Η δημόσια αντιπαράθεση γύρω από τον ρόλο των καλλιτεχνών στην πολιτική συνεχίζεται. Ο Jonathan Cain των Journey, γνωστός για τις συντηρητικές του θέσεις και τη μακροχρόνια στήριξή του στον Donald Trump, επέκρινε ανοιχτά τον Bruce Springsteen, υποστηρίζοντας ότι οι μουσικοί πρέπει να μένουν μακριά από την πολιτική. Οι δηλώσεις του έρχονται μετά τις πρόσφατες παρεμβάσεις του Bruce Springsteen κατά της κυβέρνησης Trump και αναζωπυρώνουν μία συζήτηση που συνοδεύει τη μουσική εδώ και δεκαετίες.
Ο Jonathan Cain άνοιξε ένα ακόμη κεφάλαιο στη δημόσια αντιπαράθεσή του με τον Bruce Springsteen, εκφράζοντας ανοιχτά την αντίθεσή του στις πολιτικές τοποθετήσεις του εμβληματικού τραγουδοποιού.
Ο keyboardist των Journey, ο οποίος έχει τοποθετηθεί επανειλημμένα υπέρ του Donald Trump, υποστήριξε ότι οι καλλιτέχνες θα έπρεπε να περιορίζονται στη μουσική τους και να αποφεύγουν τις δημόσιες πολιτικές παρεμβάσεις.
Μιλώντας στο «The Complete Disaster Network», ο Cain αναφέρθηκε αρχικά στη δική του πολιτική διαδρομή.
«Είμαστε ευλογημένοι που ζούμε εκεί όπου ζούμε. Και, προφανώς, είμαι συντηρητικός. Παλιά ήμουν Δημοκρατικός, αλλά δεν μπορούσα πλέον να συνεχίσω έτσι», είπε.
Στη συνέχεια εξήγησε ότι η προεδρία του Barack Obama ήταν, όπως υποστήριξε, το σημείο που τον οδήγησε να αλλάξει πολιτική κατεύθυνση.
«Σκέφτηκα ότι ίσως ο Obama, αλλά μετά είδα προς τα πού πήγαινε και είπα: “Εντάξει, αυτό δεν μπορούμε να το συνεχίσουμε άλλο”», ανέφερε.
Αμέσως μετά έστρεψε τα βέλη του προς τον Bruce Springsteen, χρησιμοποιώντας ιδιαίτερα αιχμηρή γλώσσα.
«Είμαι απόλυτα συντηρητικός. Και άνθρωποι όπως ο Bruce Springsteen πρέπει να σωπάσουν. Ειλικρινά, σώπα, Bruce. Ποιος είναι ο άλλος; Ο Robert De Niro. Ποιον νοιάζει, παιδιά; Αλήθεια; Κάντε την τέχνη σας», είπε.
Σε άλλο σημείο της συνέντευξης υποστήριξε ότι προσπαθεί να κρατά την πολιτική έξω από τη μουσική του: «Προσπαθώ να κρατώ την πολιτική έξω από τη μουσική μου», δήλωσε.
Ωστόσο, ο ίδιος αναγνώρισε ότι το πιο πρόσφατο τραγούδι του κινείται σε διαφορετική κατεύθυνση. «Τώρα κυκλοφορώ αυτό το πατριωτικό τραγούδι, το “The Winds of Freedom: A Salute To America”, γιατί είμαι απόλυτα πατριώτης», είπε.
Ο Jonathan Cain έχει εκφράσει πολλές φορές δημόσια τις πολιτικές του απόψεις, ενώ το 2025 παρουσίασε και τραγούδι αφιερωμένο στον συντηρητικό σχολιαστή Charlie Kirk μετά τη δολοφονία του. Είχε επίσης εμφανιστεί το 2022 στο Mar-a-Lago για τον Donald Trump, μία επιλογή που είχε προκαλέσει αντιδράσεις ακόμη και μέσα στους Journey, με τον Neil Schon να εκφράζει δημόσια τη διαφωνία του.
Παράλληλα, ο Cain είναι παντρεμένος με την Paula White-Cain, η οποία εργάζεται ως σύμβουλος του Donald Trump από το 2016 και υπήρξε σύμβουλος θρησκευτικών θεμάτων στον Λευκό Οίκο.
Στην ίδια συνέντευξη ο μουσικός επέκτεινε την κριτική του και γενικότερα προς τους διάσημους που εκφράζουν πολιτικές απόψεις.
