Η Sienna Spiro μιλά για το πρώτο άλμπουμ της «Visitor», τη σημασία των ειλικρινών τραγουδιών, την αγάπη της για τον Frank Sinatra και την Twiggy, αλλά και τις προκλήσεις του να μεγαλώνεις μέσα στη μουσική βιομηχανία.
Η Sienna Spiro βρίσκεται μόλις στην αρχή της δισκογραφικής πορείας της, όμως η παρουσία της θυμίζει ήδη καλλιτέχνιδα με πολλά χρόνια εμπειρίας. Λίγες ημέρες μετά την κυκλοφορία του πρώτου ολοκληρωμένου άλμπουμ της, «Visitor», στις 3 Ιουλίου, η 20χρονη τραγουδίστρια από το Λονδίνο παραχώρησε μία εκτενή συνέντευξη στο Variety, μιλώντας για την προσωπική της εξέλιξη, τις μουσικές επιρροές της και την ανάγκη να γράφει χωρίς φίλτρα.
Με τη χαρακτηριστική κόμμωση που παραπέμπει στη δεκαετία του ’60 και μία φωνή που δύσκολα συνδέεται με την ηλικία της, η Spiro θεωρείται ήδη μία από τις πιο ελπιδοφόρες νέες παρουσίες της διεθνούς pop. Παρότι το «Visitor» αποτελεί το πρώτο της άλμπουμ, πολλοί θεωρούν σχεδόν δεδομένη μία υποψηφιότητα στην κατηγορία του Καλύτερου Νέου Καλλιτέχνη στα επόμενα Grammy.
Η ίδια, ωστόσο, αντιμετωπίζει αυτή την προοπτική με ειλικρινή έκπληξη. Όταν ο δημοσιογράφος τής επισήμανε ότι αρκετοί τη βλέπουν ήδη ως πρόσωπο με επιρροή στη σύγχρονη pop, η αντίδρασή της ήταν αυθόρμητη.
«Αλήθεια;» αναρωτήθηκε, δείχνοντας να δυσκολεύεται να πιστέψει ότι βρίσκεται ήδη σε αυτή τη θέση.
Η πορεία της μέχρι σήμερα εξηγεί γιατί το ενδιαφέρον γύρω από το όνομά της έχει αυξηθεί τόσο γρήγορα. Πριν ακόμη κυκλοφορήσει το άλμπουμ, είχε προηγηθεί μία σειρά από επιτυχημένα singles, με κορυφαίο το «Die on This Hill», το οποίο μπήκε στο Top 20 στις Ηνωμένες Πολιτείες και στο Top 10 του Ηνωμένου Βασιλείου.
Οι πρώτες μεγάλες εμφανίσεις ακολούθησαν σύντομα. Η συναυλία της στο Troubadour του Λος Άντζελες τον περασμένο Μάρτιο αποτέλεσε σημείο αναφοράς για την ανοδική πορεία της, ενώ η περιοδεία της σε μεγαλύτερους χώρους της Βόρειας Αμερικής, που έχει προγραμματιστεί για τον Οκτώβριο, έγινε αμέσως sold out, παρότι το άλμπουμ δεν είχε ακόμη κυκλοφορήσει. Η αυξημένη ζήτηση οδήγησε και σε ιδιαίτερα υψηλές τιμές μεταπώλησης των εισιτηρίων, ένδειξη ότι το κοινό της μεγαλώνει με γρήγορους ρυθμούς.
Ένα ακόμη στοιχείο που αποτυπώνει τη δυναμική της είναι η παρουσία των τραγουδιών της σε τηλεοπτικούς διαγωνισμούς τραγουδιού. Όλο και περισσότεροι νεαροί διαγωνιζόμενοι επιλέγουν να ερμηνεύσουν δικές της συνθέσεις στις οντισιόν τους.
Σε επεισόδιο του «American Idol» την άνοιξη, μία από τις διαγωνιζόμενες τραγούδησε το «Maybe», με τον Luke Bryan να αποκαλύπτει ότι οι κριτές είχαν ήδη ακούσει αρκετές ακόμη προσπάθειες πάνω στο ίδιο τραγούδι.
Όταν ενημερώθηκε γι’ αυτό, η Spiro δεν έκρυψε τον ενθουσιασμό της. «Κάθε φορά που ακούω ότι κάποιος τραγουδά ένα δικό μου κομμάτι, μου φαίνεται απίστευτο», δήλωσε.
