Πώς η Rosalía εγκατέλειψε τα σύγχρονα πρότυπα για να αναζητήσει το θείο μέσα από 14 διαφορετικές γλώσσες και την απομόνωση ενός ολόκληρου έτους.
Η κυκλοφορία του τέταρτου προσωπικού δίσκου της Rosalía με τίτλο «Lux» τον περασμένο Νοέμβριο, δεν αποτέλεσε μία τυπική προσθήκη στη δισκογραφία της, αλλά την αποκρυστάλλωση μιας βαθιάς, σχεδόν ασκητικής διαδικασίας.
Η Ισπανίδα καλλιτέχνιδα, γνωστή για την ικανότητά της να αναδομεί την παράδοση μέσα από ένα σύγχρονο πρίσμα, αποκάλυψε τις λεπτομέρειες μιας εξαντλητικής έρευνας που διήρκεσε μήνες και επικεντρώθηκε στη μελέτη των βίων των Αγίων. Πρόκειται για ένα εγχείρημα που την οδήγησε στην απομόνωση για έναν ολόκληρο χρόνο, μακριά από τους θορύβους της δημοσιότητας, προκειμένου να βρει τη δική της σύνδεση με το υπερβατικό.
Η δημιουργία του «Lux» χαρακτηρίστηκε από μία σπάνια προσήλωση στη λεπτομέρεια και την αυθεντικότητα. Η Rosalía επέλεξε να πλαισιώσει τη φωνή της με τις ψαλμωδίες της Escolania de Montserrat, μιας από τις παλαιότερες και πιο ιστορικές παιδικές χορωδίες της Ευρώπης, προσδίδοντας στο άλμπουμ έναν ήχο που πατάει γερά στη μεσαιωνική κατάνυξη αλλά και στον σύγχρονο πειραματισμό.
Το γεγονός ότι επέλεξε να τραγουδήσει σε 14 διαφορετικές γλώσσες δεν ήταν μία επίδειξη πολυφωνίας, αλλά μία δομική ανάγκη για να αποδώσει σωστά τις ιστορίες που ήθελε να αφηγηθεί.
Από τα 18 κομμάτια που απαρτίζουν τον δίσκο, τα 15 είναι άμεσα εμπνευσμένα από τις ζωές γυναικών αγίων και μυστικιστριών. Αυτή η θεματική επιλογή υπαγόρευσε και τη γλωσσική ποικιλομορφία του άλμπουμ. Για παράδειγμα, στο τραγούδι «De Madrugá», η Rosalía επιδίωξε να διοχετεύσει το πνεύμα της Αγίας Όλγας του Κιέβου, επιλέγοντας να ερμηνεύσει τους στίχους στα ουκρανικά.
Με τον ίδιο τρόπο, το τραγούδι «Berghain», το οποίο αντλεί έμπνευση από την εμβληματική μορφή της Hildegard of Bingen, απαίτησε από την ίδια να τραγουδήσει στα γερμανικά, συνδέοντας τον μεσαιωνικό μυστικισμό με την ένταση του σύγχρονου ήχου.
Σε μία εξομολογητική συνέντευξη στο περιοδικό Vogue, η Rosalía ανέλυσε αυτή τη γοητεία που της ασκούν οι θρησκευτικές μορφές του παρελθόντος. «Τόσες πολλές από αυτές τις Αγίες ήταν μοναχές, και βρήκα πραγματικά εκπληκτικό το να μαθαίνω για τις ζωές τους, να μαθαίνω πώς εκφράζονταν», ανέφερε χαρακτηριστικά η καλλιτέχνιδα.
Η προσέγγισή της δεν είναι απλώς ιστορική, αλλά βαθιά υπαρξιακή, καθώς εστιάζει στον τρόπο με τον οποίο αυτές οι γυναίκες μετέτρεπαν την εσωτερική τους εμπειρία σε λόγο.