«Οι άνθρωποι μου λένε: “Είσαι χριστιανός και συντηρητικός”. Και εγώ απαντώ: “Και λοιπόν;”. Δεν το κηρύττω πάνω στη σκηνή», είπε. «Απλώς δεν θεωρώ σωστό οι διάσημοι να μπαίνουν σε αυτό. Δίνει κακή εικόνα.»
Ο Jonathan Cain αναφέρθηκε ακόμη στον Paul McCartney, υποστηρίζοντας ότι οι συναυλίες μπορούν να λειτουργήσουν ως χώροι που ενώνουν ανθρώπους διαφορετικών πολιτικών πεποιθήσεων. Όπως είπε, το ίδιο συμβαίνει και στις εμφανίσεις των Journey, όταν το κοινό τραγουδά το «Don’t Stop Believin’».
Δεν σταμάτησε όμως εκεί. Επανήλθε στον Bruce Springsteen, χαρακτηρίζοντάς τον «έναν ενοχλητικό, πικραμένο ηλικιωμένο άνδρα», ενώ επέκρινε και το «Born In The U.S.A.», υποστηρίζοντας ότι οι στίχοι του αποτελούν προσβολή προς τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Ολοκληρώνοντας, αναφέρθηκε και στον Kid Rock, με τον οποίο μοιράζεται παρόμοιες πολιτικές θέσεις.
«Είμαστε δυο πατριώτες. Αγαπάμε τη σημαία μας και τη χώρα μας», είπε. Και πρόσθεσε: «Αν κάποιος έχει πρόβλημα μαζί μου, με την Αμερική και με τον Ιησού, ας έρθει.»
Ο Bruce Springsteen, κατά τη διάρκεια της νέας περιοδείας του στις Ηνωμένες Πολιτείες νωρίτερα φέτος, συνέχισε να ασκεί έντονη κριτική στην κυβέρνηση Trump από τη σκηνή.
Σε μία από τις εμφανίσεις του είχε χαρακτηρίσει τον Donald Trump και τους συμμάχους του «ένα καράβι γεμάτο ανόητους», ενώ εξήγησε πώς αντιλαμβάνεται ο ίδιος την έννοια του πατριωτισμού.
«Πιστεύω στον κριτικό πατριωτισμό. Πιστεύω ότι αυτός είναι ο ορισμός του πατριώτη. Αγαπάς τη χώρα σου τόσο πολύ, ώστε είσαι πρόθυμος να τη δεις καθαρά, να αναγνωρίσεις τα λάθη της, να την ενθαρρύνεις να γίνει καλύτερη και να κρατάς μέσα στην καρδιά σου τη χώρα που μπορεί να γίνει», είχε δηλώσει.
Ο Bruce Springsteen δεν άρχισε να μιλά για την πολιτική επειδή το επέβαλε η συγκυρία. Το κάνει εδώ και δεκαετίες. Όποιος έχει ακούσει πραγματικά τους δίσκους του γνωρίζει ότι τα τραγούδια του μιλούν για την εργατική τάξη, τις κοινωνικές ανισότητες, τον πόλεμο, την απογοήτευση, αλλά και την ελπίδα για μία καλύτερη χώρα. Αυτή είναι η ταυτότητά του ως τραγουδοποιού.
Γι’ αυτό και το επιχείρημα ότι πρέπει να «κάνει μόνο τη μουσική του» δύσκολα στέκει. Η μουσική του Springsteen ήταν πάντοτε πολιτική, ακόμη κι όταν δεν ανέφερε ονόματα ή κόμματα. Ζητήματα όπως η δημοκρατία, η δικαιοσύνη και η ευθύνη απέναντι στην κοινωνία βρίσκονται στον πυρήνα της δουλειάς του εδώ και περισσότερα από σαράντα χρόνια.
Κανείς δεν είναι υποχρεωμένος να συμφωνεί με τις απόψεις του. Το να ζητά, όμως, κάποιος από έναν καλλιτέχνη να σωπάσει επειδή οι θέσεις του ενοχλούν, μοιάζει περισσότερο με προσπάθεια περιορισμού του δημόσιου διαλόγου παρά με υπεράσπιση της μουσικής.
Ο Bruce Springsteen έχει κερδίσει το δικαίωμα να μιλά όπως ακριβώς το έχουν κερδίσει και όσοι διαφωνούν μαζί του. Και ίσως αυτό να είναι τελικά το πιο ουσιαστικό της υπόθεσης.
