Η φυσική μουσική συνεχίζει να ενισχύεται στις Ηνωμένες Πολιτείες, όμως η μεγαλύτερη έκπληξη της χρονιάς έρχεται από τα CD. Σύμφωνα με τη νέα έκθεση της Luminate, οι πωλήσεις CD αυξήθηκαν κατά 16% σε σχέση με την αντίστοιχη περσινή περίοδο, ξεπερνώντας με μεγάλη διαφορά τον ρυθμό ανάπτυξης του βινυλίου. Η επιστροφή των BTS, η δυναμική της K-pop και η συλλεκτική αξία που αποκτούν πλέον οι φυσικές εκδόσεις φαίνεται ότι αλλάζουν ξανά τη συμπεριφορά των καταναλωτών, χωρίς ωστόσο να επιβραδύνεται η άνοδος του streaming.
Για περισσότερο από μία δεκαετία, το βινύλιο αποτελούσε το βασικό σημείο αναφοράς κάθε συζήτησης γύρω από την επιστροφή της φυσικής μουσικής. Τα νεότερα στοιχεία της Luminate, όμως, δείχνουν ότι ένα άλλο μέσο αναπαραγωγής αποκτά ξανά δυναμική και μάλιστα με πολύ ταχύτερο ρυθμό.
Σύμφωνα με τη νέα έκθεση της εταιρείας για την αγορά των Ηνωμένων Πολιτειών, οι πωλήσεις CD αυξήθηκαν κατά 16% το πρώτο εξάμηνο του έτους σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο της προηγούμενης χρονιάς.
Συνολικά διατέθηκαν 16,3 εκατομμύρια CD από τον Ιανουάριο έως και το τέλος Ιουνίου, μία επίδοση που δείχνει ότι το συγκεκριμένο μέσο αναπαραγωγής εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικό κοινό, παρά την κυριαρχία των υπηρεσιών streaming.
Το βινύλιο εξακολουθεί να βρίσκεται στην πρώτη θέση ως προς τον συνολικό αριθμό πωλήσεων φυσικών άλμπουμ, όμως η ανάπτυξή του ήταν σαφώς πιο περιορισμένη.
Οι πωλήσεις βινυλίου αυξήθηκαν κατά 2,4% σε ετήσια βάση και έφτασαν τα 21,8 εκατομμύρια άλμπουμ. Παράλληλα, οι πωλήσεις κασετών διαμορφώθηκαν περίπου στις 205.000 μονάδες.
Αν προστεθούν μαζί CD, βινύλια και κασέτες, οι συνολικές πωλήσεις φυσικών μουσικών προϊόντων ανήλθαν περίπου στα 38,2 εκατομμύρια αντίτυπα, παρουσιάζοντας αύξηση 7,8% σε σχέση με το πρώτο εξάμηνο της προηγούμενης χρονιάς.
Η εικόνα αυτή έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς έρχεται σε μία περίοδο όπου το streaming εξακολουθεί να αναπτύσσεται σταθερά. Η ενίσχυση των φυσικών πωλήσεων δεν προκύπτει εις βάρος των ψηφιακών ακροάσεων. Αντίθετα, τα δύο μοντέλα συνυπάρχουν.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες οι ακροάσεις μέσω streaming κατά παραγγελία αυξήθηκαν κατά 4,8%, φτάνοντας τις 732,7 δισεκατομμύρια. Σε παγκόσμιο επίπεδο η αύξηση ήταν ακόμη μεγαλύτερη, αγγίζοντας το 9,8%, με συνολικά 2,8 τρισεκατομμύρια αναπαραγωγές.
Η Luminate αποδίδει τη σημαντική άνοδο των CD σε έναν συνδυασμό παραγόντων. Σύμφωνα με την έκθεση, σημαντικό ρόλο έπαιξαν η δημιουργία προσωπικών συλλογών, η πιο προσιτή τιμή των CD σε σχέση με άλλα φυσικά μέσα αναπαραγωγής, αλλά και η ιδιαίτερα έντονη παρουσία της K-pop στην αγορά.
Ξεχωριστή αναφορά γίνεται στους BTS και στο άλμπουμ «ARIRANG», το οποίο αποτέλεσε μία από τις μεγαλύτερες εμπορικές επιτυχίες της χρονιάς.
Το άλμπουμ πούλησε 516.000 φυσικά αντίτυπα στις Ηνωμένες Πολιτείες κατά την πρώτη εβδομάδα διάθεσής του. Από το ποσό αυτό, τα 208.000 ήταν βινύλια, επίδοση που αποτελεί τη μεγαλύτερη εβδομαδιαία πώληση βινυλίου για συγκρότημα από τότε που η Luminate ξεκίνησε την ηλεκτρονική καταγραφή των πωλήσεων το 1991.
Η συμβολή της K-pop στην ενίσχυση των φυσικών πωλήσεων δεν περιορίζεται μόνο στη δημοτικότητα των καλλιτεχνών.
