Πώς ένα εφηβικό όνειρο για τον Iggy Pop και ένας δίσκος των KISS σμίλεψαν την πορεία του Duff McKagan των Guns N’ Roses.
Κάθε μεγάλος μύθος έχει τη δική του στιγμή δημιουργίας, εκείνο το σημείο καμπής όπου το πεπρωμένο μοιάζει να αποκαλύπτει τα σχέδιά του. Για τον Duff McKagan, τον εμβληματικό μπασίστα που συνέδεσε το όνομά του με την αχαλίνωτη ενέργεια των Guns N’ Roses, αυτή η στιγμή δεν ήρθε κάτω από τα εκτυφλωτικά φώτα μιας σκηνής, αλλά στη σιωπή και το υποσυνείδητο ενός εφηβικού ύπνου.
Ήταν ένα όνειρο, τόσο ζωντανό και ισχυρό, που όχι απλώς προμήνυε, αλλά ουσιαστικά πυροδότησε την πορεία ενός από τους πιο αναγνωρίσιμους μουσικούς της γενιάς του. Μια νυχτερινή οδύσσεια όπου μετουσιώθηκε στον απόλυτο ήρωά του, τον Iggy Pop, και ένιωσε για πρώτη φορά τη σαρωτική δύναμη που θα καθόριζε ολόκληρη την ύπαρξή του.
Η αποκάλυψη ήρθε σε μία τρυφερή ηλικία, γύρω στα 12 – 13, μία περίοδο που η μουσική αρχίζει να λειτουργεί ως καταφύγιο και πυξίδα ταυτόχρονα. Ο ίδιος ο McKagan, σε μία σπάνια εξομολόγηση στο περιοδικό MOJO, ανασύρει τη μνήμη με αξιοσημείωτη καθαρότητα.
«Ήθελα ποτέ να γίνω κάποιος άλλος μουσικός; Ο Iggy Pop. Είδα ένα όνειρο ότι ήμουν ο Iggy», αφηγείται.
Η περιγραφή του σκηνικού είναι σχεδόν κινηματογραφική: «Βρισκόμουν στη σκηνή, στο υπόγειο μιας εκκλησίας, κυλιόμουν στο πάτωμα, έχανα τον έλεγχο και ένιωθα μία απόλυτη δύναμη να με κυριεύει».
Αυτή η εμπειρία, αν και φευγαλέα, λειτούργησε ως καταλύτης. «Το όνειρο αυτό έδωσε πραγματικά γεύση στην αυξανόμενη ένταση που ένιωθα για τη δημιουργία μουσικής – το “κάλεσμά” μου σε αυτή τη ζωή», τονίει.
Η πρωταρχική, σχεδόν ζωώδης ενέργεια του Iggy Pop δεν ήταν απλώς ένα πρότυπο προς μίμηση, αλλά μία εσωτερική κατάσταση που ο νεαρός McKagan ανακάλυψε ότι έκρυβε μέσα του.
Παράλληλα με αυτή την αποκάλυψη, μία άλλη, πιο απτή εμπειρία ερχόταν να σφραγίσει τη μουσική του ταυτότητα. Ήταν η αγορά του πρώτου του δίσκου, μία ιεροτελεστία για κάθε έφηβο.
Για τον Duff McKagan, το αντικείμενο του πόθου ήταν το θρυλικό «Alive!» των KISS, που απέκτησε από το δισκοπωλείο Peaches Records στο Σιάτλ. «Εκείνο το εξώφυλλο ανατίναξε το δωδεκάχρονο μυαλό μου», θυμάται.
Η οπτική πανδαισία, με τις απόκοσμες φιγούρες των μελών των KISS σε πλήρη δράση, ήταν μόνο η αρχή. Η μουσική που περιείχε ο δίσκος αποτέλεσε τη γέφυρα για την επόμενη φάση της εξέλιξής του.
