Το εφετείο απέρριψε τα επιχειρήματα του R. Kelly ότι τα στοιχεία της δίκης του ήταν ανεπαρκή, τέσσερις ένορκοι ήταν προκατειλημμένοι και ο δικαστής έκανε εσφαλμένες αποφάσεις.
Ομοσπονδιακό εφετείο των Ηνωμένων Πολιτειών επικύρωσε την Τετάρτη 12 Φεβρουαρίου την καταδίκη του R. Kelly για σεξουαλική εμπορία ανθρώπων, καθώς και την ποινή φυλάκισης 30 ετών, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι ο τραγουδιστής εκμεταλλεύτηκε τη φήμη του επί 25 και πλέον έτη προκειμένου να κακοποιήσει σεξουαλικά κορίτσια και νεαρές γυναίκες.
Η απόφαση εκδόθηκε από το 2ο Περιφερειακό Εφετείο των ΗΠΑ στο Μανχάταν της Νέας Υόρκης, μετά από ακροαματική διαδικασία που έλαβε χώρα τον Μάρτιο του 2024.
Ο βραβευμένος με Grammy και πολυπλατινένιος R&B καλλιτέχνης R. Kelly είχε καταδικαστεί το 2021 σε ομοσπονδιακό δικαστήριο του Μπρούκλιν για σωρεία κατηγοριών, συμπεριλαμβανομένων της διάπραξης οργανωμένου εγκλήματος και της σεξουαλικής εμπορίας ανθρώπων.
Η συνήγορος του R. Kelly, Jennifer Bonjean, δήλωσε ότι θεωρεί πως το Ανώτατο Δικαστήριο θα δεχθεί να εξετάσει την έφεση.
Επίσης, χαρακτήρισε «πρωτοφανή» την απόφαση του 2ου Εφετείου, υποστηρίζοντας ότι παρέχει στους εισαγγελείς απεριόριστη διακριτική ευχέρεια να εφαρμόζουν τη νομοθεσία περί οργανωμένου εγκλήματος «σε καταστάσεις που απέχουν παρασάγγας» από τον σκοπό του νόμου.
Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε πέρυσι την έφεση κατά της ποινής φυλάκισης 20 ετών που είχε επιβληθεί στον R. Kelly, κατόπιν της καταδίκης του το 2022 για κατηγορίες παιδικής σεξουαλικής κακοποίησης στο Σικάγο, συμπεριλαμβανομένης της παραγωγής εικόνων παιδικής σεξουαλικής κακοποίησης.
Το 2ο Εφετείο απέρριψε τους ισχυρισμούς του R. Kelly περί ανεπάρκειας των αποδεικτικών στοιχείων, αμφισβητήσιμης συνταγματικότητας ορισμένων πολιτειακών νόμων που χρησιμοποιήθηκαν εναντίον του, μεροληψίας τεσσάρων ενόρκων, λανθασμένων αποφάσεων του δικαστή, και ακατάλληλης εφαρμογής της κατηγορίας περί εκβιασμού, η οποία συνήθως αφορά υποθέσεις οργανωμένου εγκλήματος.
«Με την αρωγή ενός δικτύου μάνατζερ, βοηθών και λοιπού προσωπικού επί 25 και πλέον έτη, ο Kelly εκμεταλλεύτηκε τη φήμη του για να αποπλανήσει κορίτσια και γυναίκες», ανέφερε το εφετείο, επισημαίνοντας ότι μέλη της συνοδείας του τον διευκόλυναν στις επαφές του με ανήλικα κορίτσια.
«Από τα αποδεικτικά στοιχεία προέκυψε ότι τις απομόνωνε από φίλους και οικογένεια, έλεγχε σχεδόν κάθε πτυχή της ζωής τους και τις κακοποιούσε λεκτικά, σωματικά και σεξουαλικά», τόνισε η τριμελής σύνθεση του δικαστηρίου.
Το εφετείο έκρινε ότι δεν ήταν «ούτε αυθαίρετο ούτε παράλογο» που επετράπη σε αρκετές καταγγέλλουσες να καταθέσουν ότι ο R. Kelly τις κόλλησε έρπητα, χωρίς να τους αποκαλύψει ότι έπασχε από σεξουαλικώς μεταδιδόμενο νόσημα.
Επίσης, το εφετείο έκρινε ότι δεν ήταν ούτε αδικαιολόγητα επιζήμιο ούτε σωρευτικό το γεγονός ότι επετράπη η κατάθεση επτά μαρτύρων, οι οποίες δεν ήταν ενήλικες όταν ξεκίνησε η κακοποίησή τους από τον Kelly.
«Καμία από τις καταθέσεις δεν ήταν πιο επιβαρυντική από τις ίδιες τις πράξεις για τις οποίες κατηγορείται», σημείωσε το εφετείο.
Το 2ο Εφετείο δήλωσε επίσης ότι δεν ήταν αδικαιολόγητα επιζήμια η απόφαση του δικαστή να επιτρέψει στους ενόρκους να δουν σκληρά βίντεο.
Τα βίντεο, σύμφωνα με το εφετείο, «προσεκομίσθησαν ορθά, προκειμένου να καταδειχθούν τα μέσα και οι μέθοδοι της εγκληματικής οργάνωσης, συμπεριλαμβανομένου του βαθμού ελέγχου και κυριαρχίας του Kelly επί των θυμάτων του».
Η Jennifer Bonjean, στη δήλωσή της, αναφέρθηκε και σε μερική διαφωνία του δικαστή του 2ου Εφετείου, Richard J. Sullivan, ο οποίος, αν και συμφώνησε με την, κατά τα λεγόμενά του, «εξαίρετη γνώμη» της πλειοψηφίας, διαφώνησε ως προς την επιδικασθείσα αποζημίωση σε ένα από τα θύματα για τη δια βίου προμήθεια φαρμάκων για τον έρπητα.
Η αποζημίωση υπολογίστηκε με βάση το κόστος του επώνυμου φαρμάκου, ενώ υπάρχει διαθέσιμο και γενόσημο.
«Δεν επρόκειτο για αποζημίωση. Ήταν μία απόπειρα της κυβέρνησης να πλουτίσουν αδίκως μάρτυρες δημοσίου κατηγορητηρίου για τις καταθέσεις τους», υποστήριξε η Bonjean.
Ο R. Kelly, του οποίου το πλήρες όνομα είναι Robert Sylvester Kelly, έγινε γνωστός με τραγούδια όπως το «I Believe I Can Fly» (1996) και το καλτ «Trapped in the Closet», μία πολυμερής ιστορία σεξουαλικής προδοσίας.
Ο τραγουδιστής της R&B πούλησε εκατομμύρια δίσκους και παρέμεινε δημοφιλής, ακόμη και αφότου άρχισαν να κυκλοφορούν δημόσια, τη δεκαετία του 1990, καταγγελίες για κακοποίηση νεαρών κοριτσιών.
Αθωώθηκε το 2008 στο Σικάγο για κατηγορίες που αφορούσαν εικόνες παιδικής σεξουαλικής κακοποίησης, ωστόσο, σε δεύτερη δίκη, πάλι στο Σικάγο, το 2022, καταδικάστηκε για παραγωγή εικόνων παιδικής σεξουαλικής κακοποίησης και για αποπλάνηση κοριτσιών με σεξουαλικό σκοπό.
Η κατακραυγή για τη σεξουαλική ανάρμοστη συμπεριφορά του Kelly κορυφώθηκε με το κίνημα #MeToo, ιδίως μετά την προβολή του ντοκιμαντέρ «Surviving R. Kelly».
