Με την αξία των πνευματικών δικαιωμάτων να διπλασιάζεται μέσα σε μία δεκαετία, η μουσική βιομηχανία βιώνει μία πρωτοφανή οικονομική άνθηση, παρά τις προκλήσεις της τεχνητής νοημοσύνης και την αισθητή επιβράδυνση της ροής εσόδων από το streaming.
Στο διαρκώς μεταβαλλόμενο τοπίο της σύγχρονης πολιτιστικής βιομηχανίας, η μουσική δεν αποτελεί πλέον μόνο μία μορφή τέχνης, αλλά ένα από τα πιο ισχυρά και ανθεκτικά οικονομικά περιουσιακά στοιχεία στον πλανήτη.
Σύμφωνα με την ετήσια μελέτη του Will Page, ιδρυτή της Pivot Economics και πρώην επικεφαλής οικονομολόγου του Spotify, η συνολική αξία των μουσικών πνευματικών δικαιωμάτων παγκοσμίως γνώρισε μία εντυπωσιακή άνοδο, φτάνοντας το ιστορικό υψηλό των 47,2 δισεκατομμυρίων δολαρίων το 2024. Το νούμερο αυτό προκαλεί δέος αν αναλογιστεί κανείς ότι πριν από μόλις δέκα χρόνια, το 2014, η αντίστοιχη αξία κυμαινόταν στα 25 δισεκατομμύρια δολάρια.
Η έρευνα αυτή, η οποία διεξήχθη με την πολύτιμη συνδρομή οργανισμών όπως η IFPI, η CISAC και η ICMP, αναδεικνύει την τεράστια δυναμική που έχουν αποκτήσει οι μουσικές δημιουργίες σε παγκόσμια κλίμακα, ενσωματώνοντας έσοδα από δισκογραφικές εταιρείες, εκδοτικούς οίκους και δικαιώματα δημιουργών.
Αναλύοντας τα δομικά στοιχεία αυτού του αστρονομικού ποσού, ο Will Page επισημαίνει ότι τα 29 δισεκατομμύρια δολάρια προέρχονται από τις δισκογραφικές εταιρείες, σημειώνοντας αύξηση 5%, ενώ 13,6 δισεκατομμύρια δολάρια εισέρρευσαν από τους οργανισμούς συλλογικής διαχείρισης πνευματικών δικαιωμάτων των δημιουργών, παρουσιάζοντας άνοδο της τάξεως του 8%. Αντίθετα, τα άμεσα έσοδα των εκδοτών σημείωσαν μία μικρή κάμψη της τάξεως του 1%, αγγίζοντας τα 4,6 δισεκατομμύρια δολάρια.
Παρά τη συνολική ανάπτυξη του 5,2% σε ετήσια βάση, η μελέτη κρούει τον κώδωνα του κινδύνου, καθώς παρατηρείται μία σαφής επιβράδυνση σε σύγκριση με το εντυπωσιακό 11% που καταγράφηκε μεταξύ 2022 και 2023.
Η δυναμική της αγοράς φαίνεται να αλλάζει, με την αξία για τους εκδότες να αναπτύσσεται πλέον ταχύτερα από εκείνη των δισκογραφικών εταιρειών, γεγονός που ο Will Page αποδίδει στην εξασθένιση των επιπτώσεων της πανδημίας. Κατά τη διάρκεια εκείνης της περιόδου, η streaming μουσική εκτοξεύτηκε, όμως πλέον, αν και ο όγκος των ακροάσεων συνεχίζει να αυξάνεται, τα αντίστοιχα έσοδα ακολουθούν φθίνουσα πορεία.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η γεωγραφική κατανομή του πλούτου στη μουσική βιομηχανία. Οι λεγόμενες «ισχυρές τέσσερις» αγορές, οι οποίες περιλαμβάνουν τη Βόρεια Αμερική, την Ευρώπη, την Αυστραλία και το ασιατικό σύμπλεγμα (Ιαπωνία, Κορέα, Χονγκ Κονγκ και Σιγκαπούρη), εξακολουθούν να μονοπωλούν τα έσοδα. Παρόλο που αυτές οι περιοχές αντιπροσωπεύουν το 59% του συνολικού όγκου των μεταδόσεων, αποφέρουν το εντυπωσιακό 87% των παγκόσμιων εσόδων.
Την ίδια στιγμή, οι αναδυόμενες αγορές παρουσιάζουν τεράστια αύξηση στον όγκο των ακροάσεων, η οποία όμως δεν μεταφράζεται σε ανάλογα οικονομικά οφέλη. Αυτό το παράδοξο του σύγχρονου καπιταλισμού υπογραμμίζει την ανισότητα που επικρατεί στην παγκόσμια αγορά, όπου η αξία κάθε τραγουδιού φαίνεται να εξαρτάται άμεσα από την αγοραστική δύναμη της περιοχής στην οποία ακούγεται.
