Ο Billy Joel δεν ήθελε ποτέ να μοιάσει στον Elton John.
Ο Billy Joel μιλά για τις συγκρίσεις με τον Elton John που τον στιγμάτισαν και την αποφασιστικότητά του να χαράξει τον δικό του μουσικό δρόμο.
Στο νέο ντοκιμαντέρ του «Billy Joel: And So It Goes», το οποίο έκανε πρεμιέρα στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Tribeca στη Νέα Υόρκη στις 4 Ιουνίου, ο «Piano Man» μοιράζεται τις σκέψεις του για τον διάσημο «Rocket Man», τον Elton John και δεν κρύβει την ενόχλησή του για τις συγκρίσεις μεταξύ τους – συγκρίσεις που, όπως φαίνεται, τον σημάδεψαν βαθιά στην πορεία του.
Η ιστορία ξεκινά μετά την κυκλοφορία του άλμπουμ του «Streetlife Serenade», το 1974. Ο Billy Joel χρειαζόταν μάνατζερ, και έτσι η πρώτη του σύζυγος και επιχειρηματική διευθύντριά του, Elizabeth Weber, απευθύνθηκε στην Columbia Records για προτάσεις. Ένα από τα ονόματα που προέκυψαν ήταν η Caribou Management, της οποίας ηγείτο ο James Guercio.
Ο Guercio με θητεία δίπλα σε ονόματα όπως οι Chicago και οι Beach Boys, είχε ένα συγκεκριμένο όραμα για τον Billy Joel: να συνεργαστεί με την μπάντα του Elton John. Μια ιδέα που ο Joel βρήκε εξ αρχής προβληματική.
«Πράγμα που θεώρησα απαίσια ιδέα», δηλώνει χαρακτηριστικά ο Joel στο ντοκιμαντέρ.
«Γιατί να θέλω να δουλέψω με την μπάντα του άλλου γνωστού πιανίστα;. Η έλλειψη φαντασίας ήταν ιλιγγιώδης και ήδη αντιμετώπιζα σοβαρά ζητήματα με ανθρώπους που με συνέκριναν με τον Elton», σημειώνει.
Ο Billy Joel πάντα πίστευε ότι ο τρόπος που έπαιζαν πιάνο εκείνος και ο Elton John διέφερε σημαντικά.
«Το στιλ του Elton είναι πολύ ρυθμικό», εξηγεί, προσθέτοντας ότι θεωρεί πως ότι η δική του τεχνική έχει «περισσότερη κίνηση».
Σε παλαιότερο υλικό που προβάλλεται, ο Joel εξομολογείται: «Χρειάστηκε καιρός για να σταματήσουν οι άνθρωποι να κάνουν τη σύγκριση με τον Elton John. Νομίζω ότι έχει σχεδόν σβήσει πλέον — έτσι ελπίζω!».
Παρά τις επιφυλάξεις του, ο Billy Joel έδωσε μία ευκαιρία στη συνεργασία με την μπάντα του Elton John στο στούντιο, αλλά το αποτέλεσμα δεν τον δικαίωσε.
«Ήταν καλοί μουσικοί, αλλά δεν το έπιαναν. Ακουγόταν σαν τον Elton και είπα: “Δεν θέλω να ακούγομαι σαν τον Elton, θέλω να ακούγομαι σαν εμένα”. Έφυγα. Είπα ότι αυτό δεν πρόκειται να λειτουργήσει», αφηγείται.
Η επιθυμία του να χαράξει τη δική του ηχητική ταυτότητα ήταν αδιαπραγμάτευτη.
«Θέλω να φτιάξω τον δικό μου ήχο και ο Jimmy Guercio δεν πρόκειται να είναι ο παραγωγός. Ήθελα να συγκεντρώσω μία ομάδα μουσικών από τη Νέα Υόρκη που είχαν εμπειρίες από τη Νέα Υόρκη, γιατί αυτό είχα κι εγώ», λέει.
Αυτή η αποφασιστικότητα τον οδήγησε στην ηχογράφηση του άλμπουμ «Turnstiles» το 1976, αναλαμβάνοντας ο ίδιος την παραγωγή και συνεργαζόμενος με το δικό του συγκρότημα μουσική, δημιουργώντας έτσι τον ήχο που πραγματικά τον εξέφραζε.
Είναι αξιοσημείωτο ότι σχεδόν δύο δεκαετίες αργότερα, ο Billy Joel και ο Elton John ένωσαν τις δυνάμεις τους επί σκηνής, πραγματοποιώντας αρκετές κοινές περιοδείες από το 1994 έως το 2010, υπό τον τίτλο «Face to Face».
Το ντοκιμαντέρ «Billy Joel: And So It Goes», σύμφωνα με την ιστοσελίδα του Tribeca Festival, τραβά την αυλαία στον ιδιωτικό κόσμο του 76χρονου τραγουδιστή και φέρνει στο φως αδημοσίευτες εμφανίσεις, προσωπικά βίντεο από το αρχείο του και παρασκηνιακές στιγμές που παρέμεναν κλειδωμένες μέχρι τώρα, προσφέροντας μία σπάνια ματιά στην πορεία ενός καλλιτέχνη που πάλεψε για τη μοναδικότητά του.
Η διαδρομή ενός δημιουργού συχνά περιλαμβάνει την πλοήγηση ανάμεσα σε συγκρίσεις και προσδοκίες. Για τον Billy Joel, η επιμονή στη δική του καλλιτεχνική ταυτότητα δεν ήταν απλώς μία επιλογή, αλλά μία βαθιά, υπαρξιακή ανάγκη που τελικά σμίλεψε την ξεχωριστή κληρονομιά του.
