Με λιγότερα στολίδια, περισσότερο fuzz και τον Rivers Cuomo σε σπάνια αυτοκριτική φόρμα, το «The Gold Album» βρίσκει τους Weezer να κοιτούν πίσω μόνο και μόνο για να αποδείξουν ότι έχουν ακόμη πολλά να πουν.
Η δισκογραφική πορεία των Weezer μοιάζει συχνά με ένα διαρκές, σχεδόν ψυχαναγκαστικό παιχνίδι μεταμφιέσεων και αναπάντεχων στυλιστικών ελιγμών. Τα τελευταία χρόνια τούς είδαμε να υποδύονται τους σκοτεινούς Beach Boys στο «Pacific Daydream», να διασκευάζουν ραδιοφωνικά σουξέ στο «The Teal Album», να πειραματίζονται με ορχηστρικές ευαισθησίες στο «OK Human» και να αποτίουν φόρο τιμής στο glam metal των eighties με το «Van Weezer».
Φτάνοντας αισίως στον εικοστό δίσκο τους, ο οποίος φέρει ουσιαστικά το όνομα του συγκροτήματος αλλά έγινε ήδη ευρέως γνωστός ως «The Gold Album», καταφεύγουν στο πιο αναπάντεχο concept της καριέρας τους: να ακουστούν ξανά όπως στα ένδοξα νιάτα τους. Το τελικό αποτέλεσμα λειτουργεί σαν ένας χαμένος συνδετικός κρίκος του 1995, που ενώνει τον καθαρόαιμο alternative ενθουσιασμό του «The Blue Album» με το σκοτεινό, εξομολογητικό μεγαλείο του «Pinkerton».
«Υπάρχει κάτι το μοναδικό στα πρώτα σου τραγούδια», παραδέχεται με αφοπλιστική ειλικρίνεια και μία δόση αυτοσαρκασμού ο Rivers Cuomo στην έναρξη του «C.E.O.».
Αυτή η απλή ατάκα συμπυκνώνει ολόκληρη τη φιλοσοφία μιας δουλειάς που κοιτάζει κατάματα το παρελθόν χωρίς ίχνος παρελθοντολαγνείας. Οι κιθάρες ανασαίνουν ξανά ελεύθερα, παρασύροντας το γκρουπ σε μία από τις πιο εμπνευσμένες και απολαυστικές στιγμές των τελευταίων δεκαετιών.
«Λιγότερη φλυαρία, περισσότερο rock», δήλωσε το συγκρότημα περιγράφοντας τη διαδικασία που ακολούθησε στις ηχογραφήσεις. Αυτή η στροφή στην ουσία γίνεται άμεσα αισθητή στο εναρκτήριο «Say Yes», το οποίο δανείζεται τον τίτλο του από ένα κλασικό τραγούδι του Elliott Smith αλλά βαδίζει σε εντελώς δικά του ηχητικά μονοπάτια.
«Όλοι εδώ μέσα θα με κάνουν να νιώσω τόση ανασφάλεια, οπότε το μόνο που σκέφτομαι είναι πώς θα πληρωθώ», τραγουδά ο Cuomo εκφράζοντας έναν γνώριμο, πικρόχολο κυνισμό.
Το υπόλοιπο γκρουπ σιγοντάρει αυτή την υπαρξιακή παράνοια με ένα βαρύ, δυσοίωνο τέμπο που χτίζει μία υποβλητική εσωτερική ένταση. Όταν όμως το κομμάτι φτάνει στο ρεφρέν, ακολουθεί μία από εκείνες τις εκρηκτικές μελωδίες που έκαναν το «Buddy Holly» και το «The Good Life» αθάνατα alt-rock διαμάντια.
Σε μεγάλο βαθμό, αυτή η ανανεωτική ορμή οφείλεται στην καθοριστική παρουσία του παραγωγού Kenny Beats στην κονσόλα του ήχου. Ο Beats, γνωστός από τις τολμηρές δουλειές του με ονόματα όπως οι Vince Staples, Rico Nasty και Geese, απαλλάσσει το συγκρότημα από κάθε ίχνος περιττού ιλουστρασιόν. Αντί για μία υπεργυαλισμένη pop παραγωγή, εδώ οι κιθάρες αποκτούν έναν τραχύ, σκονισμένο όγκο που συγγενεύει περισσότερο με την desert rock παρά με την τυπική ραδιοφωνική power-pop.
