέο της άλμπουμ «Lost Weekend», αφήνοντας πίσω της ένα μεγάλο διάστημα απουσίας από την προσωπική δισκογραφία της μετά το «Punisher». Μιλώντας ανοιχτά για τη βασανιστική διαδικασία της δημιουργίας, την αναβλητικότητα στο στούντιο και τις προσωπικές της ανασφάλειες, εξηγεί γιατί η επιστροφή της χρειάστηκε τόσο πολύ χρόνο.
Η επιστροφή της Phoebe Bridgers στη δισκογραφία με το άλμπουμ «Lost Weekend» τερματίζει μία πολυετή περίοδο αναμονής για το κοινό της ανεξάρτητης folk και rock σκηνής. Η 31χρονη καλλιτέχνιδα από το Λος Άντζελες επέλεξε να μιλήσει ανοιχτά για τις εσωτερικές πιέσεις και την επίπονη διαδρομή που προηγήθηκε της νέας δισκογραφικής δουλειάς της.
Από την εποχή που το «Punisher» του 2020 την τοποθέτησε στην πρώτη γραμμή της σύγχρονης τραγουδοποιίας, η Bridgers βρέθηκε αντιμέτωπη με τεράστιες προσδοκίες. Παρότι η περίοδος της απουσίας της περιλάμβανε διάφορες συνεργασίες, όπως και την παρουσία της στις boygenius, η ίδια χρειάστηκε να αναμετρηθεί με την απόσταση από την προσωπική της δημιουργία.
Σε μία πρόσφατη συνάντηση με θαυμαστές, η τραγουδίστρια περιέγραψε χωρίς περιστροφές την περίοδο της απομάκρυνσής της από τα φώτα της δημοσιότητας. «Εννοώ, δεν μου άρεσαν όλες οι πλευρές του να είμαι μακριά», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Η δημιουργική της διάθεση δεν ακολουθούσε ένα σταθερό πρόγραμμα, αλλά εκδηλωνόταν με απρόβλεπτες εξάρσεις και μεγάλες περιόδους σιωπής. Αυτή η αστάθεια μετέτρεψε την παραγωγή του δίσκου σε μία εξαιρετικά χρονοβόρα διαδικασία, γεμάτη αναβολές και δισταγμούς.
«Έκλεινα συνεχώς ώρες στο στούντιο και μετά το ανέβαλα… και έκλεινα ώρες στο στούντιο και το ανέβαλα, και το ανέβαλα… Ήθελα πραγματικά να φτιάχνω κάτι», εξήγησε η Bridgers.
«Έτσι, απλώς άρχισα να πηγαίνω και μετά έκανα διάλειμμα έξι μηνών και μετά ξαναπήγαινα. Οπότε αυτό το άλμπουμ πήρε μία αιωνιότητα. Κάτι που είναι υπέροχο!», πρόσθεσε η ίδια για τον ρυθμό της δουλειάς της.
Αυτή η ασταθής σχέση με τον χρόνο και τη δημιουργία έχει βαθύτερες ρίζες στις εμπειρίες των τελευταίων ετών, όταν η πανδημία ανέτρεψε πλήρως την καθημερινότητά της. Τότε, ο εγκλεισμός και ο φόβος είχαν μετατρέψει ακόμα και την πιο απλή έξοδο από το σπίτι σε μία δύσκολη δοκιμασία.
Μιλώντας στο BBC στα τέλη του 2020, η καλλιτέχνιδα είχε περιγράψει τις έντονες ανησυχίες που βίωνε στην πόλη της. «Νομίζω ότι οι καλύτερες μέρες ήταν όταν μπορούσα να βγω έξω, αλλά υπήρχαν μήνες όπου το να βγω έξω ήταν πολύ τρομακτικό», δήλωσε τότε.
«Ακόμα και τώρα, είναι το χειρότερο ποσοστό μολύνσεων που υπήρξε ποτέ στις ΗΠΑ και οι άνθρωποι εξακολουθούν να μην φορούν μάσκες – και ζω στο Λος Άντζελες, το οποίο υποτίθεται ότι είναι μία φιλελεύθερη φούσκα», είχε τονίσει.
Μέσα σε εκείνο το κλίμα απομόνωσης, η Bridgers προσπάθησε να επιβιώσει μέσα από καθημερινές τελετουργίες και πρακτικές συνήθειες. Η ανάγκη για έλεγχο εκφράστηκε μέσα από τη φροντίδα του προσωπικού της χώρου και την άσκηση σε εσωτερικό περιβάλλον.
«Αγόρασα έναν διάδρομο γυμναστικής για να μην χρειάζεται να βγαίνω από το σπίτι και άρχισα να κάνω το σπίτι μου άνετο και να στρώνω το κρεβάτι μου κάθε μέρα, κάτι στο οποίο δεν είμαι ιδιαίτερα καλή», παραδέχτηκε.
«Αυτή είναι η μόνη μου συμβουλή: αν ζεις μόνος, καθάρισε το σπίτι σου όπως κάνεις όταν πρόκειται να έρθει το άτομο που σου αρέσει», είχε σχολιάσει με το χαρακτηριστικό της χιούμορ.
Πέρα όμως από τις συνθήκες απομόνωσης, η διαδικασία της δημιουργίας που ακολουθεί η Bridgers συγκρούεται συχνά με μία βαθιά προσωπική ανασφάλεια απέναντι στην ίδια της την επιτυχία. Παρά την καθολική αποδοχή από κοινό και κριτικούς, η ίδια αισθάνεται συχνά ανεπαρκής μπροστά στο μέγεθος της αναγνώρισης.
«Δουλεύω πολύ σκληρά και έχω το σύνδρομο του απατεώνα», αποκάλυψε η τραγουδίστρια, συνοψίζοντας τη διαρκή εσωτερική της πάλη.
Αυτή η παραδοχή φωτίζει τους πραγματικούς λόγους πίσω από την αργή γέννηση του «Lost Weekend». Η πίεση να παραδώσει έναν δίσκο αντάξιο των προσδοκιών, σε συνδυασμό με την αμφιβολία για τις ικανότητές της, μετέτρεψε κάθε επίσκεψη στο στούντιο σε πεδίο ψυχολογικής αναμέτρησης.
Σε μία εποχή όπου η μουσική αγορά απαιτεί ασταμάτητη παρουσία και γρήγορες κυκλοφορίες, η Phoebe Bridgers επέλεξε να ακολουθήσει τον δικό της αργό ρυθμό. Το γεγονός ότι χρειάστηκε μεγάλα διαλείμματα έξι μηνών για να ξαναβρεί τη φωνή της αποδεικνύει πως η αυθεντική τραγουδοποιία δεν μπορεί να λειτουργήσει με όρους εργοστασιακής παραγωγής.
Το «Lost Weekend» αποτελεί την απόδειξη ότι η αναμονή και η αμφιβολία μπορούν να λειτουργήσουν ως απαραίτητα συστατικά για έναν ειλικρινή δίσκο. Η Bridgers δεν προσπαθεί να ωραιοποιήσει το άγχος της, αλλά το μετατρέπει σε καύσιμο, υπενθυμίζοντας ότι η τέχνη απαιτεί τον χρόνο της για να ωριμάσει ουσιαστικά.
