Ο Chris Martin των Coldplay μιλά για το μίσος που δέχεται, την κριτική για την «απλοϊκότητά» τους και την απόλυτη συμφιλίωσή του με την ιδέα της φθοράς.
Υπάρχει μία σχεδόν σουρεαλιστική ηρεμία στον τρόπο που ο Chris Martin των Coldplay αποδέχεται τη μοίρα. Για έναν άνθρωπο που ηγείται ενός από τα πιο επιτυχημένα συγκροτήματα στον πλανήτη, ενός γκρουπ που γεμίζει στάδια με την ίδια ευκολία που άλλοι γεμίζουν ένα ποτήρι νερό, η σκέψη της αφάνειας δεν μοιάζει τρομακτική.
Αντίθετα, είναι σχεδόν απελευθερωτική. Παραδέχεται, χωρίς ίχνος προσποίησης, ότι δεν θα τον ενοχλούσε καθόλου αν μία μέρα, οι δίσκοι που σάρωσαν τα charts και έγιναν το soundtrack για εκατομμύρια ζωές, κατέληγαν ξεχασμένοι σε ένα «καλάθι με τις προσφορές».
Οι Coldplay, το συγκρότημα πίσω από το θριαμβευτικό «Viva La Vida», ζουν σε ένα μόνιμο παράδοξο. Από τη μία, παραμένουν μία από τις πιο εμπορικά κυρίαρχες δυνάμεις παγκοσμίως, μία μηχανή παραγωγής τραγουδιών που ενώνουν πλήθη. Από την άλλη, εξακολουθούν να είναι ένα από τα πιο διχαστικά ονόματα της σύγχρονης μουσικής, προσελκύοντας έναν καταιγισμό κυνισμού και άφθονων memes που στοχεύουν την «απλοϊκότητα» και τη διακηρυγμένη έλλειψη coolness.
Στο επίκεντρο αυτής της διαμάχης βρίσκεται ο ίδιος ο Chris Martin. Ένας frontman που, με μία σχεδόν πεισματική συνέπεια, χρησιμοποιεί την τεράστια πλατφόρμα του για να διαδώσει μηνύματα ελπίδας, ειρήνης και ενότητας. Κι όμως, όπως ο ίδιος αναγνωρίζει, αυτή ακριβώς η στάση είναι που προκαλεί την οργή πολλών.
Μιλώντας στον Will Best στην ειδική εκπομπή «Coldplay Special» του «Off the Record» του Hits Radio, ο Martin αποκάλυψε την προσωπική του μάχη με την αρνητική αντίδραση που δέχεται.
«Σχεδόν κάθε φορά που έχω πει κάτι στο οποίο πραγματικά πιστεύουμε –όσον αφορά την ισότητα, την ενσυναίσθηση, αυτά που θεωρώ πως βοηθούν τους ανθρώπους– με έναν τρόπο γίνεται viral αρνητικά, σαν να θυμώνει μία ομάδα ανθρώπων επειδή απλώς θέλω να αγαπώ όλους τους ανθρώπους», εξομολογήθηκε.
Η ειλικρίνειά του είναι σχεδόν παιδική, αλλά αποκαλύπτει μία βαθιά πληγή. «Δεν θυμώνω με αυτούς που θυμώνουν με μένα, αλλά κάποια στιγμή άρχισα να σκέφτομαι: “Πρέπει να σταματήσω να λέω ότι καλωσορίζουμε ανθρώπους από παντού…;”».
Η παύση είναι ρητορική. Ο Chris Martin ξεκαθάρισε αμέσως πως δεν υπάρχει περίπτωση να εγκαταλείψει τις αρχές του. Απέναντι στους επικριτές του, η απάντησή του δεν είναι η άμυνα, αλλά η αγάπη – μία κίνηση που σίγουρα θα εξοργίσει ακόμα περισσότερο τους κυνικούς.
«Όχι, δεν πρόκειται ποτέ να το σταματήσω αυτό. Κι αν αυτό θυμώνει κάποιους, εγώ αγαπώ κι αυτούς τους ανθρώπους, άρα δεν μπορώ να κάνω κάτι άλλο. Δεν είναι κενή φράση, είναι μία συνειδητή στάση από μία ομάδα ανθρώπων που έχουν γνωρίσει περισσότερους ανθρώπους στην ιστορία τους απ’ ό,τι οι περισσότεροι», υπογράμμισε.
Αυτή η αυτογνωσία διαπερνά ολόκληρο το συγκρότημα. Γνωρίζουν καλά τη φήμη τους. Ο ντράμερ Will Champion το συνόψισε με μία αποστομωτική και αφοπλιστική ειλικρίνεια που θα μπορούσε να είναι το μανιφέστο των Coldplay: «Ίσως κανείς άλλος να μην τολμά να είναι τόσο ηλίθια απλοϊκός».
Σε αυτή τη φράση κρύβεται όλη η ουσία. Η «ηλίθια απλοϊκότητα» δεν είναι ελάττωμα, είναι επιλογή. Είναι η άρνηση να υιοθετήσουν μία ψυχρή, αποστασιοποιημένη πόζα για χάρη της κριτικής αποδοχής. Είναι η τόλμη να γράφουν τραγούδια για μεγάλα, οικουμενικά συναισθήματα χωρίς φόβο και χωρίς ειρωνεία.
Και είναι ακριβώς μετά από αυτή την παραδοχή που ο Martin προσφέρει τη δική του, χιουμοριστική κορύφωση, τη δήλωση που δείχνει την πλήρη απελευθέρωσή του από το άγχος της υστεροφημίας: «Δεν με πειράζει αν σε δέκα χρόνια είμαστε απλώς στο καλάθι με τις προσφορές σ’ ένα βενζινάδικο».
Σε τελική ανάλυση, η ιστορία των Coldplay και η στάση του Chris Martin αποτελούν μία συναρπαστική μελέτη για το τι σημαίνει επιτυχία και καλλιτεχνική ακεραιότητα στον 21ο αιώνα.
Σε μία πραγματικότητα που η ειρωνεία είναι το νόμισμα και το coolness ο υπέρτατος στόχος, εκείνοι επέλεξαν έναν διαφορετικό δρόμο: αυτόν της ανόθευτης, σχεδόν προκλητικής, ειλικρίνειας. Η αποδοχή του «καλαθιού με τις προσφορές» δεν είναι μία παραδοχή ήττας. Είναι η υπέρτατη νίκη απέναντι στον φόβο της κριτικής, μία δήλωση ότι η πραγματική αξία της μουσικής τους δεν μετριέται από την αποδοχή της κουλτούρας, αλλά από τη σύνδεση που δημιούργησε με τους ανθρώπους που την είχαν ανάγκη.
Και αυτή η σύνδεση, όπως φαίνεται, είναι το μόνο που είχε ποτέ σημασία για εκείνους.