Κομμάτια όπως το «Don’t Make It Weird» και το «Shine Again» αποδεικνύουν πως οι Weezer δεν έχασαν ποτέ το χάρισμα να μετατρέπουν τα βαριά riff σε αξιομνημόνευτα hook. Η άμεση μετάβαση από το γρέζι των ενισχυτών στις φωτεινές ερμηνείες λειτουργεί με έναν τρόπο που σε γραπώνει κατευθείαν από το πρώτο δευτερόλεπτο. Εδώ δεν υπάρχουν στουντιακά τεχνάσματα, παρά μόνο η καθαρή ενέργεια τεσσάρων μουσικών που ιδρώνουν παίζοντας μαζί στο ίδιο δωμάτιο.
Στο εξαιρετικό «We Might as Well Be Strangers», ο Cuomo τολμά να ομοιοκαταληκτήσει τον Νίτσε με την ανάγκη για ανθρώπινη συντροφικότητα μέσα σε ένα παραμορφωμένο κιθαριστικό τείχος. Στο πλευρό του λάμπει η Karly Hartzman των Wednesday, υπενθυμίζοντας πως η σύγχρονη indie rock εξακολουθεί να τρέφεται από τις ιδέες που κληροδότησαν οι Weezer στη νέα γενιά.
Πέρα από τον ηχητικό πλούτο, ο δίσκος κερδίζει το στοίχημα χάρη στους στίχους του, οι οποίοι καταγράφουν με ανατριχιαστική ακρίβεια την υπαρξιακή κόπωση και τις ανασφάλειες της μέσης ηλικίας. Ο Cuomo δεν παριστάνει τον αιώνιο έφηβο, αλλά μετατρέπει τα μικρά καθημερινά αδιέξοδα του σύγχρονου ανθρώπου σε πνευματώδη punk ξεσπάσματα.
«Αγόρασα μία φρυγανιέρα μόνο για να ψήσω ψωμί, αλλά πρώτα έπρεπε να σκανάρω έναν κωδικό QR», διαμαρτύρεται με καυστικό ύφος ο Cuomo στο «Hoops». Είναι ακριβώς αυτό το πικρόχολο χιούμορ απέναντι στην παράνοια της ψηφιακής εποχής που κάνει τους στίχους του να χτυπούν κατευθείαν στο κέντρο της πραγματικότητας.
«Γιατί έκοψαν όλα τα δέντρα μόνο και μόνο για να σηκώσουν ένα άθλιο συγκρότημα κατοικιών;», αναρωτιέται ο Cuomo στο εκρηκτικό «Nowhere». Με αυτό το κομμάτι, το συγκρότημα καταφέρνει να συγχωνεύσει την οικολογική διαμαρτυρία του «Big Yellow Taxi» της Joni Mitchell με το βαρύ, λασπωμένο groove και τα fuzz των Kyuss.
Στην καρδιά του άλμπουμ δεσπόζει η διαρκής αναμέτρηση του συγκροτήματος με τη μουσική βιομηχανία και τη φθορά των χρόνων.
Το «C.E.O.» αποτυπώνει την αγωνία ενός καλλιτέχνη που ξεκίνησε παίζοντας κιθάρα στο εφηβικό του δωμάτιο και κατέληξε διαχειριστής μιας επικερδούς επιχείρησης που οφείλει να πληρώνει υποχρεώσεις και λογαριασμούς. Η ειλικρίνεια με την οποία προσεγγίζεται αυτή η σύγκρουση προσδίδει στο κομμάτι μία σπάνια, σχεδόν συγκινητική βαρύτητα.
Το φινάλε ανήκει δικαιωματικά στο «The L.A. Sound», ένα νοσταλγικό κομμάτι που υπογράφει ο κιθαρίστας Brian Bell και ανακαλεί τα πρώτα, αθώα χρόνια της μπάντας στον δρόμο. Μέσα από τους στίχους ξαναζούν οι ατελείωτες νυχτερινές διαδρομές με το βανάκι και οι εξαντλητικές εμφανίσεις σε παρακμιακά κλαμπ για μία χούφτα θεατές. Πρόκειται για έναν τρυφερό απολογισμό που αποτυπώνει με κινηματογραφική ζωντάνια το ρομαντικό ξεκίνημα κάθε ροκ σχήματος.
«Ήρθαμε για να σας πάρουμε τα μυαλά, θα βάλουμε φωτιά σε αυτό το μέρος», τραγουδά η μπάντα με μία αφοπλιστική νεανική ορμή που παρασύρει τα πάντα στο πέρασμά της.
Οι Weezer συνεχίζουν να τιμούν τις κιθαριστικές τους ρίζες με γνήσια αγάπη και αυτοσαρκασμό, ακριβώς όπως έκαναν από την εποχή του «In the Garage» πίσω στο μακρινό 1994. Όπως αποδεικνύει περίτρανα το «The Gold Album», όταν αποφασίζουν να είναι απλώς ο εαυτός τους, παραμένουν πραγματικά ασυναγώνιστοι.