Οι εταιρείες του συγκεκριμένου μουσικού χώρου έχουν αναπτύξει εδώ και χρόνια μία διαφορετική φιλοσοφία διάθεσης των άλμπουμ. Ένας δίσκος κυκλοφορεί συχνά σε πολλές διαφορετικές εκδόσεις, καθεμία από τις οποίες περιλαμβάνει αποκλειστικές φωτογραφικές κάρτες, αφίσες, φωτογραφικά λευκώματα ή άλλα συλλεκτικά αντικείμενα.
Αυτό έχει ως αποτέλεσμα πολλοί θαυμαστές να αγοράζουν περισσότερα από ένα αντίτυπα του ίδιου άλμπουμ, με στόχο να ολοκληρώσουν τη συλλογή τους.
Παρ’ όλα αυτά, η ίδια η Luminate επισημαίνει ότι η άνοδος των CD δεν μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά στην K-pop.
Όταν αφαιρέθηκαν από τα στοιχεία όλες οι πωλήσεις που σχετίζονται με την K-pop, οι πωλήσεις CD στις Ηνωμένες Πολιτείες εξακολουθούσαν να παρουσιάζουν αύξηση 6,7% σε σύγκριση με το αντίστοιχο εξάμηνο της προηγούμενης χρονιάς.
Το στοιχείο αυτό δείχνει ότι η επιστροφή του CD έχει ευρύτερη βάση και αφορά διαφορετικά μουσικά είδη και κοινά.
Ένα ακόμη ενδιαφέρον συμπέρασμα της έκθεσης αφορά τον τρόπο με τον οποίο οι νεότερες ηλικίες αντιμετωπίζουν πλέον τα φυσικά μέσα. Πολλοί καταναλωτές της Generation Z και των millennials δεν αγοράζουν CD επειδή αποτελούν το βασικό μέσο ακρόασης της μουσικής τους.
Αντίθετα, τα αντιμετωπίζουν ως συλλεκτικά αντικείμενα ή ως προσιτά αναμνηστικά από έναν αγαπημένο καλλιτέχνη. Σύμφωνα με την Luminate, περίπου οι μισοί καταναλωτές από τις δύο αυτές γενιές που αγοράζουν CD δεν διαθέτουν καν συσκευή αναπαραγωγής CD.
Η παρατήρηση αυτή εξηγεί γιατί οι φυσικές εκδόσεις εξελίσσονται σταδιακά σε προϊόντα με μεγαλύτερη συναισθηματική και συλλεκτική αξία. Το εξώφυλλο, το φωτογραφικό υλικό, οι υπογραφές, οι ειδικές εκδόσεις και τα πρόσθετα αντικείμενα αποκτούν μεγαλύτερη σημασία από την ίδια τη λειτουργία του δίσκου ως μέσου αναπαραγωγής μουσικής.
Η εικόνα αυτή δεν περιορίζεται στις Ηνωμένες Πολιτείες. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, για παράδειγμα, το άλμπουμ «Kiss All The Time. Disco, Occasionally» του Harry Styles αναδείχθηκε μέχρι τα μέσα Απριλίου το βινύλιο με τις μεγαλύτερες πωλήσεις της χρονιάς, έχοντας διαθέσει 69.000 αντίτυπα.
Ακολούθησαν τα «The Art Of Loving» της Olivia Dean, «The Mountain» των Gorillaz, το φιλανθρωπικό άλμπουμ «Help(2)» για τη War Child και το διαχρονικό «Rumours» των Fleetwood Mac.
Στα singles σε βινύλιο, την πρώτη θέση κατέλαβε το «Where Is My Husband!» της RAYE, μπροστά από τα «The Fate Of Ophelia» και «Opalite» της Taylor Swift, καθώς και το «Rein Me In» των Sam Fender και Olivia Dean.
Παρά τη συνολική ανάπτυξη της αγοράς, η οικονομική πραγματικότητα για πολλούς μουσικούς παραμένει δύσκολη.
Η Ένωση Μουσικών του Ηνωμένου Βασιλείου εξακολουθεί να επισημαίνει ότι, σύμφωνα με την τελευταία Απογραφή Μουσικών, το μέσο ετήσιο εισόδημα από μουσική εργασία ανέρχεται στις 20.700 λίρες. Ταυτόχρονα, το 43% των επαγγελματιών μουσικών κερδίζει λιγότερες από 14.000 λίρες τον χρόνο αποκλειστικά από τη μουσική.
Τα στοιχεία αυτά υπογραμμίζουν ότι η ανάπτυξη της μουσικής αγοράς δεν σημαίνει απαραίτητα και ανάλογη βελτίωση των εισοδημάτων για όλους τους δημιουργούς και καλλιτέχνες. Την ίδια στιγμή, η επιστροφή του CD αποδεικνύει πως οι φυσικές εκδόσεις εξακολουθούν να έχουν ξεχωριστή θέση στη σχέση ανάμεσα στους καλλιτέχνες και το κοινό τους.
Για πολλούς ακροατές, ένα άλμπουμ έχει πλέον αξία όχι μόνο για τα τραγούδια που περιέχει, αλλά και ως αντικείμενο που διατηρεί μία προσωπική σύνδεση με τον καλλιτέχνη, σε μία εποχή όπου η μουσική ακούγεται κυρίως μέσα από μία οθόνη.