«Όταν ήμουν μικρότερη, εγώ και η μικρή μου αδελφή παριστάναμε ότι συμμετείχαμε στο “Britain’s Got Talent” (Βρετανία Έχεις Ταλέντο) μέσα στο υπνοδωμάτιο της μητέρας μου», θυμήθηκε χαρακτηριστικά.
Παρότι η ίδια δεν χρειάστηκε ποτέ να περάσει από κάποιο τηλεοπτικό talent show, δηλώνει ότι νιώθει ιδιαίτερη χαρά βλέποντας νεότερους τραγουδιστές να επιλέγουν τα τραγούδια της. Η μουσική της ταυτότητα συνδέεται συχνά με την Adele, κυρίως λόγω της χαρακτηριστικής βραχνής φωνής της. Ωστόσο, οι δικές της αναφορές βρίσκονται αρκετά πιο πίσω στον χρόνο. Η ίδια μιλά συχνά με θαυμασμό για τον Frank Sinatra και ειδικότερα για το άλμπουμ «In the Wee Small Hours» του 1955.
«Ένας από τους λόγους που υπέγραψα στην Capitol ήταν επειδή ήθελα το λογότυπό της να υπάρχει πάνω στο βινύλιό μου, όπως ακριβώς στους δίσκους του Frank Sinatra», αποκάλυψε.
Η σχέση της με τη δεκαετία του ’60 ξεκινά από το οικογενειακό της περιβάλλον. Ο πατέρας της, μεγαλωμένος εκείνη την εποχή, της μετέδωσε την αγάπη του για τη μουσική και τον κινηματογράφο εκείνων των χρόνων.
Αργότερα, η ίδια επέλεξε να ενσωματώσει αυτή την αισθητική και στην εικόνα της, υιοθετώντας τη χαρακτηριστική κόμμωση, τα μίνι φορέματα και το στιλ που παραπέμπει στο Swinging London. Μεταξύ των μεγαλύτερων επιρροών της βρίσκεται και η Twiggy. «Με ελκύει πολύ η δεκαετία του ’60», παραδέχθηκε.
«Λάτρευα τα εξώφυλλα των περιοδικών της και ο τρόπος που έδειχναν τα μάτια της μου φαινόταν συναρπαστικός. Όταν προσπαθούσα να ανακαλύψω την ταυτότητά μου μεγαλώνοντας, τη θαύμαζα τόσο πολύ ώστε θέλησα να δοκιμάσω κι εγώ αυτό το στιλ», εξήγησε.
Η εξωτερική της εικόνα αποτελεί και μέρος μιας προσωπικής διαδρομής αυτοαποδοχής. Η ίδια αποκάλυψε ότι πέρασε μεγάλο μέρος της εφηβείας της νιώθοντας ανασφάλεια για το σώμα της.
«Μεγάλωσα έχοντας πολλές ανασφάλειες. Ήμουν πιο γεμάτη από τους περισσότερους συνομηλίκους μου και από τα μέλη της οικογένειάς μου, οπότε πάντα δυσκολευόμουν με το πώς ντυνόμουν», εξομολογήθηκε.
Θυμάται ακόμη ότι, όταν ξεκίνησε να κυκλοφορεί μουσική, απέφευγε να δείχνει το σώμα της. «Φορούσα πολύ φαρδιά ρούχα γιατί δεν ήθελα να μπορεί κανείς να σχολιάσει την εμφάνισή μου», σημείωσε.
Με τα χρόνια, όμως, αυτό άλλαξε. «Όταν δοκίμασα για πρώτη φορά αυτό το χτένισμα, ένιωσα ότι έβλεπα μία πιο εξελιγμένη εκδοχή του εαυτού μου», τόνισε.
Παρότι η εικόνα της παραπέμπει σε άλλη εποχή, οι στίχοι της είναι βαθιά προσωπικοί και απόλυτα σύγχρονοι. «Δεν έχω κανένα φίλτρο. Αυτό είναι και καλό και δύσκολο. Δεν έχω άλλη επιλογή από το να γράφω με ειλικρίνεια και να παρουσιάζω τον πραγματικό μου εαυτό», προσέθεσε.