Η σύγκριση με τα δεδομένα της περασμένης δεκαετίας φέρνει στο φως και μία άλλη κρίσιμη πτυχή: τη δίκαιη κατανομή των εσόδων ανάμεσα στις δισκογραφικές και τους καλλιτέχνες από τη μία πλευρά, και τους στιχουργούς, τους εκδότες και τους οργανισμούς τους από την άλλη.
Πριν από δέκα χρόνια, όταν η βιομηχανία βρισκόταν ακόμη στο ναδίρ των πωλήσεων και των ψηφιακών λήψεων, η κατανομή ήταν σχεδόν ισότιμη, με ένα ποσοστό 55-45 υπέρ των δισκογραφικών. Σήμερα, η κυριαρχία της streaming τεχνολογίας και η επακόλουθη έκρηξη των εσόδων των εταιρειών έχουν γείρει την πλάστιγγα στο 62-38.
Όπως γράφει ο Will Page στη μελέτη του, η σύγκριση αυτή «φωτίζει τις αιτίες και τις συνέπειες της δίκαιης κατανομής», αποκαλύπτοντας πώς το νέο μοντέλο κατανάλωσης μουσικής ευνόησε περισσότερο την εκτελεστική πλευρά της βιομηχανίας.
Σε αυτό το πλαίσιο, η αγορά των ΗΠΑ παραμένει ο αδιαμφισβήτητος ηγεμόνας, ενισχύοντας τη δεσπόζουσα θέση της αντί να την περιορίζει. Το 2011, τη χρονιά που το Spotify έκανε το ντεμπούτο του στην αμερικανική αγορά, οι ΗΠΑ κατείχαν το 27% των παγκόσμιων εσόδων των δισκογραφικών εταιρειών. Το 2024, καθώς η συνολική αξία των εταιρειών έχει διπλασιαστεί στα 29 δισεκατομμύρια δολάρια, το μερίδιο των ΗΠΑ έχει εκτοξευθεί στο 38%.
Η έκθεση σημειώνει χαρακτηριστικά για την αμερικανική αγορά πως «αν τα καταφέρεις εκεί, μπορείς να τα καταφέρεις παντού». Παράλληλα, ο Will Page αναλύει το φαινόμενο της «παγκοσμιοτοπικής» (glocalization) επιτυχίας, έναν όρο που ο ίδιος επινόησε για να περιγράψει την επιτυχία της μουσικής σε τοπικές γλώσσες σε παγκόσμιο επίπεδο, φέρνοντας ως παραδείγματα την άνθηση αγορών όπως η Δανία, η Βραζιλία και η Κορέα.
Ωστόσο, ο δρόμος προς το μέλλον δεν είναι στρωμένος με ροδοπέταλα. Υπάρχουν βάσιμες ανησυχίες ότι η αξία των πνευματικών δικαιωμάτων δεν θα διπλασιαστεί ξανά την επόμενη δεκαετία.
Ο μεγάλος «ελέφαντας στο δωμάτιο» είναι η άνοδος της τεχνητής νοημοσύνης, η οποία αναμένεται να επηρεάσει την αξία των πνευματικών έργων με τρόπους που προς το παρόν είναι αδύνατο να προβλεφθούν, λόγω του ασαφούς νομικού και τεχνολογικού πλαισίου. Επιπλέον, τα κενά στις παγκόσμιες αναφορές εσόδων και οι πιθανές επιβραδύνσεις για τους εκδότες, παρόμοιες με αυτές που βιώνουν τώρα οι δισκογραφικές, αποτελούν σοβαρές προκλήσεις για την πλήρη κατανόηση της πραγματικής αξίας των έργων.
Η μουσική βιομηχανία βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι. Από τη μία, η οικονομική της κεφαλαιοποίηση βρίσκεται στο απόγειό της, αποδεικνύοντας ότι κάθε τραγούδι είναι μία πολύτιμη επένδυση που μπορεί να αποφέρει καρπούς για δεκαετίες. Από την άλλη, η ανάγκη για μία πιο ισορροπημένη κατανομή των κερδών και η προσαρμογή στις ραγδαίες τεχνολογικές εξελίξεις θα καθορίσουν αν αυτή η «χρυσή εποχή» θα έχει διάρκεια ή αν θα αποτελέσει μία παροδική κορύφωση. Το σίγουρο είναι ότι, είτε πρόκειται για ένα συγκρότημα που κυκλοφορεί το πρώτο άλμπουμ του είτε για έναν καταξιωμένο δημιο
υργό, η αξία της έμπνευσής τους παραμένει το πιο ισχυρό νόμισμα σε μία παγκοσμιοποιημένη αγορά που δεν σταματά ποτέ να ακούει.