«Είχαν μία εμπειρία του Θεού και την εξηγούσαν με λέξεις. Απλώς μιλώντας. Ήταν ένας άλλος τρόπος γνώσης, έτσι δεν είναι; Ένας άλλος τρόπος κατανόησης του θείου», εξήγησε η Rosalía, αναδεικνύοντας τη σημασία της γλώσσας ως γέφυρας ανάμεσα στο ανθρώπινο και το ιερό. Αυτή η αναζήτηση την οδήγησε στο να αμφισβητήσει τα σύγχρονα δημιουργικά πρότυπα που ανακυκλώνονται συνεχώς γύρω από το εφήμερο.
Η ίδια παρατήρησε με μία δόση κριτικής σκέψης ότι η σύγχρονη καλλιτεχνική δημιουργία συχνά εγκλωβίζεται σε έναν κύκλο αυτοαναφορικότητας των διασήμων. «Και νιώθω ότι στις μέρες μας πολλοί άνθρωποι αναφέρονται σε διασημότητες, και οι διασημότητες αναφέρονται σε άλλες διασημότητες», δήλωσε με ειλικρίνεια.
Για την ίδια, η διέξοδος από αυτόν το καθρέφτισμα της ματαιοδοξίας βρέθηκε στην πνευματικότητα των περασμένων αιώνων: «Προτιμώ να αναφέρομαι σε αγίους».
Η οπτική ταυτότητα του «Lux» ακολουθεί την ίδια αυστηρή αλλά και υποβλητική γραμμή. Στο εξώφυλλο του άλμπουμ, η Rosalía φορά ένα κάλυμμα κεφαλής που παραπέμπει σε μοναχική ενδυμασία, σχεδιασμένο από τον οίκο Maison Margiela, σε συνδυασμό με ένα λευκό ένδυμα του Alainpaul που φέρνει στο νου την αισθητική ενός ζουρλομανδύα. Αυτή η αντίθεση ανάμεσα στην πνευματική καθαρότητα και τον σωματικό περιορισμό αποτελεί μία συνειδητή καλλιτεχνική επιλογή.
«Προσπαθούσα να βρω μία εικόνα που θα συμβόλιζε τη γυναικεία πνευματικότητα», εξήγησε η Rosalía μιλώντας για το εικαστικό κομμάτι της δουλειάς της. «Για εμένα, αυτή ήταν η εικόνα που μπορούσε να μεταφράσει πώς ακούγεται αυτό το άλμπουμ, περί τίνος πρόκειται, από πού τραγουδάω και την έμπνευση πίσω από αυτό».
Η επιλογή της να συνδέσει τη θρησκευτική ευλάβεια με μία αίσθηση ψυχολογικής έντασης αντικατοπτρίζει τη δυσκολία του να εκφράσει κανείς το ανείπωτο μέσα από την τέχνη.
Το «Lux» δεν αποτελεί μόνο ένα άλμπουμ, αλλά μία κατάθεση ψυχής που απαιτεί από τον ακροατή να σταματήσει και να αφουγκραστεί. Μέσα από την έρευνα των κειμένων των μυστικιστριών και την ενσωμάτωση τόσων γλωσσών, η Rosalía κατάφερε να δημιουργήσει ένα έργο που υπερβαίνει τα σύνορα της Ισπανίας και της τρέχουσας μουσικής βιομηχανίας. Είναι μία υπενθύμιση ότι η μουσική μπορεί ακόμα να αποτελεί ένα πεδίο βαθιάς γνώσης και σύνδεσης με κάτι μεγαλύτερο από τον εαυτό μας.
Κοιτάζοντας προς το μέλλον, η πορεία της Rosalía μετά το «Lux» φαίνεται να διαγράφεται μέσα από ένα μονοπάτι που αναζητά την ουσία πίσω από το φαίνεσθαι. Η επιτυχία της μπορεί να συνεχίζεται, όμως η ίδια δείχνει να ενδιαφέρεται περισσότερο για τον εσωτερικό αντίκτυπο των έργων της. Η μεταμόρφωσή της σε μία σύγχρονη μυστικίστρια της μουσικής είναι ίσως η πιο ενδιαφέρουσα εξέλιξη στην καριέρα της μέχρι σήμερα.