Η ίδια περιγράφει με αφοπλιστική απλότητα την καθημερινότητά της. «Είμαι απλώς μία 20χρονη. Κάποιες μέρες ξυπνάω έχοντας περίοδο και πρέπει να ανέβω στη σκηνή», ανέφερε.
Παραδέχεται πάντως ότι η σκηνική της εικόνα λειτουργεί και ως ένας τρόπος να αποκτά αυτοπεποίθηση: «Το διαφορετικό χτένισμα ή οι μπότες που φοράω με βοηθούν να μπω σε έναν ρόλο και να κρατήσω μία μικρή απόσταση από τα συναισθήματα που είχα όταν έγραφα αυτά τα τραγούδια.»
Στην καθημερινότητά της, ωστόσο, η εικόνα αυτή εξαφανίζεται. «Δεν θα φορούσα ποτέ ψηλοτάκουνα στην καθημερινή μου ζωή», συμπλήρωσε.
Η χαρακτηριστική χροιά της φωνής της οφείλεται επίσης σε ένα ιδιαίτερο ιατρικό χαρακτηριστικό. Η Spiro έχει οζίδια φωνητικές χορδές, κάτι που, όπως εξηγεί, γνώρισε επίσημα μόλις πριν από δύο χρόνια, αν και η βραχνάδα υπήρχε από πολύ μικρή ηλικία: «Πιθανότατα τα είχα από παιδί», εκτίμησε.
Παρότι πολλοί θα ζήλευαν αυτή τη μοναδική χροιά, η ίδια γνωρίζει καλά και τη δύσκολη πλευρά της: «Είναι ταυτόχρονα ευλογία και κατάρα. Λατρεύω την υφή που δίνουν στη φωνή μου και κάποιες φορές δεν με αφήνουν να κάνω ορισμένα πράγματα, κάτι που τελικά ακούγεται όμορφα», εξήγησε.
Η κατάσταση, όμως, είχε σοβαρές συνέπειες: «Παραλίγο να χάσω εντελώς τη φωνή μου. Για σχεδόν έναν χρόνο μιλούσα ελάχιστα. Ήταν μία πολύ δύσκολη και μοναχική περίοδος», εξομολογήθηκε.
Καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξή της έπαιξε και ο βασικός παραγωγός του άλμπουμ, Omer Fedi. Όπως εξηγεί, εκείνος τη βοήθησε να καταλάβει ότι η μεγαλύτερη δύναμη μιας ερμηνείας βρίσκεται στην πρόθεση και όχι στις υπερβολές. «Μου έμαθε την αξία της πρόθεσης», τόνισε.
Επίσης, θυμάται ότι στην αρχή προσπαθούσε συνεχώς να εντυπωσιάσει με τη φωνή της. «Έκανα κάθε γύρισμα, κάθε πέρασμα και κάθε δυνατό σημείο που μπορούσα», παραδέχθηκε.
Η αλλαγή ήρθε όταν συνειδητοποίησε ότι η συγκίνηση γεννιέται συχνά μέσα από την απλότητα. «Ο τρόπος που τραγουδά ο Frank Sinatra μοιάζει με ζωγράφο», σχολίασε.
Ανάμεσα στις μεγαλύτερες επιρροές της ξεχωρίζει και τη Roberta Flack, ιδιαίτερα για την ερμηνεία της στο «Will You Love Me Tomorrow». «Ο τρόπος που προσεγγίζει κάθε στίχο έχει τόση φροντίδα. Το όνειρό μου είναι κάποια μέρα να μπορώ να τραγουδήσω έτσι», δήλωσε.
Το «Visitor» περιστρέφεται γύρω από μία έννοια που επανέρχεται διαρκώς: την παροδικότητα. Η Spiro παραδέχεται ότι αυτή η σκέψη την απασχολεί έντονα, κάτι που συνδέει και με το γεγονός ότι είναι νευροδιαφορετική.
«Έχω νευροδιαφορετικότητα και αυτό με κάνει να αναλύω υπερβολικά τα πάντα.Αν νιώσω κάτι, μπορώ να περάσω ώρες, ημέρες, εβδομάδες ή και χρόνια προσπαθώντας να καταλάβω γιατί το νιώθω», εξήγησε.
