Ο θάνατος του Dave «Baby» Cortez αποκαλύφθηκε τρία χρόνια μετά – Η ιστορία ενός πρωτοπόρου που επέλεξε τη σιωπή
Ορισμένες ιστορίες είναι τόσο παράδοξες και μελαγχολικές που αγγίζουν τα όρια του τραγικού. Μια τέτοια είναι και η περίπτωση του Dave «Baby» Cortez, του πιανίστα και συνθέτη που άφησε το στίγμα του με την τεράστια επιτυχία «The Happy Organ». Ο Cortez, ο οποίος έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 83 ετών, πέθανε στην πραγματικότητα πριν από τρία χρόνια, αλλά η είδηση του θανάτου του επιβεβαιώθηκε μόλις πρόσφατα, βυθίζοντας σε έκπληξη όσους θυμούνταν τη μουσική του.
Παρά τις οκτώ επιτυχίες του στο Billboard Hot 100, ο καλλιτέχνης, γεννημένος ως David Cortez Clowney στις 13 Αυγούστου 1938 στο Ντιτρόιτ, παρέμενε για δεκαετίες ένα πρόσωπο – φάντασμα. Αφού εγκατέλειψε τη μουσική βιομηχανία στις αρχές της δεκαετίας του 1970, σπάνια μιλούσε στον Τύπο.
Η κόρη του, Taryn Sheffield, δήλωσε στους New York Times ότι δεν είχε νέα του από το 2009, περιγράφοντάς τον ως «έναν ερημίτη για πάρα πολλά, πολλά χρόνια».
Η είδηση ήρθε στο φως χάρη στη Miriam Linna, ιδρύτρια της ανεξάρτητης δισκογραφικής εταιρείας Norton Records, η οποία έμαθε πρόσφατα για τον θάνατό του.
Σύμφωνα με τα αρχεία της πόλης της Νέας Υόρκης, ο Cortez πέθανε στις 31 Μαΐου 2022 στο σπίτι του στο Μπρονξ και η σορός του βρίσκεται θαμμένη σε έναν ομαδικό, ανώνυμο τάφο, εκεί όπου αναπαύονται περισσότερα από ένα εκατομμύριο σώματα.
Η ιστορία του «The Happy Organ» είναι από μόνη της θρυλική. Ήταν το τραγούδι που τον σημάδεψε και έγραψε ιστορία, καθώς έγινε το πρώτο ορχηστρικό κομμάτι που κατέκτησε την κορυφή του Billboard Hot 100 το 1959.
Σε μία σπάνια συνέντευξή του, ο Dave Cortez εξήγησε πως είχε αρχικά ηχογραφήσει το κομμάτι με φωνητικά, αλλά δεν ήταν ικανοποιημένος. Τότε, παρατήρησε ένα όργανο Hammond στο στούντιο και αποφάσισε να το προσθέσει.
«Έπαιξαν το κομμάτι μερικές φορές, και άρχισα να παίζω πάνω σε αυτή τη μελωδία», είχε πει. «Υποθέτω ότι ο Θεός μου έδωσε αυτή τη μελωδία».
Αυτό το χαρούμενο, δίλεπτο ορχηστρικό κομμάτι μετέτρεψε το όργανο Hammond από ένα εκκλησιαστικό όργανο σε βασικό στοιχείο του rock οπλοστασίου, ανοίγοντας τον δρόμο για επιτυχίες όπως το «Green Onions» των Booker T. and the M.G.’s και το «Light My Fire» των The Doors.
Ο Dave Cortez εγκατέλειψε τα πάντα, αφήνοντας πίσω του μία βιομηχανία που, όπως φαίνεται, του προκάλεσε αποστροφή.
Η Miriam Linna ήταν αυτή που τον έπεισε να επιστρέψει για λίγο το 2011, κυκλοφορώντας τον πρώτο του δίσκο μετά από σχεδόν 40 χρόνια. Κατά τη διάρκεια εκείνων των ηχογραφήσεων, ο Cortez της είχε εκμυστηρευτεί πως απλά πίστευε ότι «η δόξα και η μουσική βιομηχανία δεν ήταν πλέον σημαντικές γι’ αυτόν».
Η Linna θυμάται με πάθος την προσπάθειά της να τον εντοπίσει. «Άρχισα να τον ψάχνω στο Google και είδα ότι υπήρχε ένας David Clowney, οπότε έγραψα στα γραφεία του NFL λέγοντας ότι ενδιαφερόμουν να βρω τον πατέρα του», είπε, αναφερόμενη στον γιο του που ήταν παίκτης του αμερικανικού ποδοσφαίρου.
«Λίγους μήνες μετά, ήμουν σε ένα κατάστημα με εργαλεία, το τηλέφωνό μου χτύπησε, ήταν ο Dave και δεν μπορούσα να το πιστέψω!».
Ηχογράφησαν τον δίσκο και ο Dave Cortez εμφανίστηκε ζωντανά στο πάρτι για την 25η επέτειο της δισκογραφικής. Η Linna περιγράφει τη σκηνική του παρουσία ως «μία από τις πέντε πιο δυναμικές που υπήρξαν ποτέ»
«Έπαιζε όρθιος το όργανο, γυρνούσε γύρω από τον εαυτό του ενώ έπαιζε, ήταν ένας πανέμορφος άντρας με απόλυτο έλεγχο της κατάστασης, και έλαμπε!».
Παρά τις προτάσεις για ευρωπαϊκή περιοδεία, εκείνος αρνήθηκε. Είχε αφοσιωθεί στον ρόλο του ως «άνθρωπος της εκκλησίας». Μετά από αυτό, εξαφανίστηκε ξανά.
Η τελική αποκάλυψη ήρθε σχεδόν τυχαία. Όταν η Linna ανέφερε τον Cortez στη ραδιοφωνική εκπομπή της τον περασμένο μήνα, ένας νεαρός Αυστραλός θαυμαστής, ο Liam Waldon, ξεκίνησε μία έρευνα για να μάθει τι απέγινε, ανακαλύπτοντας τελικά ότι είχε πεθάνει και η σορός του δεν είχε αναζητηθεί από κανέναν.
«Κανείς δεν ήξερε ότι πέθανε», λέει η Linna. «Ήταν ένας υπερβολικά σημαντικός άνθρωπος στον δικό μας κόσμο του rock n’ roll».
Ένας καλλιτέχνης που έφτασε στην κορυφή επέλεξε συνειδητά τον δρόμο της αφάνειας και της πνευματικότητας, αφήνοντας πίσω του έναν κόσμο που τον λάτρεψε. Ο μοναχικός θάνατός του και η καθυστερημένη ανακάλυψή του αποτελούν το σιωπηλό, τελευταίο κεφάλαιο στη ζωή ενός ανθρώπου του οποίου η μουσική ήταν γεμάτη χαρά και ενέργεια.