«Τα τραγούδια των τριών συγχορδιών θα με οδηγούσαν στο punk rock μέσα στους επόμενους δώδεκα μήνες», εξηγεί, αποκαλύπτοντας μία απρόσμενη, αλλά απόλυτα λογική μουσική συγγένεια. «Το groove ενός κομματιού όπως το “Strutter” ή το “Firehouse” απέχει ελάχιστα από το “Bodies” των Sex Pistols».
Για τον McKagan, η απλότητα και η ωμή δύναμη ήταν ο κοινός παρονομαστής που ένωνε το αμερικανικό hard rock με τη βρετανική punk εξέγερση.
Σήμερα, ως ένας βετεράνος του rock με μία καριέρα δεκαετιών, η προσπάθεια να επιλέξει ένα και μόνο αγαπημένο άλμπουμ φαντάζει μάταιη. Η μουσική του βιβλιοθήκη είναι ένα εκλεκτικό μωσαϊκό που αντικατοπτρίζει το εύρος των επιρροών του.
«Αν έλεγα το “Ace of Spades” των Motörhead… υποθέτω θα μπορούσα να κοιμηθώ ήσυχος το βράδυ!», αναλογίζεται. Αμέσως, όμως, ο καταιγισμός των μνημειωδών έργων κατακλύζει τη σκέψη του: «Τόσοι πολλοί καλοί δίσκοι… Το “Led Zeppelin II” ή το “Greatest Hits” των Sly and the Family Stone; Το “The Shape of Punk To Come” των Refused; Το “Exile On Main St.”; Το “1999”; Και η λίστα συνεχίζεται ατελείωτα!».
Αυτή η αδυναμία επιλογής δεν είναι αναποφασιστικότητα, αλλά η απόδειξη ενός πνεύματος που παραμένει αιώνια ερωτευμένο με τον ήχο σε όλες του τις μορφές.
Η μουσική, ωστόσο, δεν είναι πλέον μόνο πηγή έμπνευσης, αλλά και το soundtrack της καθημερινότητάς του, ένα αναπόσπαστο κομμάτι της οικογενειακής και προσωπικής του ζωής.
Όπως αποκαλύπτει, ο δίσκος που κυριαρχεί στα πάρτι της οικογένειας McKagan είναι το «Sound Of Silver» των LCD Soundsystem. «Πήγαμε όλοι μαζί ως οικογένεια να τους δούμε στο Coachella», λέει, ζωγραφίζοντας την εικόνα ενός rock star που μοιράζεται τις μουσικές του αγάπες με τους πιο κοντινούς του ανθρώπους.
Υπάρχει όμως και μία άλλη, πιο ιδιωτική και σχεδόν πνευματική πτυχή της ακρόασής του. Η μουσική που επιλέγει για τα πρωινά της Κυριακής. «Ο δίσκος μου για το πρωινό της Κυριακής είναι το “Whiskey For The Holy Ghost” του Mark Lanegan», εξομολογείται.
Η επιλογή του είναι συγκεκριμένη και φορτισμένη συναισθηματικά. «Όλοι θα έκαναν καλό στον εαυτό τους αν ξεκινούσαν την ημέρα τους με το “The River Rise”. Η φωνή του Mark αγκαλιάζει τον χώρο όταν ακούς αυτόν τον δίσκο και όλα μοιάζουν σωστά στον κόσμο».
Σε αυτή την πρόταση, ο Duff McKagan δεν μιλά απλώς για ένα αγαπημένο τραγούδι, αλλά για μία θεραπευτική εμπειρία, έναν φόρο τιμής στη στοιχειωμένη φωνή ενός άλλου θρύλου από το Σιάτλ. Είναι η απόδειξη ότι, ακόμα και μετά από μία ζωή αφιερωμένη στην εκκωφαντική ένταση του rock ‘n’ roll, οι πιο δυνατές στιγμές συχνά βρίσκονται στην απόλυτη ησυχία και τη βαθιά σύνδεση με τη μουσική που διαμόρφωσε, και συνεχίζει να διαμορφώνει, την ψυχή του.