Το ομότιτλο τραγούδι του άλμπουμ χρειάστηκε εννέα διαφορετικές εκδοχές μέχρι να ολοκληρωθεί.«Προσπαθούσα για χρόνια να καταλάβω γιατί αισθάνομαι έτσι», σημείωσε.
Στην ίδια αναζήτηση συνδέει τις παιδικές εμπειρίες, τους χωρισμούς, τις φιλίες που χάνονται και τον θάνατο του παππού της. «Είμαστε όλοι επισκέπτες στη ζωή, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Ολόκληρο αυτό το άλμπουμ είναι η προσπάθειά μου να συμφιλιωθώ με αυτή την ιδέα», εξομολογήθηκε.
Μέσα σε αυτές τις υπαρξιακές αναζητήσεις, η Spiro βρίσκει ιδιαίτερη αξία στα φυσικά μέσα ακρόασης μουσικής. Η ίδια δηλώνει ότι ανησυχεί για τη σταδιακή εξαφάνιση των έντυπων περιοδικών και γενικότερα των φυσικών μορφών πολιτισμού.
Το τραγούδι «Material Lover», που ηχογράφησε για το soundtrack της ταινίας «Devil Wears Prada 2», γεννήθηκε ακριβώς από αυτή τη σκέψη.
«Με άγγιξε πολύ η ιδέα ότι τα περιοδικά σταματούν να τυπώνονται καθώς όλα γίνονται ψηφιακά. Είμαι 20 ετών και αυτό είναι κάτι που χαρακτηρίζει έντονα τη γενιά μου. Δεν μου αρέσει καθόλου, ειδικά όταν βλέπω να συμβαίνει και στη μουσική», τόνισε.
Για την ίδια, το βινύλιο παραμένει κάτι πολύ περισσότερο από ένα συλλεκτικό αντικείμενο.
«Το να κρατάς τη μουσική σου στα χέρια σου είναι ένα απίστευτο συναίσθημα. Η μουσική γεννιέται μέσα στο μυαλό σου και πολλές φορές ούτε εσύ καταλαβαίνεις πώς δημιουργήθηκε. Όταν όμως τη βλέπεις σε φυσική μορφή, τότε αποκτά πραγματική υπόσταση», υπογράμμισε.
Λίγο πριν ολοκληρωθεί η συνέντευξη, η συζήτηση επέστρεψε στην ηλικία της και στις δυσκολίες που συνοδεύουν τα πρώτα χρόνια μιας τόσο γρήγορης καριέρας.
«Το να είσαι 20 ετών είναι δύσκολο. Τελεία», είπε γελώντας. «Όλοι δυσκολεύονται. Στη μουσική βιομηχανία υπάρχει η αίσθηση ότι είναι καλό να είσαι πολύ νέος. Ταυτόχρονα όμως βρίσκεσαι σε καταστάσεις που απαιτούν ωριμότητα. Πρέπει να παίρνεις σημαντικές αποφάσεις για τη ζωή σου και να συνεργάζεσαι με ανθρώπους που έχουν τα διπλάσια χρόνια από εσένα», εξήγησε.
«Προσπαθείς να παραμείνεις νέος, να ζήσεις εμπειρίες ώστε να συνεχίσεις να γράφεις τραγούδια και να εξελίσσεσαι ως άνθρωπος, ενώ ταυτόχρονα φροντίζεις να προστατεύσεις τον εαυτό σου μέσα σε όλα αυτά. Υπάρχει μία ισορροπία που πρέπει να βρεις. Εγώ πάντως δεν την έχω βρει ακόμη. Αυτή είναι η δική μου εμπειρία με την ηλικία μου», κατέληξε.
Σε μία περίοδο όπου η μουσική βιομηχανία αναζητά διαρκώς το επόμενο μεγάλο όνομα, η Sienna Spiro μοιάζει να χτίζει την πορεία της με διαφορετικούς όρους. Συνδυάζει τη φρεσκάδα της ηλικίας της με επιρροές που ανήκουν σε άλλες δεκαετίες και μετατρέπει τις προσωπικές της αμφιβολίες σε τραγούδια που αποκτούν ευρύτερη απήχηση.
Το «Visitor» λειτουργεί ως η πρώτη ολοκληρωμένη παρουσίασή της, αλλά αφήνει την αίσθηση ότι η πιο ενδιαφέρουσα συνέχεια βρίσκεται ακόμη μπροστά της.
